Εισαγωγή

Εκεί στην 5η διάσταση, πέρα από τις διαστάσεις που γνωρίζει ο άνθρωπος, απέραντες σαν το σύμπαν, και άχρονες όπως το άπειρο, βρίσκεται η διάσταση της φαντασίας που μας φέρνει αντιμέτωπους με τη λογική και τη φαντασία, το φως και το σκοτάδι,  ενώ διεισδύουν όλες οι σκέψεις, οι φοβίες και δημιουργούν το όνειρο. Ένα όνειρο που  καλούμαστε να το αποδώσουμε με την ανθρώπινη λογική. Μόνο που λογική κάποιος δεν μπορεί να βρει σε κάποια στοιχεία του, που για τη γη είναι άγνωστα. Αυτή η ιδιαιτερότητα τα κατατάσσει στην φαντασία. Μια φαντασία που μπορεί να δώσει μηνύματα για να εξηγήσουμε τη λογική. Για να ζήσουμε μια καλύτερη ζωή και να πάρουμε ένα δρόμο σωστό,  που θα μας οδηγήσει στην ευτυχία. Πρέπει όμως να σκεφτούμε ποιος είναι ο πιο εύκολος, γρήγορος και ασφαλής τρόπος να την γνωρίσουμε πιο γρήγορα και πως πρέπει να είναι η συμπεριφορά μας για να μπορέσουμε να την βιώσουμε σωστά;

Αυτή η ιστορία θα μας υποδείξει έναν τρόπο που μπορεί να γίνει αυτό.

 

Η απόφαση 

Η Ελένη και η οικογένειά της αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν ένα ταξίδι για να περάσουν τις διακοπές τους. Έψαχναν ένα νέο προορισμό. Πάντα πήγαιναν στα ίδια μέρη και πολύ σπάνια επισκέπτονταν νέες χώρες. Είχαν μεγάλο δίλημμα,  που να πάνε. Πολλές αποφάσεις τους έπεφταν στο κενό. Πάντα κάποιο πρόβλημα υπήρχε που δεν έπαιρναν μια σωστή απόφαση. Είδαν πάρα πολλές εκδρομές στην εφημερίδα και στα τοπικά κανάλια. Όμως ή είχαν συμπληρωθεί οι θέσεις ή κάποιο εμπόδιο παρουσιαζόταν στο δρόμο τους και δεν τους άφηνε να πουν καθαρά εδώ θα πάμε και θα πραγματοποιηθεί. Αυτό έγινε τις προηγούμενες μέρες.

Σήμερα όμως ήταν μια διαφορετική μέρα από τις άλλες. Σε μια ομαδική έξοδο, είδαν ένα χρυσό φάκελο πεταμένο στο πεζοδρόμιο και μέσα υπήρχε ένα χαρτί που έγραφε ότι σήμερα είναι η τυχερή σας μέρα. Όποιος το βρει θα κάνει την τύχη του.  Ήταν ένα  χαρτί που διαφήμιζε  μια υπέροχη εκδρομή που θα τους χάριζε μύριες συγκινήσεις. Ήταν μια εκδρομή στο άγνωστο, όπως έγραφε. Το μόνο που είχαν να κάνουν ήταν να το αποφασίσουν. Τηλέφωνα δεν υπήρχαν να πάρουν τον ενδιαφερόμενο για να κλείσουν θέσεις. Η τιμή ήταν απροσδιόριστη. Τιμή έκπληξη έγραφε. Ακόμα και το πλοίο ή αεροπλάνο δεν αναφερόταν. Μήπως είναι κάποια παγίδα σκέφτηκαν; Δεν μπορεί να υπάρχει τόσο ασάφεια στο κείμενο αυτό. Έπρεπε τουλάχιστον να υπήρχε κάποιο πρακτορείο, κάποιος να τους εγγυηθεί την ασφάλειά τους, σαν ταξιδιώτες που θα ήταν. Το μόνο που έγραφε ήταν να το αποφασίσουν άμεσα, διότι υπήρχαν περιορισμένες θέσεις. Ακόμα κι αν το αποφάσιζαν όμως σε ποιον έπρεπε να αποταθούν; Ήταν βαρύ το δίλημμα που καλούνταν να λύσουν. Η μόνη διέξοδος που θα τους έβγαζε από τη σκέψη αυτή ήταν να πετάξουν αυτό το χαρτί στα σκουπίδια  και δεν θα  υπήρχε πια προβληματισμός. Όμως, αν ήταν κάτι σημαντικό; Αν ήταν η τύχη τους; Ποιον έπρεπε να ρωτήσουν γι’ αυτό;

Τους δελέαζε σαν σκέψη. Το πιο περίεργο ήταν ότι δεν έπρεπε να πάρουν ρούχα μαζί τους, αλλά ο καθένας από ένα αντικείμενο που θεωρούσε απαραίτητο για τη διαβίωσή του εκεί. Η μητέρα θα έπαιρνε χρήματα. Ο πατέρας θα έπαιρνε φάρμακα και αλοιφές, ενώ η Ελένη την κάμερα της, για να απαθανατίσει αυτό το περίεργο μέρος, για να υπάρχει υλικό, για να πάνε κι άλλοι, αν περνούσαν καλά.  Στο τέλος του χαρτιού είδαν ότι με μικρά γράμματα έγραφε Signature/ Υπογραφή   και πιο πέρα έγραφε με μικρότερα γράμματα ακόμη ότι αυτό το μέρος δεν υπάρχει στο χάρτη. Ένας που έχει πρεσβυωπία δεν μπορούσε να το δει. Όμως η Ελένη που δεν είχε, το πρόσεξε την τελευταία στιγμή. Που θα πήγαιναν στο διάστημα; Ήταν όνειρο αυτό που ζούσαν ή εφιάλτης τελικά; Δηλαδή η υπογραφή τους θα ήταν η απάντησή τους; Και έπρεπε να υπογράψει ένας ή όλοι μαζί; Δεν υπήρχαν οδηγίες. Τι συμβαίνει εδώ;

Όταν κοίταξαν το χαρτί ένιωσαν όλοι σαν να είχαν πρεσβυωπία. Κρύος ιδρώτας έλουσε τα πρόσωπά τους και τα γράμματα άρχισαν να θαμπώνουν,  μέχρι που δεν φαίνονταν πια.  Ο πατέρας επέμενε να πάνε. Ήταν από μικρός πρώτος στην περιπέτεια. Η μητέρα είχε τις επιφυλάξεις της, αλλά κατά βάθος ήθελε να πάει. Αυτή που δεν ήθελε να πάει,  από φόβο,  ήταν η Ελένη. Όμως κάπου βαθιά μέσα της, αν αφαιρούσε τον φόβο και την ανασφάλεια, ήθελε να πάει κι αυτή. Όμως η αληθινή θέληση όλων νίκησε. Σαν υπνωτισμένοι υπέγραψαν ο ένας κάτω από τον άλλο και τότε ακούστηκε μια βοή. Το χαρτί εξαφανίστηκε από το ανοικτό παράθυρο και ένας άνεμος, δυνατός σαν ανεμοστρόβιλος εν αιθρία  πήρε το χαρτί. Όλη η οικογένεια έμεινε αγκαλιασμένη, φοβισμένη  και αποσβολωμένη για το τι θα επακολουθούσε. Έπειτα επεκράτησε απόλυτη σιωπή. Όνειρο ήταν που το φανταστήκαμε όλοι μαζί απάντησε ο πατέρας. Όνειρο όμως που είδαν όλοι μαζί, αποκλείεται! Κάτι συμβαίνει εδώ. Όμως νύσταζαν πολύ για να εξιχνιάσουν το μυστήριο απόψε.

Η αμφισβήτηση 

Η επόμενη μέρα κύλησε ήρεμα για όλη την οικογένεια. Δεν σκέφτηκαν καθόλου την προηγούμενη νύχτα. Όλοι πίστεψαν πως πρόκειται για όνειρο που είδαν ατομικά ή ομαδικά. Δεν μπορεί ένα χαρτί να χάνεται έτσι ξαφνικά. Δεν μπορεί να υπέγραψαν χωρίς να έχουν στυλό. Οι υπογραφές μπήκαν με έναν τρόπο μαγικό. Με τη δύναμη της ψυχής. Άρα, αυτή η κατάσταση πρέπει να ξεχαστεί από όλους. Η ζωή συνεχίζεται με τους δικούς της ρυθμούς. Κι αυτό έπρεπε να κάνουν.

Αυτή η κατάσταση επανήρθε στο μυαλό τους την μεθεπόμενη μέρα που ήταν Κυριακή και ήταν όλοι μαζεμένοι στο σπίτι. Όμως κανένας δεν έκανε την αρχή να το συζητήσει με τον άλλο. Έμεναν σιωπηλοί κι όλοι έκαναν την κίνηση ότι κάτι θέλω να σου πω, αλλά δεν μπορώ. Ήξεραν όλοι ποιο ήταν το φλέγον ζήτημα που τους απασχολούσε. Ο πατέρας ήπιε τον καφέ του, αλλά ένιωθε ότι έπινε φαρμάκι. Ήξερε πως αν ρωτούσε την γυναίκα ή την κόρη του για το συμβάν δεν θα μπορούσαν να του απαντήσουν, γιατί κι αυτές την ίδια αμφιβολία είχαν. Έφτασαν στο σημείο να αμφισβητήσουν το χαρτί, ότι ήταν της φαντασίας τους. Έψαχναν όλο το σπίτι σπιθαμή προς σπιθαμή, κρυφά ο ένας από τον άλλο,  μήπως και το βρουν, αλλά η κίνησή τους ήταν μάταιη. Το χαρτί είχε πράγματι εξαφανιστεί.

Έπρεπε να μοιραστούν με τους συγγενείς αυτό το βίωμα, αλλά θα τους περνούσαν για τρελούς. Μόνοι τους έπρεπε να βρουν την άκρη. Κάποια εξήγηση θα υπάρχει. Δεν μπορεί να μην υπάρχει. Η Ελένη έστρεψε τα νώτα της προς το μεταφυσικό. Εφόσον λογική εξήγηση δεν υπήρχε, υπήρχε η μεταφυσική. Οι γονείς θεώρησαν ότι το παιδί τους έχει δίκιο. Μεταφυσική κατάσταση όμως η μητέρα ήξερε ότι συνέβαινε όταν ένα άτομο χάνεται και βρίσκεται στα ξαφνικά. Ο πατέρας μεταφυσική κατάσταση όρισε όταν ένας άγιος κάνει καλά έναν άρρωστο και οι εξετάσεις δείχνουν την θεία επέμβαση. Τι άλλο θα μπορούσε να ισχύει στην περίπτωση αυτή; Ούτε το ένα είναι, ούτε το άλλο. Τότε η κόρη τους εξήγησε ότι ήταν κάποιο όραμα κι αυτό το ταξίδι ήταν σίγουρα αλληγορικό. Ένα ταξίδι στην ηρεμία, δεν μπορεί να είναι αληθινό ταξίδι και να μην το έχει ο χάρτης.

Οι γονείς αμφισβήτησαν τα λόγια της κόρης τους, διότι αυτή η γλώσσα ήταν άγνωστη γι’ αυτούς. Ο πατέρας όμως δεν ήθελε να πει την δική του άποψη. Προτίμησε τη σιωπή. Έπρεπε να βγάλουν από το μυαλό τους αυτή την ιστορία. Έμεινε στο όραμα που είπε η κόρη και πίστεψε ότι ο εφιάλτης για όλους τελειώνει εδώ. Άλλωστε το χαρτί δεν είναι πια στα χέρια τους, όλα τελείωσαν.

Η επανεμφάνιση του χαρτιού 

Για δύο μήνες η ιστορία με το χαρτί ξεχάστηκε. Έφυγε το καλοκαίρι και ήρθε το φθινόπωρο. Όμως,  μια μέρα του Σεπτέμβρη ο πατέρας είδε στα σκαλοπάτια του σπιτιού πεταμένο  έναν φάκελο. Όταν άνοιξε το φάκελο και είδε το περιεχόμενό του ήταν έτοιμος να σωριαστεί στο πάτωμα. Μέσα ήταν το γνωστό υπογεγραμμένο, αυτή τη φορά με μελάνι,  χαρτί που έγραφε ότι αυτή η οικογένεια πρέπει να ταξιδέψει. Είχε γνωρίσει τις υπογραφές. Όμως μαζί με το χαρτί αυτή τη φορά υπήρχαν και οδηγίες. Τώρα πια δεν μπορούσε να κάνει πίσω. Δεν ήξερε πως να ξεμπλέξει από την παγίδα που έβαλε τον εαυτό του και πήρε στο λαιμό του και την οικογένειά του. Δεν ήθελε να κάνει λόγο γι’ αυτό στην οικογένειά του. Ήταν κατηφής, δεν ήθελε να φάει. Όμως τον είχαν καταλάβει και ήταν πια μάταιο να κρυφτεί. Η πίεση που του άσκησαν να μιλήσει δεν τον άφησε να κρύβεται άλλο. Όση ώρα τους εξιστορούσε αυτό που του συνέβη, ένιωθε την αναπνοή του αργή, το μυαλό του είχε παγιωθεί. Έμοιαζε με αλλοπαρμένο.  Το δωμάτιο στα μάτια του γινόταν μεγαλύτερο και ο καναπές που καθόταν ένιωθε ότι τον πνίγει. Ήθελε να βγει έξω και να πάρει αέρα. Η ατμόσφαιρα στο σπίτι ήταν αποπνικτική. Πόσο εύκολα χαλάει η ηρεμία κάποιου και η κόρη του ανέφερε για ταξίδι στην ηρεμία. “Μάλλον στην δυστυχία έπρεπε να πει”  σκέφτηκε  ο πατέρας.

Μπήκε μέσα γιατί είδε σύννεφα στον ουρανό  και νόμιζε ότι θα βρέξει, αλλά  ο καιρός είχε τρελαθεί. Τελικά, αυτός ο Σεπτέμβρης ήταν ο πιο ζεστός. Δεν χάλασε ο καιρός. Τελικά, δεν έγινε το πρωτοβρόχι του Σεπτεμβρίου, όπως όλοι πίστευαν. Τα σύννεφα διέλυσαν αμέσως.  Ένιωσε την ανάγκη να καθίσει να διαβάσει τις οδηγίες. Ήπιε μια γουλιά από τον καφέ του, φόρεσε τα γυαλιά της πρεσβυωπίας, διότι λόγω της ηλικίας του ήταν πια αδύνατον να διαβάσει με τα μάτια του. Τα πολλά χρόνια τον έχουν κουράσει και σήκωνε πάνω στις πλάτες τις χαρές και τις λύπες που του έχει χαρίσει η ζωή και η οικογένειά του όλα αυτά τα χρόνια. Όμως αυτή η κατάσταση ήταν πρωτόγνωρη. Δεν μπορεί,  κάποια λογική εξήγηση θα υπάρχει.

Διάβασε μεγαλόφωνα αυτό το χαρτί για να το ακούσουν και τα άλλα δύο μέλη της οικογένειας’ η γυναίκα και η κόρη του. Εκείνη τη στιγμή κόπηκε το ρεύμα και δεν πρόλαβε να αρθρώσει την παραμικρή κουβέντα. Όμως από το παράθυρο εμφανίστηκε ένα λαμπερό φως από τον ουρανό που μπήκε στο σπίτι και το φώτισε σαν χίλιες λάμπες. Βοήθησε άνετα τον πατέρα  να διαβάσει το κείμενο.

“Η δύναμη της αγάπης και της πίστης μπορεί να μας ταξιδέψει στο όνειρο. Πιάστε όλοι μαζί τα χέρια κι αφήστε την αγάπη να σας κυριεύσει όλους. Σκεφτείτε που θέλετε να πάτε και η δύναμη της αγάπης θα σας οδηγήσει εκεί. Αν σκεφτείτε τρία διαφορετικά μέρη θα πάτε στο ίδιο και θα είναι σαν να πηγαίνατε στα μέρη που ζητήσατε”.  Η κόρη διάλεξε την Βενετία, αν και είχε ξαναπάει. Ο πατέρας διάλεξε την Κέρκυρα, ενώ η μητέρα διάλεξε ένα όμορφο μέρος οπουδήποτε. Έτσι το μέρος που βρέθηκαν είχε στοιχεία από τη Βενετία, την Κέρκυρα και φανταστικά που κανένα άλλο μέρος δεν είχε. Ο καθένας έβλεπε με το δικό του τρόπο αυτό το παράξενο μέρος. Κατά περίεργο τρόπο βρέθηκαν εκεί με τηλεμεταφορά.

Το περίεργο ταξίδι και η περίεργη πόλη. 

Ταξίδεψαν λοιπόν στη δική τους φαντασία. Έβλεπαν τις γόνδολες και πιο πέρα το Λίστον της Κέρκυρας που είχε μικρές ομοιότητες με την Πάτρα, ενώ οι δρόμοι ήταν πλακόστρωτοι. Τα κτίρια από πίσω είχαν φανταστική διαρρύθμιση, σαν να ήταν φτιαγμένα από αντιύλη ή από διάφορες πόλεις, διότι η μητέρα δεν ευχήθηκε κάτι συγκεκριμένο. Ήταν με την Ελένη, αλλά και δεν ήταν παράλληλα. Σαν να ζούσε ο καθένας τη δική του πραγματικότητα, αλλά και τις τρεις μαζί. Τους ένιωθε δίπλα της,  αλλά δεν μπορούσε να τους συμβουλευτεί. Κι όμως υπήρχε ένα ύψωμα που ήταν γεμάτο λουλούδια και φυτά. Εκεί υπήρχε το μοναδικό αναψυκτήριο- καφετέρια. Ήταν το μόνο μέρος που ήταν σε ύψωμα και  ανθηρό, διότι η υπόλοιπη πόλη ήταν χαμηλά και γεμάτη κτίρια δεξιά κι αριστερά, με πεζοδρόμια και καμάρες. Εκεί είδε κι άλλο κόσμο. Ίσως κι άλλοι ήθελαν να πάνε στα συγκεκριμένα μέρη τη συγκεκριμένη στιγμή  και ήταν πάρα πολλοί!!!

Ο τρόπος που κινούνταν όλοι στον πέτρινο δρόμο μέσα σ’ αυτή την πόλη  ήταν περίεργος. Ήταν όλοι  σκυμμένοι με τα τέσσερα, όπως προσεύχεται ένας Μουσουλμάνος, με τη διαφορά ότι δεν ήταν στάσιμοι για την προσευχή τους, αφού περπατούσαν με τα γόνατα και τα χέρια κάτω, δηλαδή γινόταν κάποια κίνηση από τα ίδια τα άτομα πάνω στον πλακόστρωτο δρόμο. Η κίνηση των ποδιών και των χεριών  γινόταν κάπως αλλιώς. Όμως όταν σταματούσαν να αγοράσουν καρτούλες από τα μαγαζιά περπατούσαν κανονικά πάνω στο πεζοδρόμιο κι επέστρεφαν σ’ αυτό που έκαναν με μεγάλο ζήλο. Τοποθετούσαν λοιπόν  σε κάθε βήμα  κάρτες που ήταν σε σχήμα και μέγεθος επαγγελματικής κάρτας, άσπρου χρώματος, και πατούσαν με τα γόνατα και τις παλάμες πάνω σ’ αυτές. Κάθε βήμα που έπρεπε να κάνουν γινόταν, αφού προμηθεύονταν τις καρτούλες από τα γύρω μαγαζιά και έπρεπε να πατάνε μόνο πάνω σ’ αυτές με τα γόνατα και τις παλάμες των χεριών τους. Σε τέσσερις περίπου γήινους μήνες έπρεπε να τελειώσουν αυτήν την διαδικασία για να φτάσουν στο τέρμα του δρόμου,  που τους περίμενε η ευτυχία που ήταν διαφορετική για τον καθένα. Η Ελένη αντίκρισε από ψηλά  αυτή την κατάντια,  όπως την είπε, και ήταν βυθισμένη στις σκέψεις της. Ενώ ένιωθε γύρω της τους γονείς της, ενώ στην ουσία ήταν μόνη.

Η άρνηση της Ελένης να βαδίσει τον επίπονο δρόμο

Αφού κάθισε στο ύψωμα στην μοναδική καφετέρια-αναψυκτήριο που υπήρχε και έβλεπε από ψηλά το τοπίο αυτό,  δεν έκανε τον κόπο να ανοίξει την κάμερα. Δεν της άρεσε αυτό που είδε, κι ας ήταν όμορφο το τοπίο. Φωτογραφία δεν τραβήχτηκε ούτε λήψη βίντεο. Αρνήθηκε να βαδίσει με τον υπόλοιπο κόσμο. Ήταν για λύπηση. Πώς να μπει μέσα σ’ αυτούς; Η μητέρα είδε ότι άδικα πήρε χρήματα μαζί της, όπως κι ο πατέρας τα φάρμακα. Εδώ υπήρχαν τα πάντα. Δεν πλήρωναν με υλικά χρήματα, αν και πάντα  πλήρωναν. Πώς πλήρωναν,  μόνο οι ίδιοι ήξεραν.  Τόσο μάλλον εγώ για να το πω και σε σας.

Τότε, την κατάλληλη στιγμή,  εμφανίστηκαν οι γονείς και είπαν στην Ελένη να βαδίσει αυτό το δρόμο. Όταν στείλεις κάποιον όμως με το ζόρι να κάνει κάτι, ποτέ δεν θα το κάνει σωστά και θα είναι όλο αντίδραση. Κανένας άλλος δεν διαμαρτυρήθηκε. Η Ελένη, με βαριά καρδιά,  πήρε κάποιες καρτούλες και μια λεπτομέρεια την έκανε να καταλάβει λίγο αργότερα, ένα μεγάλο σφάλμα που έκανε στην πορεία αυτής της μετακίνησης ή μάλλον κάτι σημαντικό που δεν έκανε από άγνοια.  Κάθε ένας απ’ αυτούς που πατούσε πάνω στις καρτούλες δεν παρέλειπε να γράφει το όνομά του. Η Ελένη κάθε βήμα που έκανε το άφηνε κενό. Κανείς δεν βρέθηκε να της πει πόσο λάθος έκανε.  Οι καρτούλες της τελείωναν και όλο αγόραζε και συνέχιζε να κάνει, ώσπου βαρέθηκε και τα παράτησε στη μέση. Όρισε κάποιο συγκεκριμένο  τέλος, αλλά ακόμη δεν συνειδητοποίησε  αυτό το λάθος’ να μην γράφει το όνομά της σε κάθε πέρασμα. Σταμάτησε και είδε το χώρο γεμάτο καρτούλες που είχαν πάρει ένα συμμετρικό σχήμα και γέμισαν όλο το δρόμο. Κάποια στιγμή κουράστηκε και ήθελε να τα παρατήσει. Τότε είδε τη μητέρα της να της ζητά να συνεχίσει. Και πρόσεξε ότι η διπλανή της είχε γράψει το όνομά της. Την έπιασε πανικός και γύρισε πίσω. Διαπίστωσε,  με λύπη,  ότι οι καρτούλες της είχαν κλαπεί, εφόσον συμπληρώθηκαν με άλλα ονόματα. Δεν μπορούσε πια να τις χρησιμοποιήσει.  Διαμαρτυρήθηκε έντονα, αλλά δεν υπήρχαν αποδείξεις ότι ήταν δικές της, διότι με το πέρασμα της δεν έγραφε πουθενά το όνομά της. Όταν έβλεπαν ότι μια καρτούλα είχε όνομα δεν την ακουμπούσαν. Είχαν δικαίωμα όμως να κλέψουν τις κενές. Τώρα, δεν ήθελε να αρχίσει από την αρχή.

Έφυγε από εκείνο το καταραμένο μέρος απογοητευμένη και πήγε στην καφετέρια. Κάποιος θαμώνας την μάλωσε που τα παράτησε και της είπε ότι έπρεπε να πάει  εκεί, με τους άλλους, να ξαναπροσπαθήσει,  αλλιώς είναι ανεπιθύμητη σ’ αυτή την περιοχή. Τότε εκείνη αντέδρασε άσχημα και είπε “Ευτυχώς που δεν έβγαλα καμία φωτογραφία απ’ αυτό το μέρος, δεν άξιζε τελικά”.  Όλοι λυπήθηκαν για την αντίδρασή της, και τη διαπίστωση αυτή,  αλλά δεν μίλησαν. Ίσως μιλούσε η αγανάκτηση και η απογοήτευσή της εκείνη την ώρα  και όχι αυτή.

Η Ελένη άλλαξε γνώμη και ξαναπροσπάθησε. 

Κάποιος γνωστός του πατέρα της βρέθηκε λίγο αργότερα  εκεί και την κοίταζε καλά – καλά. “Δεν υπάρχει άνθρωπος” της είπε “να έρθει εδώ και να φύγει δυσαρεστημένος. Απλά, δεν είσαι κατατοπισμένη σωστά και οφείλω να σε ενημερώσω. Θα αλλάξεις γνώμη,  είμαι σίγουρος… Έπρεπε πριν ξεκινήσεις την πορεία σου να δεις τι κάνουν οι άλλοι. Εσύ βιάστηκες να προχωρήσεις και δεν έγραψες το όνομά σου για να κατοχυρώσεις την πορεία σου. Είναι φυσικό να σε κλέψουν και να μην μπορείς να το αποδείξεις”.  Έκανε μια παύση για λίγο και συνέχισε για αρκετή ώρα να της μιλά. Τα λόγια του ακούμπησαν την ψυχή της και την  έπεισε να ξαναδοκιμάσει. Στο τέλος συμπλήρωσε στο μονόλογό του ότι “πρέπει να βλέπεις το κάθε βήμα σαν επιτυχία δική σου, διότι θα σε οδηγούσε εκεί που θέλεις κι όχι σαν εκμετάλλευση, όπως εσύ το βλέπεις. Ένας διαρκής αγώνας είναι η ζωή. Εκείνοι που βλέπεις να περπατούν με τα γόνατα δεν το βλέπουν έτσι. Όταν δεις κάτι με στραβό τρόπο από την αρχή, τότε όλα στραβά θα πάνε. Η ουσία των πραγμάτων είναι πως ακριβώς τα βλέπεις εσύ και γίνονται όμορφα ή άσχημα στα μάτια σου. Όταν αγωνίζεσαι η επιτυχία είναι δεδομένη. Τίποτα δεν σου χαρίζεται. Κανείς δεν θα σε κρίνει πως πέτυχες. Θα σε θαυμάζει γιατί πέτυχες. Αυτοί που κρίνουν άσχημα τους άλλους δεν έχουν τα κότσια να γίνουν όπως αυτούς. Αυτοί βήμα- βήμα εξασφαλίζουν την ζωή τους. Αυτός που βλέπει όμως και τους κρίνει άσχημα, δεν έχει τίποτα και μένει επικριτής των πετυχημένων ανθρώπων, δεν έχει το θάρρος να αγωνιστεί, να γίνει σαν κι αυτούς ή να τους ξεπεράσει,  διότι δειλιάζει. Αν ακόμη θέλεις να φύγεις- φύγε. Πολύ ευχαρίστως θα σου ανοίξω την αστρική πύλη και θα βρεθείς στο σπίτι σου σε λίγα  δευτερόλεπτα. Πραγματικά, αυτό θες; Για μας δεν είναι δύσκολο αυτό. Για σένα θα είναι πίκρα”.  Η Ελένη, όση ώρα μιλούσε ο άνθρωπος δεν έβγαλε κουβέντα. Το μυαλό της στριφογύριζε προς πάσα κατεύθυνση. Σηκώθηκε σιωπηλή και έδειξε ότι θέλει να γυρίσει πίσω. Νιώθει ότι πήρε μια βεβιασμένη απόφαση και έπρεπε άμεσα να την αλλάξει, πριν είναι αργά. Όμως θα αγόραζε αυτή τη φορά  περισσότερες κάρτες. Ένα κιβώτιο γεμάτο για να μην αγοράζει συνέχεια. Τώρα θα έγραφε το όνομά της. Ο άνθρωπος που την είδε να φεύγει κατάλαβε τελικά ποια απόφαση είχε πάρει. Της χαμογέλασε και της είπε να έχει υπομονή και να μη βιάζεται να κρίνει κάποιες καταστάσεις. Δεν είναι όπως φαίνονται. Με ένα νεύμα του κεφαλιού έδειξε να συμφωνεί μαζί του.

Στο μαγαζί 

Πήγε επιτέλους στο μαγαζί να αγοράσει τις καρτούλες. Ζήτησε ολόκληρο κιβώτιο, για να μην κάνει τον κόπο να διακόπτει κάθε φορά αυτή την κίνηση. Θα το είχε μαζί της κι ας ήταν βαρύ.  Η πωλήτρια επέμενε ότι αυτό δεν γίνεται. Εκείνη ήταν έτοιμη για καβγά. “Δεν υπάρχει ένας αρμόδιος να αποταθώ; Είναι κουραστικό να αγοράζω τις καρτούλες λίγες- λίγες.” Η πωλήτρια της απάντησε: Υπάρχει ένας λογιστής. Αρμόδιος ρυθμιστής τέτοιων θεμάτων. Επειδή δεν μας δημιούργησε κανείς μέχρι σήμερα τέτοιο πρόβλημα, κάθεται μόνιμα στο αναψυκτήριο και επιβλέπει τους νέους επισκέπτες, αν συμβεί κάτι. Αν τον βρεις στα κέφια του και  δεχτεί να σου μιλήσει και τον πείσεις,  θα με ενημερώσει και θα σου δώσω” Η Ελένη ικανοποιήθηκε. “Τελικά με τις φωνές καταφέρνεις να γίνει το δικό σου, ακόμα και στην φαντασία”  σκέφτηκε η Ελένη και κατάφερε επιτέλους το ακατόρθωτο.   “Και μην ξεχνάς, αν αυτός πει το ναι, θα σε εξυπηρετήσω, αλλιώς θα κάνεις ό,τι οι άλλοι”. Συμπλήρωσε η πωλήτρια όταν την είδε να κοντοστέκεται στην πόρτα έτοιμη για να φύγει. Όμως η Ελένη πριν φύγει, σκέφτηκε κάτι άλλο την τελευταία στιγμή και της το είπε περιχαρής. “Δώσε μου λίγες καρτούλες τώρα μέχρι να γίνει αυτό, για να δω αν μπορώ να πετύχω σωστά αυτή την κίνηση, ώστε  να μην πάρω το ολόκληρο κιβώτιο και δεν πετύχω τίποτα και ωφελήσω με την αμάθεια μου άλλους”. “Αυτό ναι, μπορώ να το κάνω. Θα σου δώσω το μέγιστο ποσό καρτών που μπορώ να δώσω σαν μαγαζί. 100 τεμάχια.   Άρχισες να σκέφτεσαι σωστά. Αυτό θα σου βγει σε καλό”. Δεν της απάντησε τίποτα. Έφυγε βιαστικά για να δοκιμάσει την προσπάθειά της. Είχε αγωνία αν θα πετύχει. Ήθελε να το πιστέψει!!!

Η πρώτη πετυχημένη προσπάθεια 

Πραγματικά, οι 100 καρτούλες  της εξασφάλισαν την δυνατότητα να πορευτεί σωστά, αφού αυτή τη φορά δεν παρέλειψε να γράψει το όνομά της. Τώρα πια μπορούσε να συνεχίσει σωστά. Θα συνέχιζε από αυτό το σημείο που σταμάτησε, διότι ήταν δική της ιδιοκτησία, υπήρχε το όνομά της. Δεν θα μπορούσε κανείς να της το κλέψει ή να το παραβιάσει, αφού δεν θα έχει δικαίωμα να περάσει πάνω  από τις καρτούλες της. Έχασε πολύτιμο χρόνο να το ανακαλύψει αυτό, αλλά κάλλιο αργά παρά ποτέ λέει ο λαός.  Δεν ήταν τόσο φοβερό τελικά. Ίσα- ίσα ένιωθε ικανοποίηση για κάθε βήμα που έκανε σωστά κάθε φορά και προχωρούσε με μανία να καταφέρει το πολυπόθητο αποτέλεσμα. Ώσπου πια τελείωσαν οι κάρτες.   Σαν θεατής ούτε μπορούσε να το καταλάβει, ούτε να το νιώσει. Είχε δίκιο αυτός ο άνθρωπος κι ευχαριστούσε τον θεό που την εμπόδισε να τα παρατήσει στη μέση, όταν είχε πάρει τη βεβιασμένη απόφαση να τα παρατήσει στη μέση και να φύγει. Η φυγή δείχνει δειλία. Βαθιά μέσα της το ήξερε αυτό.

Πήγε να βρει το λογιστή και ξαφνιάστηκε όταν αντίκρισε μπροστά της εκείνον τον καλό κύριο που με το γλυκό του λόγο  την έκανε να αλλάξει γνώμη. Εκείνος χαμογέλασε που την είδε ξανά  και ήθελε να μάθει τι άλλο πρόβλημα είχε. Απόρησε που ήταν η μόνη που διαρκώς αντιδρούσε κι εξαιτίας της είχε δουλειά. Όμως έπρεπε να την βοηθήσει. Αυτό που ζήτησε του φάνηκε παράλογο, διότι είναι πιο επίπονο να σηκώνει το βάρος κάθε φορά που προχωρά ένα βήμα, παρά να πάει κάποιες βολτούλες στα μαγαζιά και να πάρει τις κάρτες που απαιτούνται. Αυτό θα την βοηθούσε να ξεμουδιάσει λίγο. Κατάλαβε ότι ήταν τεμπέλα. ” Όποιος βαριέται να ζυμώσει, δέκα μέρες κοσκινίζει”. Της είπε. “Κινήσου και λίγο, έχεις σκουριάσει πια. Δεν είναι ταλαιπωρία να κινείσαι και να σταματάς”. Εκείνη επέμενε να σηκώσει όλο το βάρος των καρτών, για να γλιτώσει τις συνεχείς μετακινήσεις από μαγαζί σε μαγαζί. Ο λογιστής γέλασε. Χρόνια είχε να γελάσει έτσι. “Το βάρος δεν θα σου αρέσει. Θα θέλεις να απαλλαγείς και δεν θα μπορείς της είπε. Επιμένεις ακόμη ότι θέλεις το κιβώτιο, παρά να διακόπτεις την πορεία; Για μένα είναι το ίδιο, αλλά αν εσένα σε βολεύει, ας γίνει έτσι. Πήγαινε στο μαγαζί και πες στην κοπέλα να σου δώσει το κιβώτιο. Εκείνη όμως θα επιλέξει ποιο θα πάρεις. Όχι εσύ”. “Έγινε!!!” είπε χαρούμενη που πέρασε το δικό της  και του έδωσε το χέρι. Ο λογιστής δεν σταμάτησε να γελά, ενώ η Ελένη κατέβασε ντροπιασμένη το κεφάλι, σαν να έκανε κάτι πολύ γελοίο. Μήπως δεν ήταν;

Σ’ αυτή την πόλη ο λογιστής δεν έκανε λογαριασμούς, διότι λεφτά δεν υπήρχαν. Όπως είπαμε οι πληρωμές γίνονταν με έναν άγνωστο τρόπο. Ήταν ο υπεύθυνος για την σωστή μετακίνηση των εμπορευμάτων και την διαχείριση αυτών. Επίσης εξυπηρετούσε όσους είχαν παράπονα κι επειδή κανένας δεν είχε παράπονα, ήταν μονίμως άνεργος, μέχρι που δούλεψε για να εξυπηρετήσει την δύσκολη Ελένη.  Δεν βρέθηκε κανείς να της λύσει την  απορία πως ένας λογιστής έχει τέτοια αρμοδιότητα εδώ. Έμοιαζε όμως σαν φύλακας που μονίμως κάθεται και επιβλέπει τους πάντες και τα πάντα.

Εδώ κάποιες καταστάσεις είναι διαφορετικές. Είμαστε στην ζώνη του λυκόφωτος μην το ξεχνάμε.  Άρα, ακόμα κι αυτό μπορεί να είναι εξίσου διαφορετικό.  Βυθισμένη στις σκέψεις της, περπατούσε και μονολογούσε “Άραγε,  γιατί του φάνηκε αστείο του λογιστή;” Χωρίς να το καταλάβει,  βρέθηκε έξω από το μαγαζί. Τι μπορούσε να πάθει; Ήταν ξεκουραστικό γι’ αυτήν και θα τελείωνε πιο γρήγορα, χωρίς διακοπές. Ήταν έξυπνη και καυχιόταν γι’ αυτό.

Στο μαγαζί και στην  αποθήκη 

Στο μαγαζί μπήκε πια με άλλο θάρρος. Απαιτούσε να εξυπηρετηθεί αμέσως, διότι βιαζόταν να βαδίσει αυτό τον δρόμο. Θα το έκανε όρθια. Δεν θα έσκυβε όπως οι άλλοι θα έφτιαχνε έναν νέο νόμο. Δεν ξέρει αν αυτό είναι επαναστατικό, αν είναι εφικτό να γίνει, αλλά ήλπιζε να φτιάξει τις άσχημες συνθήκες των ταξιδιωτών, και θα της έκαναν άγαλμα γι΄ αυτό. Ζήτησε λοιπόν να της δώσουν το κιβώτιο που ενέκρινε ο λογιστής. “Δεν είμαι εγώ αρμόδια γι’ αυτό”. “Μα ο λογιστής είπε…” “Ξέρω καλά τι είπε ο λογιστής.  Άλλαξαν τα σχέδια.  Πήγαινε στην αποθήκη. Θα σε εξυπηρετήσει ένας άνδρας. Αυτός θα αποφασίσει τι θα γίνει με σένα.  Δεν πρέπει να πάρεις το πακέτο από γυναικείο χέρι. Είναι εντολή του λογιστή. Έκανε λάθος από το πολύ relax. Το σκέφτηκε κατόπιν  και με ενημέρωσε εγκαίρως.   Μόνο ανδρικό χέρι πρέπει να σου το δώσει”. “Ας γίνει έτσι λοιπόν” είπε η Ελένη και προχώρησε  προς την αποθήκη βιαστική,  ξεχνώντας να χαιρετήσει και να ευχαριστήσει την πωλήτρια.

Εκεί την περίμενε ένας πανέμορφος άνδρας, ο άνδρας των ονείρων της. Δίπλα του υπήρχαν  3 κιβώτια με καρτούλες. Το ένα κιβώτιο ήταν χρυσό, ανοικτό και σχεδόν άδειο. Μισογεμάτο δηλαδή. Έλειπαν σχεδόν οι μισές κάρτες. Τα δύο μαύρα ήταν ασφυκτικά   γεμάτα και ερμητικά κλειστά.  Της είπε να πάρει το χρυσό και επέμενε γι΄αυτό. Η Ελένη αντέδρασε έντονα  ότι τα μαύρα ήταν γεμάτα και θα ήταν καλύτερη η αποτελεσματικότητα στο δρόμο της. Εκείνος της είπε ότι ενώ φαίνονται λίγες οι καρτούλες είναι αρκετές να κάνει τη δουλειά της, φτάνει να την κάνει σωστά.  “Ο λογιστής σου είπε ότι πρέπει να πάρεις αυτές που θα επιλέξουμε. Αυτό οφείλεις να κάνεις λοιπόν”. Δεν της άφησε άλλα περιθώρια να αντιδράσει. “Πάει τέλειωσε” της είπε και έβαλε σε μία άκρη για να καταστρέψει στην πυρά τα δύο μαύρα κιβώτια.  “Μα οι καρτούλες είναι μέσα άσπρες”. “Άσπρες ήταν κι αυτές που περιείχαν τα μαύρα κιβώτια. Αν είσαι έξυπνη, όπως λες, σκέψου γιατί σου έδωσα κάρτες από το χρυσό κιβώτιο”. “Καλύτερες είναι οι λίγες χαρές από τις πολλές πίκρες”. “Ακριβώς. Θα έχεις λίγες και καλές χαρές από εδώ και πέρα και καθόλου πίκρες. Αυτές οι πίκρες έχουν διαπλάσει αυτό τον απαίσιο χαρακτήρα που είχες. Τώρα θα γίνεις άλλος άνθρωπος. Πάρε λοιπόν τις καρτούλες και τελείωνε αυτό που άρχισες και άφησες στη μέση. Θα βρεις την ευτυχία. Κάνε υπομονή!”  “Σ’ ευχαριστώ. Έτσι θα γίνει”. Ένιωσε για λίγο ότι μίλησαν με τη δύναμη της ψυχής και είπε ότι κάποτε θα συναντηθούμε εμείς.  Κι εκείνη του απάντησε ότι θα το επιδιώξει αυτό.

Η νέα δοκιμασία, η τελική επιτυχία  και το τέλος της ιστορίας μας.   

Πήγε στο σημείο που άφησε τις 100 καρτούλες και είδε γραμμένο το όνομά της. Πατούσε στα σημεία που είχε ξαναπεράσει, αλλά αυτή τη φορά το βάρος ήταν διπλάσιο. Όμως δεν το ένιωθε,  γιατί τα ανακουφιστικά νέα την έκαναν δυνατή. Που και πού πονούσε τα γόνατά της,  γιατί δεν σταματούσε στα μαγαζιά να ξεμουδιάσει λίγο και να συνεχίσει. Τώρα κατάλαβε γιατί γελούσε ο λογιστής. Ήταν πιο δύσκολη η κίνηση, σε σχέση με τους άλλους που ξεκούραζαν τα γόνατά τους και δεν κουβαλούσαν μαζί τους βαρύ φορτίο. Όμως ήταν χρυσό και όχι μαύρο. Με τη σκέψη ότι υπήρχαν και μαύρα κιβώτια και θα ήταν πιο βαριά ανακουφιζόταν.

Τότε της ήρθε μια τρελή  ιδέα. Είδε ότι όλα τα πεζοδρόμια οδηγούσαν στο τέλος του δρόμου. Δεν θα ήταν πιο ξεκουραστικό αν πήγαινε πεζή  απ’ αυτά; Να μην περνούσε από τον πέτρινο  δρόμο.  Να περνούσε μόνο μέσα απ’ αυτά για να φτάσει πιο γρήγορα  στο τέρμα χωρίς κόπο; Τότε ένιωσε ότι πήγαινε να κάνει ένα νέο λάθος και να βάλει σε νέες περιπέτειες τον εαυτό της. Δεν ήθελε να το πράξει, διότι με την απερισκεψία της έπαθε πολλά. Αν ήταν η σωστή λύση, θα το είχαν κάνει κι άλλοι. Δεν ήθελε πια να δοκιμάσει την όρθια στάση. Ήθελε να συνεχίσει όπως ξεκίνησε. Όταν ξέρεις που οδηγεί μια κατάσταση δεν κάνεις πειράματα. Καλύτερα να βαδίζεις έτσι όπως ξεκίνησες παρά να κάνεις πειραματισμούς που θα σε πάρουν πολύ πίσω ή θα σε βγάλουν από την πορεία σου. Έχει μάθει πια τι πρέπει να κάνει. Μόλις τελείωνε θα άλλαζε η ζωή της. Στο χέρι της είναι να φτάσει στην  ώρα της. Ευκαιρίες της δόθηκαν, φτάνει να το χειριζόταν σωστά. Αυτός ήταν πια ο σκοπός της και δεν θα άλλαξε πορεία. Σίγουρα θα την οδηγούσε στην ευτυχία.

Αγαθά κόποις κτώνται έλεγαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι. Το ίδιο ισχύει και με την ευτυχία. Ήταν γνώστης πια της αλήθειας και δεν ήθελε να το αλλάξει. Έτσι δεν θα λοξοδρομούσε και θα έφτανε στο στόχο της με πείσμα και με δύναμη. Από τη στιγμή που τα κατάφερε μόνη, δεν ένιωθε πια τους γονείς της. Ήξερε ότι μπορούσε να τα καταφέρει μόνη και το πέτυχε. Ο κάθε άνθρωπος βαδίζει τον ίδιο δρόμο με τους άλλους. Ο τρόπος διαφέρει και το αποτέλεσμα για τον καθένα, φτάνει να μην τα παρατάει γιατί είναι πια πολύ αργά. Τελικά, η μόνη απορία που μου γεννήθηκε εδώ είναι αν πέρασε καλά η Ελένη στο ταξίδι αυτό. Εσείς τι λέτε;

 

ΤΕΛΟΣ 

Στη ζώνη του λυκόφωτος

Αφήστε μια απάντηση

Πριν αφήσετε κάποιο σχόλιο διαβάστε τα εξής:

 
  • - Τα σχόλια σας θα πρέπει να εγκριθούν από τους διαχειριστές της ιστοσελίδας πριν δημοσιευτούν.
  • - Παρακαλούμε χρησιμοποιήστε Ελληνικούς χαρακτήρες, σχόλια γραμμένα σε greeklish δεν θα εγκρίνονται.
  • - Όνειρα που βλέπετε Σάββατο βράδυ προς ξημερώματα Κυριακής δεν θα εξηγούνται. Αν σ' αυτή την ημερομηνία γράφετε όνειρα άλλων ημερών αυτό υποχρεωτικά πρέπει να επισημαίνεται, για να λαμβάνουν απάντηση και τα όνειρα αυτά. Όταν όμως γράφετε όνειρα με Κυριακάτικη ημερομηνία και είναι άλλων ημερών, πρέπει να γίνεται υποχρεωτική επισήμανση αυτού, ώστε να παίρνουν άμεσα απάντηση, αποφεύγοντας την ερώτηση αν είναι Κυριακάτικο. Όταν δεν υπάρχει επισήμανση, θα θεωρούνται Κυριακάτικα και δεν θα παίρνουν απάντηση.
  • - Όνειρα που βλέπετε Σάββατο βράδυ προς ξημερώματα Κυριακής δεν θα εξηγούνται.
  • Διαβάστε τους όρους χρήσης μας
  • - Να είστε υπομονετικοί, οι χρήστες που απαντούν στα σχόλια σας είναι εθελοντές και θα σας απαντήσουν μόλις μπορέσουν.
  • -Παρακαλούμε διαβάστε τους παραπάνω όρους πριν καταχωρήσετε κάποιο σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο