Η ιστορία μας αρχίζει μια φθινοπωρινή βραδιά, όταν η Αναστασία πήγε σε ένα παλιατζίδικο, για να αγοράσει ένα βάζο, ώστε να στολίσει μια γωνιά του γραφείου της. Ήταν μια καταξιωμένη δικηγόρος, με πολλές επιτυχίες στο ενεργητικό της. Είχε μια σχέση με το Γεράσιμο, έναν συμβολαιογράφο που καταγόταν από την Κεφαλλονιά, γόνο αριστοκρατικής γενιάς. Ο πατέρας του είχε εργοστάσιο κρασιών, το οποίο ανέλαβε ο αδερφός του. Ζούσε με τους γονείς της (τον πατέρα και τη  μητριά της)  και την εικοσιεπτάχρονη αδερφή της. Ετοίμαζε το γάμο της,  ο οποίος θα γινόταν σε πέντε μήνες. Είχε πολύ καλό χαρακτήρα και όλο με το χαμόγελο στο στόμα την έβλεπε κάποιος. Δεν είχε ιδιοτροπίες κι αυτό το χαρακτήρα εκτίμησε κι αγάπησε ο Γεράσιμος, που από την πρώτη στιγμή που την είδε, την ζήτησε από τους γονείς της.

Την ίδια φαεινή ιδέα είχε εκείνη την βραδιά ο Χρήστος. Ο Χρήστος ήταν άγαμος και από σχέση απαλλαγμένος, όπως έλεγε, και ζούσε με την μαμά του. Δεν πίστευε στον έρωτα. Δεν του άρεσαν ούτε οι άνδρες, ούτε οι γυναίκες. Δεν είχε πιστεύω, δεν είχε θρησκεία. Το μόνο που λάτρευε ήταν η δουλειά του, αλλά δεν έλεγε όχι στα φακελάκια σαν γιατρός που ήταν,  για να κάνει καλά έναν ασθενή. Η μόνη που αγαπούσε ήταν η μάνα του, επειδή της είχε υποχρέωση που τον έφερε στον κόσμο. Ήθελε να αγοράσει ένα βάζο για τη μητέρα του, που σήμερα είχε τη γιορτή της. Ήθελε να της το κάνει δώρο. Βρέθηκαν λοιπόν στο ίδιο μαγαζί.

Μην θεωρήσετε ότι είχαν πραγματικά τον ίδιο χαρακτήρα. Ο Χρήστος σπάνια έκανε δώρα. Ήταν κλειστός χαρακτήρας, αφοσιωμένος στη δουλειά του, ποδοσφαιρόφιλος, ιδιότροπος, γκρινιάρης, αλλά ήταν ένας καταξιωμένος καρδιοχειρουργός που έσωσε πολύ κόσμο από τον θάνατο. Όλοι τον σέβονταν επειδή ήξερε καλά τη δουλειά του και είχε πολλές επιτυχίες.  Τα φαγητά που έτρωγε η Αναστασία,  αυτός δεν τα έβαζε στο στόμα του. Το αντίθετο γινόταν από την άλλη πλευρά. Εκείνος ήταν φανατικός οπαδός του Ολυμπιακού, εκείνη του Παναθηναϊκού. Τίποτα δεν τους ένωνε. Φυσικά, ο ένας είχε ακουστά τη φήμη του άλλου, αλλά ποτέ η μοίρα δεν τους έφερε κοντά να γνωριστούν. Αλλά, όπως θα διαπιστώσετε, αυτή την περίεργη μέρα ήρθαν τόσο κοντά όσο κανείς άλλος.

Εκείνη την ημέρα ο δρόμος τους, τους έφερε στο ίδιο παλιατζίδικο. Βρέθηκαν πελάτες της κυρίας Ματίνας, η οποία ήταν χήρα και είχε δύο παιδιά. Την προηγούμενη μέρα ένας απελπισμένος έφερε ένα σιντριβάνι και ήθελε να απαλλαγεί απ’ αυτό, γιατί του έκανε μεγάλο κακό, όπως της είπε. Το πήρε για φεγκ σούι αλλά… Δεν άντεξε να πει τη συνέχεια. Η κυρά Ματίνα για να το πουλήσει δεν θα έλεγε τίποτα στον υποψήφιο αγοραστή.

Αυτό τον καιρό είχε οικονομικά προβλήματα και θα προσπαθούσε να μοσχοπουλήσει το καθετί, γιατί η οικονομική κρίση μείωσε την σύνταξη του μακαρίτη που έπαιρνε, με αποτέλεσμα να μην τα φέρνει βόλτα.
Πρώτα μπήκε στο μαγαζί εκείνη. Είδε το βάζο και το άφησε στο ταμείο. Έλα όμως που το έβαλε και  εκείνος στο μάτι και ήθελε να το αποκτήσει!

– Με συγχωρείτε, αλλά εγώ το είδα πρώτη.

– Πόσα δώσατε για να το πάρετε; Θα σας δώσω τα διπλά, τα τριπλά, ό,τι θέλετε.

– Δεν το πλήρωσα ακόμα.

– Αυτό με βολεύει. Άρα, ακόμα έχω τη δυνατότητα να το διεκδικήσω.

– Αν ήσασταν ιππότης θα το παραχωρούσατε σε μια κοπέλα και θα ψάχνατε κάποιο άλλο.

– Ποιος σας είπε ότι είμαι. Αυτά είναι ξεπερασμένα. Ο καθένας βλέπει το συμφέρον του σήμερα. Λοιπόν κυρά μου πόσα θέλεις για να μου το παραχωρήσεις για να τελειώνουμε;

– Επειδή είμαι κυρία και δεν θέλω να πέσω στο επίπεδό σου στο παραχωρώ. Δεν θέλω τα λεφτά σου, κράτα το!

-Τι είναι αυτό; Είπε ο Χρήστος δείχνοντας το σιντριβάνι.

-Κρύβει μια πονεμένη ιστορία. Αυτός που το πούλησε το στερήθηκε με βαριά καρδιά. Είπε η ιδιοκτήτρια του μαγαζιού.

Του έφερε γούρι. Όμως, η ανάγκη βλέπεις!

– Πάντως όχι λεφτά. Αλλιώς θα το κρατούσε.  Είπε ο Χρήστος.

– Αχ γιατρέ μου, δεν είναι το παν στον κόσμο τα λεφτά.

–Μπα, είσαι γιατρός; Άμα αρρωστήσω, δεν θα σε προτιμήσω, σκέφτηκε εκείνη, αλλά η ανατροφή της δεν την άφησε να του το πει κατάμουτρα.

– Βάλτε το σε λειτουργία να δω.

– Πω! Πω! Τι ωραίο πράγμα είναι αυτό!

 Εκείνη την ώρα εκείνη το είδε και το ήθελε διακοσμητικό για το γραφείο της, εκείνος το ήθελε διακοσμητικό για το δωμάτιό του. Το άρπαξαν και οι δύο και μαλώνανε σαν τα κοκόρια ποιος θα το πρωτοπάρει.

– Αχ και να μπορούσα να υπερισχύσω κι αυτή τη φορά, αλλά αυτή τη φορά θα πολεμήσω με την καλοσύνη μου να γίνει δικό μου!

– Πείσμα εσύ, πείσμα εγώ να δούμε ποιος θα νικήσει στο τέλος! Είπε ο Χρήστος. νευριασμένος και το άρπαξε.

– Ηρεμήστε παιδιά, θα το σπάσετε!

– Μα δεν την βλέπεις την κατσίκα!

– Κι εσύ γιατρέ μου δεν πας πίσω. Έλα δικηγορίνα μου, ηρέμησε.

– Δικηγόρος είσαι; Αμάν! Αν είχα πρόβλημα δεν θα σε εμπιστευόμουν.

–   Θου Κύριε φυλακί τω στόματί μου μην πω τα ανάλογα.

– Τι έχεις δηλαδή να πεις;

– Η σιωπή μου προς απάντησή σου!

— Αχ και να ήταν δικό μου σκέφτηκε αυτός.

— Αχ και να ήταν δικό μου σκέφτηκε κι αυτή.

Τότε μια πράσινη λάμψη βγήκε μέσα από το σιντριβάνι και οι δύο έμειναν μαρμαρωμένοι. Η κυρα Ματίνα σταυροκοπιόταν δεν ήξερε τι θα μπορούσε να συμβεί, ούτε πήγαινε το μυαλό της τόσο μακριά. Τι ήταν αυτό που έβαλε μέσα στο μαγαζί της;

Πραγματικά, έγινε κάτι περίεργο. Οι ψυχές των δύο πελατών έκαναν ένα αστρικό ταξίδι με αποτέλεσμα να γίνει λάθος στην επιστροφή των σωμάτων. Δηλαδή, η ψυχή της  Αναστασίας  μπήκε στο σώμα του Χρήστου και αντίθετα, η ψυχή του Χρήστου μπήκε στο σώμα της Αναστασίας. Όταν το συνειδητοποίησαν άρχισαν να στριγκλίζουν κι έφυγαν από το μαγαζί χωρίς να αγοράσουν το παραμικρό.
Το τηλέφωνο της Αναστασίας  χτύπησε και ήταν ο Γεράσιμος.

– Αγαπούλα μου εσύ είσαι;

Τώρα άρχισε να συνειδητοποιεί την αλήθεια. Ήταν ένας εφιάλτης αυτό που ζούσε.

– Δεν μας παρατάς κι εσύ!

–  Σουλίτσα μου, πώς μου μιλάς έτσι;

– Όπως θέλω σου μιλάω, δικαίωμά μου δεν είναι;

– Όχι βέβαια, για τη στάση σου έχεις να δώσεις λόγο.

– Με συγχωρείς έχω μια εγχείρηση αύριο και είμαι…

– Θα κάνεις εγχείρηση γλυκιά μου, πάσχεις από κάτι;

– Όχι αλλά… Δεν ήξερε τι να πει. Αγόρευση εννοώ όχι εγχείρηση. Άφησε με, θέλω να μείνω μόνος.

– Μόνος;

– Εμ! Μόνη ήθελα να πω!

– Θες παιδί μου να έρθω να σου κάνω παρέα; Δεν αισθάνεσαι καλά; Τι παλαβομάρες λες;

– Όχι προτιμώ απόψε να μείνω μόνη, αν δεν σε πειράζει.

– Αν αυτό νομίζεις ότι θα σου κάνει καλό, γιατί όχι!

Κάλεσε τον αριθμό του κινητού του τηλεφώνου. Φαντάστηκε ότι θα το έχει εκείνος.
Εκείνον τον πήρε η μητέρα του και της μίλησε για πρώτη φορά με γλυκύτητα.

– Εσύ είσαι γλυκιά μου μανούλα; Ευτυχώς έγραφε η κλήση στο κινητό μαμά.

– Ξέχασες τη γιορτή μου! Είσαι αδιόρθωτος.

-Όχι, είμαι έξω στην αγορά ψάχνω να σου βρω το καλύτερο δώρο. Μανουλίτσα μου γλυκιά.

Εκείνη δεν γνώρισε μάνα και ήταν μεγάλη χαρά που θα είχε μάνα ψεύτικη.  Η μητριά της ήταν φίλη της, όχι μάνα της.  Δεν την έβλεπε έτσι.

– Αγόρι μου, τι έπαθες; Εσύ πάντα ήσουν με τη γκρίνια. Λες να εισακούστηκαν οι προσευχές μου, έγινες καλό παιδί; Σου έφτιαξα το αγαπημένο σου φαγητό Μπάμιες με κοτόπουλο.

– Δεν το τρώω αυτό το φαγητό είμαι αλλεργική στις μπάμιες.

– Αλλεργική; Αλλεργικός θες να πεις.

– Ναι, με συγχωρείς μανούλα αλλεργικός ήθελα να πω!

-Μήπως είσαι από εκείνους τους κουνιστούς!

-Όχι, πως σου ήρθε τώρα αυτό; Μου ξέφυγε.

– Από πότε είσαι αλλεργικός;

– Από σήμερα.

– Τι θέλεις να σου φτιάξω;

– Πουρέ με σουτζουκάκια.

– Μα εσύ από μικρός απεχθάνεσαι τις πατάτες. Δεν τις τρως.

– Αποφάσισα να τις τρώω από σήμερα.

-Εντάξει, ό,τι πεις.

Ο Χρήστος της τηλεφώνησε και εκείνη βλέποντας τον αριθμό της κατάλαβε ότι οι δυο τους έπρεπε να συζητήσουν. Ήρθε ο καιρός να το κάνουν, να δουν τι θα κάνουν, γιατί έτσι και η καριέρα τους κουρελιάζεται και η προσωπικότητά τους διαλύεται.

-Θα ήθελα να μου πεις δύο πράγματα για σένα.

– Ζω με τη μητριά μου, τον πατέρα μου και την αδερφή μου. Η μητριά μου μ’ αγαπά, είμαστε φίλες, αλλά θέλει να την λέω με το όνομά της. Εγώ τη βλέπω σαν μαμά, εκείνη αρνείται αυτό το ρόλο. Τουλάχιστον, είναι καλή μητριά και μ’ αγαπάει….

– Καλύτερα θα ήταν να τα συζητήσουμε αυτά τα θέματα κάπου, δεν λέγονται από το τηλέφωνο. Με πήρε ένας Μάκης τηλέφωνο είναι ο άνδρας σου;

– Όχι, είναι ο αρραβωνιαστικός μου, πώς του μίλησες;

– Όπως του άξιζε.

– Πάει, μου διέλυσες τη σχέση μου, ηλίθιε.

– Δεν βλέπεις ότι έτσι που τα καταφέραμε αποκλείεται ποτέ να μπω στο σώμα μου κι εσύ στο δικό σου; Θες να μου τον φορτώσεις;

– Και πού θα μάθω να εγχειρίζω;

– Εγώ πού θα μάθω να αγορεύω;

– Θα βάλουμε το μυαλό να μας δείξει. Θα τα καταφέρουμε.  Μέσα στο μυαλό σου θα υπάρχουν κάποιες γνώσεις, θα προσπαθήσουμε να επωφεληθούμε απ’ αυτές. Όμως ο χαρακτήρας και τα γούστα μας δεν αλλάζουν. Θα μας καταλάβουν όλοι. Δεν είναι απλά η γνώση που μετράει, αλλά δεν θα έχω την πείρα να εγχειρίζω, ούτε εσύ να αγορεύεις. Θα φανούμε ατζαμείς μέχρι να μάθουμε.  Να αποκτήσουμε δύναμη στα χέρια.

– Θα σε δω σε δύο λεπτά στην καφετέρια που βρίσκεται απέναντι από το παλιατζίδικο.

– Εντάξει, έτσι όπως τα καταφέραμε δεν γίνεται αλλιώς.

Μπήκανε σε μια ήρεμη καφετέρια με λίγο κόσμο, χαμηλά φώτα και απαλή μουσική. Ευχήθηκαν να μην έχει κανέναν γνωστό. Είχε σιντριβάνι με τρεχάμενα νερά και ήταν έτοιμοι να κλάψουν.

— Εσύ μας έφτασες σ’ αυτό το σημείο που μας έφτασες.

Τότε έγινε κάτι που δεν περίμεναν και οι δύο, ο Μάκης τους είδε να μιλάνε μαζί στην καφετέρια και ήταν έτοιμος να κλάψει.

– Αμάν είπε ο Χρήστος με την ψυχή της Αναστασίας.

– Τι έγινε;

– Ο Μάκης είναι αυτός, ο αρραβωνιαστικός μου, μας είδε μαζί, τι να του πω τώρα;

– Καλησπέρα μήπως ενοχλώ; Βέβαια, τώρα εξηγείται το ψυχρό τηλεφώνημα και η εγχείρηση.

– Μάκη, ξέρεις εγώ!

– Δεν σας ξέρω. Η κοπέλα έχει στόμα να μιλήσει. Με ξέρετε γιατρέ; Τι οικειότητα είναι αυτή;  Στην κυρία μιλάω που με κοιτάζει με απάθεια λες και δεν είμαι ο άνθρωπός της.  Λες και δεν με ξέρει. Λοιπόν τι έχεις να πεις, και μη μου πεις την έκφραση δεν είναι αυτό που φαντάζεσαι, γιατί δεν θα σε πιστέψω.

-…

– Μίλησε κοπέλα μου, θα τον χάσεις, είπε κλαμένος ο γιατρός με την ψυχή της δικηγορίνας.

– Ας τον χάσω, το μοναστήρι ναν’ καλά κι από καλογήρους.

Εκείνος της έδωσε ένα δυνατό χαστούκι και της πέταξε τη βέρα. Εκείνη με τη ψυχή του Χρήστου του ανταπέδωσε την ίδια κίνηση με περισσότερη ορμή και μίσος.

Ο γιατρός με τη ψυχή της Αναστασίας πόνεσε και δεν είπε λέξη. Όταν έφυγε εκλαιγε. Άλλος έφαγε το χαστούκι εκείνη πόνεσε.

– Καλά τι του βρήκες;

– Τον αγαπάω, είναι όλη μου η ζωή, με κατέστρεψες. Έτσι θα χάσω και τη δουλειά μου αν αγορεύσεις.

– Δεν θα το κάνω.

– Και πώς θα γλιτώσεις την αγόρευση;

– Οι δικηγόροι έχουν 48ωρη απεργία.

– Σώθηκα!

– Εγώ όμως πώς θα σωθώ που αύριο είναι η εγχείρηση ενός σημαντικού προσώπου;

– Θα βρεθεί λύση, το πολύ- πολύ σε δύσκολη στιγμή θα πω ότι ζαλίζομαι. Απ’ ό,τι ξέρω ένας γιατρός πρέπει να είναι νηφάλιος για να διεκπεραιώσει μια εγχείρηση.

– Ωραία, θα το κάνεις μια, δυο φορές πάντα άρρωστη θα είσαι;

– Πω! Πω! Μπλέξιμο!

– Μεγάλο. Δεν ήπιες την μπύρα σου, δεν έφαγες το τοστ σου.

– Δεν τρώω πολύ.

– Ωραία αν δουν οι δικοί σου έναν λαίμαργο και μπεκρή θα πουν χάλασε το κορίτσι μας.

– Να ήταν μόνο αυτό! Περιμένω…

– Παιδί;

– Όχι βρε ηλίθιε τι περιμένουν οι γυναίκες;

– Α! Κατάλαβα!

-Ακριβώς! Εδώ σε θέλω.

– Όχι, τρέμω στην ιδέα. Αν και σαν γιατρός έχω την πείρα, αλλά στην πράξη δεν το έκανα ποτέ.

– Έλα στο σπίτι μου να σου δείξω τα πάντα, μη γελοιοποιηθείς. Αυτή τη στιγμή λείπουν όλοι από το σπίτι. Μακάρι να μπορούσα να σε διδάξω και τα νομικά.
Θέλω να πάω τουαλέτα. Θα μου δείξεις πως … Καταλαβαίνεις.

– Ουφ!

Εκείνη μπήκε στις γυναικείες τουαλέτες και οι γυναίκες ούρλιαζαν βλέποντας έναν άνδρα να μπαίνει στις γυναικείες τουαλέτες.

Με συγχωρείτε. Κυρίες μου, κάντε τη δουλειά σας.

– Γιατρέ εσείς εδώ;

– Μπήκα κατά λάθος, συγνώμη κυρία μου.

– Δεν με γνωρίζετε;

– Θα έπρεπε;

– Γιατρέ δεν είστε καλά; Η καθαρίστριά σας δεν είμαι;

– Ναι βρε Κατίνα, έχεις δίκιο.

– Ισμήνη με λένε. Γιατρέ, θέλετε γιατρό.

– Το ξέρω δεν είμαι καλά τελευταία.

– Να πάτε να κοιταχτείτε δεν ξέρετε τι μπορεί να πάθετε, αν δεν το κοιτάξετε τώρα, που είναι νωρίς.

Ο πραγματικός όμως Χρήστος γνώρισε την Ισμήνη και την χαιρέτησε, ενώ εκείνη ήθελε να φύγει το συντομότερο, γιατί δεν άντεχε να βλέπει και να ακούει τα παράξενα που διαδραματίστηκαν μέσα στην τουαλέτα.  Εκείνος τα έκανε πάνω του.

– Η Αναστασία σαν γιατρός έσκασε στα γέλια.

– Για τίποτα δεν σε έχω ικανό, λέρωσες το σωματάκι μου ανάξιε! Μα δεν ξέρεις ότι οι γυναίκες δεν κάνουν όρθιες…

– Που να τα ξέρω, έχω κάνει γυναίκα;

– Κι είσαι και γιατρός.

– Καρδιολόγος είμαι.

– Παθολογία δεν έχεις διδαχθεί;

– Τέλος πάντων. Το ήξερα, η συνήθεια βλέπεις.

– Πες ότι είναι θέμα συνήθειας. Μην κάνεις τον ανόητο ή τον ανίδεο, γιατί δεν είσαι. Καλύτερα να είσαι ειλικρινής και μαζί μου και με τον εαυτό σου.

– Έχεις δίκιο.

Πήγαν στο σπίτι της και εκείνη άρχισε το μάθημα. Του έδειχνε όλα τα γυναικεία αξεσουάρ.

– Τι δύσκολο που είναι να είσαι γυναίκα.

– Τι νομίζεις; Και η γυναίκα έχει πολλούς ρόλους. Εργαζόμενη, νοικοκυρά, σύζυγος, μητέρα τι νομίζεις.

Σε λίγο άκουσαν βήματα. Έκαναν τους ερωτευμένους και μπήκε μέσα η μητριά της.

– Είναι η Σοφία η μητριά μου, πρόλαβε να πει στ’ αφτί.

– Κύριε ελέησον. Καλά τι γίνεται εδώ μέσα; Άλλον παντρεύεσαι, με άλλο σε βρίσκω αγκαλιά;

– Ξέρεις Σοφία… της απάντησε η Αναστασία με τη ψυχή του Χρήστου. Επειδή μιλούσε για τον εαυτό του άρχισε να τον επαινεί. Νόμιζα ότι αγαπούσα το Μάκη, αλλά έκανα λάθος. Αυτός ο άνδρας είναι θαυμάσιος άνθρωπος, θαυμάσιος εραστής . Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτόν. Άουτς την είχε πατήσει με το πόδι εκείνος με τη ψυχή της Αναστασίας.

– Καταλαβαίνω, γι’ αυτό ο Μάκης ήρθε κλαμμένος να με βρει και ήρθα νωρίτερα, για να δω με τα μάτια μου τι συμβαίνει. Κρίμα! Και σε είχα σε εκτίμηση. Δεν πειράζει. Όταν τελειώσετε να κλείσετε όλα τα φώτα. Ένα σωρό λεφτά δίνουμε στη ΔΕΗ την πλουτίσαμε.

– Δεν πειράζει αν είναι παραπάνω τα πληρώνω εγώ.

– Ας τα αυτά τώρα που θα μείνουμε άνεργοι, άλλοι θα μας θρέφουν είπε εκείνος στ’ αφτί.

– Δεν θέλω να το σκέφτομαι.

– Ούτε κι εγώ.

Εκείνος με την ψυχή της Αναστασίας  πήγε στο σπίτι του, όπου περίμενε η μαμά του με αγωνία. Είχε αργήσει και όλος ο κόσμος που ήρθε στο χαιρέτειο της είχε φύγει.

– Ελπίζω να έχεις μια καλή δικαιολογία για την αργοπορία σου, παλιόπαιδο.

– Ξέρεις μαμά…

– Τι έπαθες; Είμαι η θεία Ευτέρπη.

– Από τη νύστα δεν σας βλέπω θεία μου.

– Ευτέρπη δεν με έλεγες πάντα; Ποτέ δεν άκουσα αυτή τη λέξη από τα χείλη σου. Τι σου κάνανε παιδί μου, πλύση εγκεφάλου; Η μητέρα σου μου είπε ότι της ζήτησες πατάτες με πουρέ. Εσύ πάντα απέφευγες να φας πατάτες και το αγαπημένο σου φαγητό σου φέρνει αλλεργία!

– Το ξέρω, αλλά άλλαξαν τα γούστα μου.

– Λοιπόν τέρμα τα ψέματα. Θεία Ευτέρπη δεν υπάρχει. Πίστεψα ότι κάτι σοβαρό συμβαίνει και σου έπαιξα αυτό το παιχνίδι. Τι έπαθες παιδί μου, σε χτύπησε κανείς και έπαθες ολική αμνησία;

— Ολική αμνησία! Πώς δεν το σκέφτηκα! Αυτό θα πούμε ότι έχουμε και δεν θυμόμαστε τίποτα. Έτσι θα δικαιολογηθούμε προσωρινά, μέχρι να δούμε τι θα κάνουμε. Αν της έλεγα όμως την αλήθεια, τι θα γινόταν;

– Καθίστε. Σε σας θα το πω γιατί είστε μάνα και έχετε δικαίωμα να ξέρετε.

– Δεν είσαι ο γιος μου έτσι;

– Ακριβώς, το βρήκατε δεν είμαι το παιδί σας. Κοπέλα είμαι!

– Τι παλαβομάρες είναι αυτές! Αφού βλέπω το σώμα σου, ακουμπάω τα μαλλάκια σου.

– Έγινε ένα λάθος και στο δικό μου σώμα κυκλοφορεί η ψυχή του παιδιού σας. Αφού ήσασταν έξυπνη και με το παιχνίδι σας μου τη φέρατε, έπρεπε να μάθετε.

– Και πού είναι το παιδί μου, τι το κάνατε;

– Είναι μέσα στο δικό μου σώμα.

– Να έρθει αμέσως. Αν δεν το δω με τα μάτια μου αποκλείεται να πειστώ.

– Θα του τηλεφωνήσω να έρθει αμέσως.

– Πως έγινε αυτό;

– Είναι μια μεγάλη ιστορία…. είπε και της την διηγήθηκε ενώ παράλληλα τηλεφώνησε στην Αναστασία  με την ψυχή του Χρήστου να έρθει σπίτι του. Εκείνη τον μάλωσε που είπε την αλήθεια, αλλά λέγοντας του ότι η μάνα του, του έπαιξε αυτό το ευφυέστατο παιχνίδι βρήκε ότι έκανε το σωστό.

– Αν μου πουν οι δικοί σου που πάω;

– Πες ότι κάποιος πελάτης με κάλεσε.

– Σε δέκα λεπτά θα είμαι εκεί.

– Έρχεται, τώρα θα ξεκαθαρίσουν όλα.

Σε λίγο η πόρτα χτύπησε και άνοιξε η μητέρα. Είπε ότι ήταν η θεία Ευανθία. Θεία Ευανθία όμως υπήρχε.

– Έλα μάνα, άσε τα αστεία.

– Εγώ είμαι η Θεία Ευανθία

– Δεν είσαι εσύ. Είσαι η μάνα μου.

– Ωραία είναι υπαρκτό πρόσωπο η Ευανθία;

– Και βέβαια, κατοικεί στο Λυκαβηττό.

– Είσαι το παιδί μου!

– Τώρα τι γίνεται; Εγώ αύριο έχω εγχείρηση.

– Δεν θα πας φυσικά.

– Δεν θα πάω; Μα!

– Αν στείλεις την κοπέλα θα μπορέσει να τον εγχειρίσει, γιατί έχει την ψυχή σου. Με ποια αρμοδιότητα όμως θα το κάνει, και ποιος θα την πιστέψει; Αν δεν  πάει όμως η κοπέλα  και πας εσύ με την ψυχή της κοπέλας  δεν θα καταφέρετε  τίποτα, παρά να πεθάνετε τον άνθρωπο και δεν κάνετε τίποτα έτσι. Καλύτερα να ζητήσετε να τον εγχειρίσει άλλος γιατρός. Αν αρρωστήσεις ή πας ταξίδι δεν σε αντικαθιστούν;

– Βεβαίως, υπάρχει ο Βαγιανόπουλος ένας καλός, πολύ καλός γιατρός εξίσου, όπως κι εγώ. Υπήρξαμε μάλιστα συμφοιτητές και φίλοι. Ο μόνος φίλος που είχα και έχω.

– Ωραία, δήλωσε ασθένεια και ζήτησε να σε αντικαταστήσει ο Βαγιανόπουλος. Θα μπορούσατε να πετύχετε την εγχείρηση και την αγόρευση με βάση το μυαλό, αλλά μπορεί να μην τα καταφέρετε. Να δείξετε ανιδεότητα, οι κινήσεις να είναι αργές κ.λ.π.

Ο Βαγιανόπουλος ήταν εκεί για ένα δικό του περιστατικό και δέχτηκε. Εκείνος ήθελε να του ανοίξει κουβέντα, αλλά ο Χρήστος με την ψυχή της Αναστασίας απόφυγε να το κάνει για να μην πέσουν σε σφάλμα.

– Ούτε η κοπέλα πρέπει να πάει στη δουλειά της. Θα δηλώσετε ασθένεια.

–  Κι αν λήξει η  48ωρη απεργία και τελικά έχω αγόρευση;

– Το μόνο που πρέπει να κάνετε είναι να πάτε σε εκείνο το παλιατζίδικο και να πείτε τα ίδια λόγια που είπατε όταν έγινε η αλλαγή των ψυχών, να επανέρθετε.

-Καλέ, πώς δεν το σκεφτήκαμε αυτό; Αυτό έπρεπε να γίνει από την πρώτη τη στιγμή.

– Εσύ έπρεπε να το σκεφτείς που είσαι γυναίκα και δικηγόρος είπε η Αναστασία με τη ψυχή του Χρήστου. Εγώ όμως πρέπει να πάω στο σπίτι της Αναστασίας.  Θα κακοβάλουν οι δικοί της. Εσύ, θα μείνεις με την κοπέλα. Αναστασία, θα μείνεις απόψε με την μητέρα μου. Δεν γίνεται αλλιώς, έχεις το σώμα  μου.

– Πώς έγινες τόσο καλός και πονετικός;

– Έχουμε δεθεί πολύ με την κοπέλα.

– Μήπως την αγαπάς;

– Δεν ξέρω τι είναι, απλά νοιάζομαι γι’ αυτήν. Αν είναι αγάπη, ναι είμαι ερωτευμένος. Μάλιστα, δεν πίστευα στον έρωτα. Αυτοί που δεν πιστεύουν, αυτοί την πατάνε. Όχι πάντα. Καληνύχτα μαμά και να προσέχεις την κοπέλα. Να της φτιάξεις σουτζουκάκια με πουρέ. Εμένα φέρε μου να φάω κοτόπουλο με μπάμιες που μ’ αρέσουν.

– Εντάξει παιδιά έχω κι απ’ τα δύο καθίστε να φάτε πριν φύγεις Χρήστο με το σώμα της Αναστασιας.

Εκείνη με τη ψυχή του Χρήστου πήγε να αγοράσει μπύρες για να δει το ματς Ολυμπιακού – Παναθηναϊκού. Υποστήριζε τον Ολυμπιακό και η αδερφή της βλέποντας την να βλέπει ένα ματς φανατικά σαν άνδρας, να πίνει μπύρες και να τρώει πίτσα με τα χέρια, πράγματα που δεν τα συνήθιζε, και το σπουδαιότερο υποστήριζε τον Ολυμπιακό, ήθελε να μάθει τι συμβαίνει.

Εκείνη δεν της μίλησε, γιατί δεν ήξερε ποια ήταν, Προτίμησε τη σιωπή. Φαντάστηκε όμως ότι θα μπορούσε να είναι η αδερφή της, από την ηλικία που έχει.
Στο ημίχρονο η αδερφή της Αναστασίας  γδύθηκε μπροστά της,  και εκείνος την έβλεπε παράξενα. Σαν να μην   είχε ξαναδεί γυναίκα γυμνή. Εκείνη τρόμαξε όταν είδε την αδερφή της να την κοιτάζει περίεργα.

– Είσαι στ’ αλήθεια εσύ Αναστασία; Με φοβίζεις.

– Ποια θέλεις να είμαι ηλίθια!

– Η συμπεριφορά σου αυτό δείχνει. Δεν είσαι εσύ η αδερφή μου. Δηλαδή είσαι. Τι συμβαίνει εδώ, μίλησε μου, πρέπει να ξέρω!

– Δεν έχω να σου πω τίποτα. Απλά αγάπησα ένα γιατρό και άλλαξα ομάδα. Τον αγάπησα και έμαθα τα χούγια του. Ενώ είναι τόσο σοβαρός σαν γιατρός, και όλοι τον υπολήπτονται, γίνεται σαν γουρούνι όταν βλέπει αγώνα.

– Γι’ αυτό άφησες τον Μάκη, τον άνδρα που ήθελα πάντα, και τον κέρδισες εσύ. Όλα εσύ τα κέρδιζες, ήσουν πάντα η καλύτερη, αλλά τον Μάκη θα τον πάρω εγώ.

– Χάρισμά σου.

– Εσύ το λες αυτό;

– Έζησα μαζί του και είδα ότι δεν αξίζει φράγκο. Πάρ’ τον λοιπόν. Μόνο ο Χρήστος αξίζει.

Ο Χρήστος με την ψυχή της Αναστασίας πήγε στην καφετέρια που ήταν μαζεμένοι συνάδελφοι του γιατρού.

– Χρήστο, μίλα μας και ας μην μας αγαπάς.

– Συγνώμη παιδιά δεν σας είδα.

– Εμάς δεν μας είδες, το ματς δεν το είδες. Θα πιεις μπύρα;

– Ξέρετε, θα την κόψω γιατί πάσχει το συκώτι μου. Με συγχωρείτε, αλλά απόψε δεν θα μείνω στην παρέα σας. Μη με υπολογίζετε.

Μόλις έβαλε γκολ ο Παναθηναϊκός ο Χρήστος με την ψυχή της Αναστασίας ξεχάστηκε  και  πανηγύρισε. Το σκορ ήταν 1-0 υπέρ του Παναθηναϊκού.

– Πουλημένε! Ώστε αυτό ήταν λοιπόν; Έγινες βάζελος;

– Κακό είναι;

– Κακό! Αμάρτημα. Έξω από εδώ, πριν σε σπάσουμε στο ξύλο. Έξω!!!!! Είπαν και τον έδιωξαν.

Έφυγε στο σπίτι του γιατρού απογοητευμένη. Έπρεπε να ακούσει τη μητέρα του Χρήστου. Να μείνει μέσα. Όσο κινείται έξω μένοντας παγιδευμένη σε ξένο κορμί, επιβαρύνει περισσότερο τη θέση της και τη θέση του γιατρού. Ήταν λάθος από την αρχή αυτή η βόλτα.

Τηλεφώνησε στο γιατρό να πάνε στο μαγαζάκι αμέσως. Δεν έπρεπε να καθυστερήσουν λεπτό. Έπρεπε να μπουν στα σωστά σώματα, πριν καταστραφούν και οι προσωπικότητές τους και η καριέρα που είχαν.

Πήγαν στο μαγαζάκι και ζήτησαν να βάλει η κυρα- Ματίνα το σιντριβάνι σε λειτουργία.

– Εσύ φταις εσύ μας έφερες στο σημείο που μας έφερες.

Σε λίγο είδαν ότι έγινε κάτι παράξενο. Ένιωσαν τις ψυχές τους να μπαίνουν στα σωστά σώματα. Ο χρόνος όμως παγιώθηκε και είδαν στο επιτοίχειο ρολόι ότι πέρασαν μόνο πέντε λεπτά από την ώρα που επισκέφτηκαν για πρώτη φορά το παλαιοπωλείο. Το πιο παράξενο απ’ όλα, είναι ότι εκείνη φορούσε τη βέρα του Γεράσιμου. Άρα όλα αυτά δεν τα έζησαν πραγματικά, ή τα έζησαν; Δεν ήξεραν να πουν. Όνειρο όμως που το έβλεπαν κι οι δύο, αποκλείεται να ήταν και κράτησε μόνο 5 λεπτά; Από το όνειρο τους απέσπασε η φωνή της κυρα- Ματίνας:

– Τελικά νεαρέ θα το πάρεις το βάζο;

Είχανε ζήσει μια παράλληλη πραγματικότητα και επέστρεψαν στο σημείο που είχαν σταματήσει.  Αυτό έγινε. Ενώ όλα αυτά τα βίωσαν σε ένα παράλληλο σύμπαν,  είναι σαν να μην τα βίωσαν, διότι δεν ήταν στο δικό τους.

– Όχι είμαι ιππότης θα το παραχωρήσω στην κοπέλα. Εγώ θα πάρω αυτή την χρυσή άμαξα. Η μαμά θα ευχαριστηθεί περισσότερο. Άλλωστε, πρέπει να φύγω, με περιμένει. Έχει τη γιορτή της σήμερα και πρέπει να φύγω, γιατί θα αργήσω. Πρέπει να κοιμηθώ νωρίς απόψε, γιατί αύριο έχω να εγχειρίσω έναν ασθενή.

– Εγώ θα πάρω το βάζο.  Κι εγώ χρειάζεται να ξυπνήσω νωρίς γιατί θα αγορεύσω. Δεν θα πραγματοποιηθεί η απεργία τελικά.

Το τηλέφωνο της  Αναστασίας  χτύπησε και την ώρα που ήταν έτοιμη να πληρώσει την άμαξα, ο Χρήστος άκουσε την συνομιλία τους και λυπήθηκε. Δεν ένιωθε πια τίποτα για το Μάκη. Έβλεπε τον Χρήστο με αγάπη.

-Καλησπέρα Αναστασία.

-Καλησπέρα Μάκη.

– Θέλω να σου μιλήσω, αλλά δεν τολμώ να σε αντικρίσω στα μάτια. Πόσο σε ντρέπομαι! Δεν στάθηκα σωστός  σύντροφος απέναντί σου  και κρυφά σου διατηρούσα παράλληλα δεσμό με την αδερφή σου. Έπρεπε να πάψει αυτό, έπρεπε να το μάθεις από μένα. Εσένα σ’ αγαπώ σαν αδερφή μου, εκείνη θέλω να παντρευτώ. Δεν λες τίποτα; Βρίσε με, πες κάτι, αλλά πάψε να με δικαιολογείς με τη σιωπή σου.

– Ίσως κι εγώ δεν στάθηκα ειλικρινής μαζί σου, αλλά αγαπώ άλλον.

– Αυτό μας βολεύει πολύ και τους δυο. Σ’ ευχαριστώ που έδειξες κατανόηση.

– Εγώ σ’ ευχαριστώ που μ’  έβγαλες από τη δύσκολη θέση να σου πω ότι τελειώσαμε.

– Καλή τύχη.

– Επίσης….Λοιπόν το τηλεφώνημα τελείωσε,  να βγάλω αυτή την βέρα από το χέρι μου γιατί είναι ένα ξένο σώμα. Πόσο κάνει το βάζο κυρά – Ματίνα;

– Το πλήρωσε το παλικάρι όσο μιλούσες στο τηλέφωνο.

– Ευχαριστώ πολύ Χρήστο μου, αλλά θα ήθελα να στο ανταποδώσω με ένα γεύμα για δύο κάτω από το φως των κεριών σε ένα πολυτελέστατο εστιατόριο. Εκεί θα σου μιλήσω για κάτι που σε ενδιαφέρει.

– Καλά τα είπες Αναστασία, αλλά εγώ είμαι ο άνδρας. Όπως ξέρεις οι άνδρες κάνουν αυτού του είδους τις προτάσεις ή μήπως νομίζεις ότι έχεις ακόμα ανδρική ψυχή;

– Η συνήθεια βλέπεις, εντάξει κάνε παιχνίδι!

– Θα βγούμε το Σάββατο το βράδυ που είμαι ελεύθερος.

– Τι σύμπτωση, κι εγώ τότε ευκαιρώ.

Γέλασαν και οι δύο και βγήκαν αγκαλιασμένοι από το μαγαζί.

Η κυρά- Ματίνα σταυροκοπιόταν.

— Αυτοί ήταν που μπήκανε εχθροί και βγήκαν ερωτευμένοι;

Πραγματικά, στον άλλο κύριο αυτό το σιντριβάνι έκανε κακό, αυτούς τους ωφέλησε.

Πού ξέρετε, αν πάτε στο παλαιοπωλείο της Κυρά Ματίνας ίσως το δείτε σε κάποια γωνιά να παραμένει απούλητο. Το μόνο που πρέπει να προσέξετε είναι τι θα ευχηθείτε.

Παγιδευμένες ψυχές

Αφήστε μια απάντηση

Πριν αφήσετε κάποιο σχόλιο διαβάστε τα εξής:

 
  • - Τα σχόλια σας θα πρέπει να εγκριθούν από τους διαχειριστές της ιστοσελίδας πριν δημοσιευτούν.
  • - Παρακαλούμε χρησιμοποιήστε Ελληνικούς χαρακτήρες, σχόλια γραμμένα σε greeklish δεν θα εγκρίνονται.
  • - Όνειρα που βλέπετε Σάββατο βράδυ προς ξημερώματα Κυριακής δεν θα εξηγούνται. Αν σ' αυτή την ημερομηνία γράφετε όνειρα άλλων ημερών αυτό υποχρεωτικά πρέπει να επισημαίνεται, για να λαμβάνουν απάντηση και τα όνειρα αυτά. Όταν όμως γράφετε όνειρα με Κυριακάτικη ημερομηνία και είναι άλλων ημερών, πρέπει να γίνεται υποχρεωτική επισήμανση αυτού, ώστε να παίρνουν άμεσα απάντηση, αποφεύγοντας την ερώτηση αν είναι Κυριακάτικο. Όταν δεν υπάρχει επισήμανση, θα θεωρούνται Κυριακάτικα και δεν θα παίρνουν απάντηση.
  • - Όνειρα που βλέπετε Σάββατο βράδυ προς ξημερώματα Κυριακής δεν θα εξηγούνται.
  • Διαβάστε τους όρους χρήσης μας
  • - Να είστε υπομονετικοί, οι χρήστες που απαντούν στα σχόλια σας είναι εθελοντές και θα σας απαντήσουν μόλις μπορέσουν.
  • -Παρακαλούμε διαβάστε τους παραπάνω όρους πριν καταχωρήσετε κάποιο σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο