Αυτό το κείμενο δεν είναι απόλυτα δικό μου. Το έγραψα σε συνεργασία με την Αγγελική, μια κοπέλα που γνώρισα εδώ στον ονειροκρίτη μας, αλλά η μοίρα δεν θέλησε να συνεχιστεί η επικοινωνία  μας. Δεν πειράζει, σημασία έχει να είναι καλά. Εγώ, όπως και να χει, της το αφιερώνω. Της το οφείλω άλλωστε για το μικρό διάστημα που περάσαμε μαζί, κι ας ήταν μικρό!!!

Η ώρα ήταν περίπου 12, μεσάνυχτα, το κρύο δυνατό. Η Καρολίνα θα έφθανε απόψε από το Λονδίνο στο σπίτι της θείας της. Εκείνη την περίμενε καρτερικά να έρθει. Το κρύο δεν την πτόησε. Έμεινε στο μπαλκόνι για να δει το παιδί της αδερφής της να έρχεται. Είχε να το δει από μικρό. Κοτζάμ κοπέλα θα έχει γίνει πια!

Το τοπίο γύρω από το σπίτι της θείας της ήταν μεσαιωνικό. Απέναντι, ακριβώς μετωπικά,  ήταν ο πύργος του κυρίου Αρθούρου, που είχε κληρονομήσει από το γαλαζοαίματο πατέρα του, ο οποίος ήταν κλειστός, αλλά σήμερα, τι περίεργο, ακούγονταν ομιλίες, γέλια, θόρυβοι και μουσική. Όμως τα φώτα δεν ήταν αναμμένα. Της φαντασίας μου θα είναι, σκέφτηκε η θεία Ελένη, ίσως το κρύο να μου παίζει παιχνίδια. Είναι δυνατόν;

Η ώρα περνούσε, η θεία Ελένη ανησύχησε. Πού είναι η μικρή; Γιατί αργεί; Έπαθε κάτι;

Σε λίγο έφθασε η κοπέλα και δεν είπε λέξη. Κοίταξε τη θεία της, συγκινημένη και έπεσε στην αγκαλιά της. Της χαμογέλασε και όταν πια απελευθερώθηκε από την αγκαλιά της, άφησε τις βαλίτσες της, κατευθύνθηκε στο δωμάτιο, ξάπλωσε στο κρεβάτι και η μουσική έπαψε.

– Πού ήσουν παιδί μου, γιατί άργησες;

-…

– Γιατί δεν μου μιλάς; Τι συμβαίνει;

Η μικρή κοίταξε τη θεία της και ανήσυχα της είπε:

 – Σήμερα θα ξαναρθούν θεία. Σε λίγη ώρα θα ξαναρθούν. Τώρα είναι εκεί. Δεν μπόρεσε να γαληνέψει η ψυχή τους.

– Ποιοι αγάπη μου;

– Οι φίλοι της Αρετής. (Η Αρετή ήταν κόρη του κυρίου Αρθούρου που μετά το χαμό της έκλεισε για πάντα αυτόν τον πύργο,  γιατί του την θύμιζε).
Θυμάσαι πριν 5 χρόνια μια τέτοια βραδιά που η Αρετή έπαιζε το πιάνο της; Ήταν ερωτευμένη. Η μητέρα της δεν ήθελε για γαμπρό της τον Γεώργιο, και έπεισε και τον άνδρα της γι’ αυτό. Τον ίδιο καιρό,   της προορίζανε τον Εδουάρδο. Μετά απ’ αυτό, πέρασε λίγος καιρός. Η κοπέλα όμως, εκείνη τη νύχτα, τη συγκεκριμένη νύχτα, κάλεσε τους φίλους της στον πύργο για να τη βοηθήσουν στο αισθηματικό πρόβλημα που είχε.

– Ναι το θυμάμαι καλά αυτό.

– Πού ήσουν θεία όταν έγινε το κακό;

– Εκείνη τη νύχτα παιδί μου κοιμήθηκα από νωρίς. Είχα εφιάλτες.

– Ξέρεις αυτή την ιστορία. Γνωρίζεις τι έγινε;

– Ναι την ξέρω αυτή την ιστορία, όπως ξέρω ότι μυστηριωδώς και οι φίλοι της και εκείνη εξαφανίστηκαν. Τα πτώματα τους δεν βρέθηκαν πουθενά. Σήμερα κλείνουν 5 χρόνια από εκείνη την ημέρα.

– Κι όμως,  απόψε θα έρθουν.

– Τι θες να πεις; Ότι ξέρεις που βρίσκονται;

– Όταν πήγα στο Λονδίνο θεία βρήκα ένα διάμεσο. Έλληνας είναι!!! Έτσι λέγονται αυτοί που επικοινωνούν με τους νεκρούς. Η αστυνομία δεν έμαθε ποτέ τι απέγιναν. Ο Φίλιππος όμως μίλησε μαζί τους και μπορεί να σου πει τα πάντα.

– Ώστε είναι νεκροί!

– Όχι όλοι, η Αρετή ζει θεία.

– Ζει; Και πού είναι; Γιατί δεν έρχεται να δει τον πικραμένο της πατέρα; Η μητέρα της έχει πεθάνει από τη στεναχώρια της.

– Εδώ αρχίζει το δράμα. Η Αρετή νοσηλεύεται σε ψυχιατρική κλινική. Δεν θυμάται τίποτα, ποια είναι, πού είναι. Πρέπει να τη βοηθήσουμε να θυμηθεί. Μένει πάντα σιωπηλή. Δεν έχει αρθρώσει λέξη από τότε. Πρέπει να θυμηθεί. Αυτό μου ζήτησαν οι φίλοι της να κάνω. Θα πάμε να την απελευθερώσουμε και θα την φέρουμε στον Πύργο. Απόψε όλοι οι φίλοι της θα κάνουν την εμφάνισή τους. Είμαι ταραγμένη. Αν αποτύχω στην αποστολή που μου ανατέθηκε,  δεν ξέρω ποιο θα είναι το τέλος μου.

– Δεν έπρεπε να μπλεχτείς σε μια τέτοια ιστορία.

– Ξεχνάς ότι σπουδάζω ιδιωτικός αστυνομικός στο Λονδίνο; Είναι μια ευκαιρία για μένα να πετύχω θεία. Αυτό θα με κάνει παγκοσμίως γνωστή.

– Τι σου είπαν τα φαντάσματα; Τι ακριβώς έγινε εκείνη τη νύχτα;

– Έγιναν τόσα πολλά εκείνη τη νύχτα που θα χρειαστώ αρκετό χρόνο να σου τα διηγηθώ…..

Την κουβέντα τους σταμάτησε εκείνη η μουσική και οι φωνές στον πύργο. Ακούστηκαν  χαμόγελα. Η μικρή Κάρολ οδήγησε εκεί τη θεία της.

– Πρέπει να φύγω θειούλα πρέπει να φέρω την Αρετή, ήρθε η ώρα. Βρήκα τον πατέρα της, του μίλησα. Τον έπεισα να ανοίξω τον κλειστό πύργο.  Του ζήτησα τα κλειδιά. Απόψε θα γίνει αυτό!!! Με περιμένουν.

Η θεία βλέποντας την ανιψιά της πόσο αποφασισμένη ήταν, δεν έκανε την παραμικρή κίνηση να της αλλάξει γνώμη. Δεν είπε τίποτα, μονάχα έδωσε την ευχή της στην ανιψιά της να βοηθήσει να βρει την γαλήνη αυτός ο δυστυχισμένος πατέρας. Εφόσον ήταν αποφασισμένη να το κάνει, δεν την εμπόδισε. Όμως, πριν γίνει αυτό,  την έπεισε να βάλει μια μπουκιά στο στόμα της, έστω και βιαστικά. Ήταν θεονήστικη. Από την θεία της ήξερε ότι είναι αδύνατον να γλιτώσει εύκολα και υπέκυψε.

Η Καρολίνα δυσκολεύτηκε πολύ να πείσει τους γιατρούς να την πάρουν. Άφησε τα στοιχεία της και την ταυτότητά της εκεί και υποσχέθηκε ότι θα την ξαναφέρει πίσω. Απλά, δεν είναι καταθλιπτική, ούτε επικίνδυνη,  αλλά έχει ξεχάσει την  ζωή της. Ήθελε να τους πείσει γι’ αυτό.

Ο γιατρός δεν ήθελε πάλι να την αφήσει, αλλά με συνοδεία ιατρού είπε το ναι.

Ο γιατρός περίμενε απ’ έξω και η Αρετή μπήκε στον πύργο. Ένιωσε οικείο το περιβάλλον αυτό και ήξερε ποια κατεύθυνση έπρεπε να πάρει,  για να φτάσει στη σάλα του χορού, όπου όλοι οι φίλοι της την περίμεναν. Αυτό μόνο ο Φίλιππος μπορούσε να το δει. Εκείνη το ένιωθε.  Με διάμεσο τον Φίλιππο κατάφερε να συνεννοηθεί μαζί τους. Ακολούθησε συζήτηση, με αποτέλεσμα η Αρετή να θυμηθεί ποια είναι, τουλάχιστον αυτό,  και να φύγουν ευτυχισμένοι και γαληνεμένοι οι φίλοι της, με σκοπό να καταφέρουν να πάνε στην απέναντι όχθη. Βέβαια δεν τα θυμήθηκε όλα, αλλά κάποιες σκόρπιες εικόνες έρχονται στο μυαλό της και πάλι απέραντο κενό. Ήξερε ότι ήταν θέμα χρόνου να τα θυμηθεί όλα. Πάντως, υποσχέθηκε στην Καρολίνα να της διηγηθεί τι έγινε εκείνη τη νύχτα,  μόλις θυμηθεί. Η Καρολίνα όμως ήταν ενήμερη για όλα αυτά. Όλα αυτά βέβαια έγιναν με νοήματα ή με γραπτά μηνύματα, διότι η Αρετή δεν μιλούσε. Αυτό ήταν το πιο σοβαρό πρόβλημα που δεν κατάφεραν να λύσουν.  Μιλούσε με την σιωπή!!!

Εκείνη τη νύχτα τίποτα δεν προμήνυε τι φοβερό θα γινόταν. Έξω είχε παγωνιά, μέσα στο κάστρο ήταν όλοι οι φίλοι της Αρετής μαζεμένοι στη σάλα του πύργου, μπροστά από το τζάκι, το οποίο  ήταν γεμάτο ξύλα που σπινθήριζαν και μέσα τους ξεπεταγόταν μια φλόγα ισχυρή που ζέσταινε ολόκληρη τη σάλα, η οποία ήταν επιβλητική και πελώρια, όπως σε κάθε βασιλική έπαυλη. Πάνω από το καθιστικό φεγγοβολούσε ένας μεγαλοπρεπής πολυέλαιος και τα κρύσταλλα του έμοιαζαν με αστραφτερά διαμάντια, που δεν ήθελες να ξεκολλήσεις τα μάτια σου από πάνω τους. Ένας πίνακας ενός διάσημου ζωγράφου κρεμόταν στον μεγάλο τοίχο και συμπλήρωνε την αίγλη του δωματίου. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα ήταν συγκεντρωμένοι οι φίλοι της Αρετής και προσπαθούσαν να την κάνουν να νιώσει καλύτερα.

Τότε ξεπήδησαν μέσα της φλόγες και άρχισαν κάποιες αναλαμπές να της θυμίζουν εκείνη τη νύχτα. Θυμάται ακόμα τα τελευταία λόγια των φίλων της,  όταν της ζήτησαν να χορέψει γι’ αυτούς.  Κάτι ξύπνησε μέσα της,   το κοιμισμένο παρελθόν της.

-Έλα Αρετή, σήκω πάνω να χορέψεις και μη σκέφτεσαι τίποτα.

-Για χορούς είμαι εγώ, εμένα ξεχάστε με ποτέ πια δε θα είμαι ευτυχισμένη.

-Μη μιλάς έτσι, κάτι θα γίνει και θα αλλάξουν γνώμη οι δικοί σου.

-Δεν τους ξέρεις καλά, εκείνο που θα πουν,  εκείνο θέλουν να γίνει.

-Μα σαν θέλει η νύφη και ο γαμπρός, τύφλα να ’χει ο πεθερός.

– Καλά τα λες,  αλλά για εκείνους δε μετρά τι θέλω εγώ, δεν είναι βλέπεις ο Γεώργιος του κύκλου μας.

-Κάτι θα γίνει, μη στεναχωριέσαι!

-Τέρμα, μου έδωσαν τελεσίγραφο οι δικοί μου, τον Εδουάρδο θα πάρεις και τελείωσε.

-Μα σε ποια εποχή ζούμε; Δεν θα σ αφήσουμε να γίνεις δυστυχισμένη. Εμείς θα σε σώσουμε!

-Η μοίρα μου είναι προδιαγραμμένη, κανείς δε με σώζει!

-Μην ακούω τέτοια, θα έρθεις μαζί μας και θα μείνεις μακριά για ένα διάστημα, για να μαλακώσουν και οι δικοί σου.

-Πως θα γίνει αυτό; που θα με πάτε;

-Σε ένα εξοχικό των γονιών μου, που είναι κάπου μακριά από δω προσωρινά και μετά βλέπουμε.

-Και δε θα με βρούνε;

-Κανείς μας δε θα μιλήσει, θα πούμε ότι σήμερα σε είδαμε τελευταία φορά.

-Δε μπορώ να μείνω άλλο εδώ, το σπίτι αυτό  με πνίγει, θα πάω οπουδήποτε, φτάνει να είμαι  μακριά από δω!

-Για να μη δώσουμε στόχο,  ας ακουστούμε σε όλο τον πύργο, να δείξουμε πως έχουμε μεγάλη χαρά και περνάμε καλά!

-Ναι πάνω όλοι για χορό!

Απ’ τη πολλή φασαρία κατέβηκε ο πατέρας της Αρετής και με ύφος αυστηρό και σοβαρό  είπε:

-Εντάξει, μπορείτε σιγά- σιγά να πηγαίνετε,  είναι αργά.

-Μάλιστα πατέρα, θα τους συνοδεύσω μέχρι την εξώπορτα και θα έρθω να κοιμηθώ.

-Καλά, πήγαινε και μην αργήσεις. Καληνύχτα σε όλους!

-Καληνύχτα και καλό ξημέρωμα!

Μόλις φτάσανε στην εξώπορτα:

-Έλα μπες μέσα στο αυτοκίνητο Αρετή! Μη διστάζεις.

-Μα έχετε πιει! Είσαι σίγουρος, ότι μπορείς να οδηγήσεις; (απευθύνθηκε στον οδηγό).

-Πολύ σίγουρος. Νιώθω καλύτερα από ποτέ! Όσο και να πιω,  δε με πιάνει. Έχω βλέπεις γερή κράση.

-Δεν είμαι σίγουρη.

-Έλα, είναι η τελευταία σου ευκαιρία!

– Καλά, τότε έρχομαι!

-Ξεκινάμε, αντίος αμίγκος! Φύγαμε! Αντί να σε κλέψει ο Γεώργιος σε κλέψαμε εμείς πρώτοι.

-Πρόσεχε, γιατί είναι νύχτα, είναι σκοτεινά, πήγαινε πιο αργά!

-Μη φοβάσαι, θα φτάσουμε, έχουμε δρόμο μπροστά μας.

Έκανε παγωνιά και σαν να μην έφτανε αυτό,  σε κάποιο σημείο εμφανίστηκε ομίχλη.

-Περνάμε τη γέφυρα, δεν είναι η πρώτη φορά, μη φοβάσαι.

-Παναγιά μου, δεν είναι δυνατόν!

-Γλιστράει, πέφτουμε…

Η Αρετή αυθόρμητα άνοιξε τη πόρτα και πήδηξε έξω, οι άλλοι μαρμάρωσαν και περίμεναν καρτερικά το θάνατο τους, διότι από την πολλή οινοποσία, αδυνατούσαν να κολυμπήσουν. Πνίγηκαν στα παγωμένα νερά. Και  η Αρετή έπεσε στα παγωμένα νερά, αλλά  για καλή της τύχη, ο χείμαρρος τη παρέσυρε σε ένα βράχο, έξω από το ποτάμι. Ευτυχώς,  δεν χτύπησε, αλλά ήταν εντελώς εξαντλημένη σωματικά και ψυχικά. Την επόμενη μέρα, τη βρήκε ένας αγρότης και κάλεσε βοήθεια. Νοσηλεύτηκε με πνευμονία στο νοσοκομείο και αφού τη ξεπέρασε, οι γιατροί διέγνωσαν αμνησία και τη μετέφεραν σε ψυχιατρική κλινική. Δεν ήξεραν όμως ποια ήταν και αδυνατούσαν να ενημερώσουν τους δικούς της, οι οποίοι την θεωρούσαν χαμένη.  Το σοκ που υπέστη ήταν τόσο μεγάλο, που δε θυμόταν ποια ήταν και δε μπορούσε να αρθρώσει λέξη.

Η Αρετή έφερνε αυτές τις εικόνες στο μυαλό της, ήθελε να τις δέσει, αλλά υπήρχαν κενά. Δεν μπορούσε. Έβλεπε την προσπάθεια της Καρολίνας να της κάνει ερωτήσεις να θυμηθεί, αλλά κάπου χανόταν, βυθιζόταν. Στα μάτια της κύλησε ένα δάκρυ.

Η Καρολίνα επέστρεψε αυθημερόν στην κλινική την κοπέλα, αλλά έκανε προσπάθεια να πάρει εξιτήριο και ανέλαβε αυτή και ο Φίλιππος την κηδεμονία της. Επίσης,  υπέγραψε και ο πατέρας της, που πληροφορήθηκε αυθημερόν που βρίσκεται το παιδί του. Η μητέρα της εκεί που βρίσκεται αδυνατούσε να το κάνει, αλλά ο Φίλιππος την είδε με τα μάτια του νου,  να πλησιάζει το παιδί της και να το αγκαλιάζει. Είχε αυτή την δυνατότητα. Εκτός από την επικοινωνία που είχε με τους νεκρούς, μπορούσε και να τους βλέπει.

Η Αρετή δάκρυσε και σκέφτηκε πώς ήταν και πώς έγινε!

Μακάρι να ήταν ένας εφιάλτης αυτό που ζούσε και να ξυπνούσε! Ήταν όμως; Όχι ήταν μια πεζή πραγματικότητα. Πού είναι η Κατερίνα, η Ελπίδα, ο Κώστας και ο Αντώνης; Χάθηκαν, πνίγηκαν στο νερό κι εκείνη ήταν ανήμπορη να τους βοηθήσει. Ο Φίλιππος έκανε καλή προσπάθεια να τους φέρει σε επαφή. Όμως εκείνη τους ένιωθε ότι ήταν στον χώρο με την φαντασία της. Ήταν μεθυσμένος ο Αντώνης, έπρεπε να μ’ ακούσει. Του έλεγα να μην πάμε. Ήταν σίγουρος για τον εαυτό του, σκεφτόταν. Η γέφυρα της ερχόταν στο μυαλό, οι αναμνήσεις έδεναν όλο και πιο πολύ κι εκείνη κλειστή σε μια κλινική, επειδή ο γιατρός θεώρησε επικίνδυνη την κατάστασή της, φοβούμενος μη δημιουργήσει κακό, ποια; Μια κοπέλα που ποτέ δεν πείραξε κανένα μυρμήγκι, την έστειλε ανάμεσα σε τρελούς και ανώμαλους. Μόνο που η συμπεριφορά τους απέναντί της δεν ήταν όπως των άλλων. Είχε ιατρό -φαρμακευτική περίθαλψη, ένα πιάτο φαγητό καθημερινά και ένα κρεβάτι. Μόνο που ζούσε απομονωμένη. Πόσο ήθελε να μιλήσει, να τα πει όλα όσα έζησε, να ηρεμήσει. Έκανε προσπάθειες, αλλά δεν μπορούσε να μιλήσει να πει στην Καρολίνα όσα έζησε. Πού είναι ο Γεώργιος, γιατί χάθηκε; Δεν έμαθε τίποτα γι’ αυτόν,  τόσο καιρό που ζούσε στο σκοτάδι. 5 εφιαλτικά χρόνια πέρασαν και κανένας δεν μπόρεσε να την κάνει καλά. Ούτε κι εκείνος που αγάπησε, και το κατάφερε μέσα σε δυο μήνες εντατικής προσπάθειας, που προσπαθεί η Καρολίνα να την κάνει να ξαναμιλήσει, να της δώσει πίσω το χαμόγελο, το φως.

Η μέρα που μίλησε η Αρετή δεν άργησε να έρθει. Ήταν ανήμερα του Αγίου Ιωάννη. Η Καρολίνα ετοίμαζε τα πράγματά της. Έπρεπε να φύγει στη σχολή της, γιατί άρχιζε το Φεβρουάριο τα μαθήματά της και έπρεπε να πάει στο Λονδίνο να διαβάσει. Είχε ένα δίλημμα. Τι έπρεπε να κάνει; Να πάει στο Λονδίνο ή να συνεχίσει την προσπάθεια που ανέλαβε να θυμηθεί η Αρετή; Από το δίλημμα την έβγαλε ο καλός της φίλος Φίλιππος, το διάμεσο, που άρχισε να συμπονάει την δυστυχισμένη Αρετή και ήθελε να πάρει αυτός τη θέση της. Η Καρολίνα ενθουσιάστηκε, γιατί ήξερε ότι ήταν ο μόνος που θα την έκανε να θυμηθεί, επειδή έχει τη δύναμη να επικοινωνεί με τους νεκρούς φίλους της, δύναμη έμφυτη που κληρονόμησε από τον αείμνηστο πατέρα του. Ήξερε λοιπόν ότι την άφηνε σε καλά χέρια.

Ο Κύριος Αλέξανδρος ήταν αυθεντία στις μεταφυσικές ανησυχίες του μικρού Φιλίππου. Τον μύησε σε όλα. Ήξερε να εξηγεί όνειρα, να διαβάζει τα ταρώ, να διαβάζει τα χέρια, να κάνει μάγια, αλλά η μεγαλύτερή του δύναμη που είχε έμφυτη ήταν η επικοινωνία με τους νεκρούς. Αυτή η κατάσταση κράτησε πολλά χρόνια, έτσι ο Φίλιππος την έκανε επάγγελμα. Ήξερε ποιος επρόκειτο να πεθάνει και ποιος είναι νεκρός. Δεν έβρισκε πουθενά την Αρετή στον κόσμο των νεκρών και οι φίλοι της του επιβεβαίωσαν ότι όσα σκέφτεται ήταν σωστά. Άργησε η Καρολίνα να τον βρει, γιατί τώρα ενόχλησαν οι φίλοι της Αρετής τον Φίλιππο και τον έφεραν σε επαφή με την Καρολίνα για να βρουν την ηρεμία τους, όπως του είπαν.

Εκείνη την ημέρα ο Φίλιππος πήρε την Καρολίνα στο αεροδρόμιο. Της υποσχέθηκε ότι θα συνεχίσει την υπόθεση που του ανέθεσε με τον ίδιο ζήλο. Θα την ενημερώνει πάντα με ε-μαιλ για κάθε εξέλιξη θετική ή αρνητική.

Η αναμονή ήταν αρκετή. Η πτήση θα έφευγε με καθυστέρηση. Εκείνος πήρε μια εφημερίδα να διαβάσει τα νέα. Τρόμαξε όταν είδε στις αναγγελίες γάμου τον Γεώργιο Σιγανό του Δημητρίου να παντρεύεται με πολιτικό γάμο μια τουρίστρια. Έπρεπε να το μάθει, να πάψει να πονά. Ο Φίλιππος για πρώτη φορά ένιωσε συμπόνια για την Αρετή και άρχισε να κάνει πονηρές σκέψεις ότι θα μπορούσε να γίνει δικιά του. Να τον αγαπήσει, όπως αγάπησε τον Γεώργιο, ανεξάρτητα αν δεν το άξιζε.

Η Καρολίνα τον είδε σκεφτικό.

– Τι συμβαίνει, τι έπαθες;

– Είναι τραγικό αυτό που διάβασα.

– Τι διάβασες δηλαδή;

– Ω Θεέ μου τον αλήτη, το κτήνος! Έτσι είναι όλοι οι άνδρες γουρούνια.

– Όλοι είπες;

– Συγνώμη, ο παρόντας εξαιρείται!

– Τι θα κάνω τώρα Καρολίνα, βρίσκομαι σε δύσκολη θέση, πώς θα της πω μια τέτοια είδηση;

– Σαν ένας φίλος που θέλει το καλό της και νοιάζεται γι’ αυτή.

– Θα μ’ ακούσει;

– Εσένα μπορεί να μη σε πιστέψει. Όταν δει όμως την εφημερίδα δεν μπορεί να αμφισβητήσει τίποτα. Ίσως αυτό την ταρακουνήσει και να  τη βοηθήσει να ξεχάσει.

– Να της πω ότι την αγαπώ; Ότι σκέφτομαι διαφορετικά γι’ αυτή; Ότι την πονάω;

– Πότε πρόλαβες;

– Από την πρώτη στιγμή που την είδα.

– Να αφήσεις προς το παρόν τις ερωτικές σου βλέψεις στην άκρη. Θα δώσεις μια ευκαιρία και στο συναίσθημά σου να δοκιμαστεί. Αν πραγματικά δεις ότι σε εμπιστεύεται και μπορείς να την γιατρέψεις ολοκληρωτικά,  τότε ήρθε η ώρα να της μιλήσεις. Όχι τώρα. Καλά έκανες και με συμβουλεύτηκες. Δες την υπόθεση με άλλα μάτια. Σε συμβουλεύω να μιλήσεις στην Αρετή, γιατί μια μεγάλη συγκίνηση μπορεί να την κάνει να ξαναμιλήσει, ένα γερό σοκ σ’ αυτή την περίπτωση είναι ό,τι καλύτερο γι’ αυτήν. Θα βρίσει, θα κλάψει, θα ξεσπάσει, αλλά θα γίνει καλά. Ευτυχώς δεν έπεσε σε κώμα όλα αυτά τα χρόνια για να χρειαστούμε κινησιολόγο ή λογοθεραπευτή. Μια μέρα, μόνη της θα συνέρθει. Είναι ισχυρό το σοκ που υπέστη.

– Έτσι θα κάνω.

Ο Φίλιππος συμφώνησε. Χαιρέτησε την κοπέλα και έφυγε για να συνεχίσει το καθήκον του.

Φεύγοντας από το αεροδρόμιο, έφτασε στη κλινική, και με τη συγκατάθεση του πατέρα της την πήρε να την πάει μια εκδρομή. Μόλις την είδε, η καρδιά του άρχισε να χτυπά δυνατά τόσο,  που νόμιζε ότι θα πεταχτεί έξω από τη χαρά του. Ολόκληρη σχεδόν η μέρα ήταν δικιά τους και αν όλα πήγαιναν καλά ως το τέλος,  η Αρετή θα θυμόταν και θα μπορούσε πάλι να μιλήσει. Τότε ο δρόμος για τον Φίλιππο, θα ήταν πια ανοιχτός για να της εκφράσει τον ερωτά του. Η Αρετή, σαν να περίμενε την ώρα που θα φύγει, στεκόταν στην πόρτα με τα μάτια της εστραμμένα στο παράθυρο, σαν να ήθελε να αποχαιρετήσει το μέρος που την είχε απομονώσει από τον έξω κόσμο, όλα αυτά τα χρόνια,  αλλά της είχε δώσει και την ασφάλεια και γαλήνη που τόσο είχε ανάγκη μετά από όλα όσα πέρασε.

Σε λίγο, χτύπησε η πόρτα.

-Γεια σου Αρετή, ήρθα να σε πάρω να πάμε μια εκδρομή, έτσι για να ξεσκάσεις! Τα μάτια της Αρετής απόρησαν, αλλά μέσα της φοβόταν ακόμα, να εκφράσει με λόγια τα συναισθήματα της. Κάτι μέσα της, φυλάκιζε τις λέξεις που της έρχονταν στο μυαλό.

-…

-Αυτή τη φορά, θα σε βγάλω έξω για τσάι με κρουασάν, σε ένα μέρος με καταπληκτική θέα.

-…   Δε μπορούσε να το πιστέψει και τα μάτια της έβγαζαν μια άρνηση.

-Έλα σε παρακαλώ, εγώ έκανα τόσο δρόμο για να σε βρω. Την πρώτη φορά στον πύργο ήρθες. Γιατί διστάζεις τώρα;

-…  Αμέσως η καλοσύνη και η ευγένεια του, μαλάκωσαν την ευαίσθητη καρδιά της και τα μάτια της έβγαλαν μήνυμα ευγνωμοσύνης και συμπάθειας.

-Έλα για μια φορά μαζί μου και αν δε θέλεις δε ξανάρχομαι. Όταν με διώξεις, θα φύγω αδιαμαρτύρητα.

-… Τα  μάτια της έλεγαν ναι με όλη της την καρδιά και πήγε μαζί του.

Φτάσανε σε ένα μαγαζί με καταπράσινη θέα, που σε έκανε να γαληνεύεις και να θέλεις να μείνεις για πάντα εκεί. Οι μυρωδιές από τα ζεστά κρουασάν και τα ροφήματα με κανέλα και διάφορα άλλα μυρωδικά έφταναν στην μύτη σου, από τη στιγμή που  πλησίαζες να ανοίξεις την πόρτα του μαγαζιού. Πάνω από την πόρτα, ήταν κρεμασμένη μια ονειροπαγίδα που από το ελαφρύ αεράκι ηχούσε μελωδικά.

-Φτάσαμε λοιπόν, πως σου φαίνεται; σου αρέσει;

-…

Ήθελε να του πει πως ήταν πανδαισία όλες αυτές οι ζεστές μυρωδιές, η καταπράσινη θέα, την είχαν κερδίσει! Όμως αδυνατούσε. Απλά, κούνησε το κεφάλι της θετικά.

-Ας απολαύσουμε, αυτή τη μαγική στιγμή.

Σε λίγο ήρθε και η σερβιτόρα να πάρει την παραγγελία.

-Παρακαλώ, τι θα πάρετε;

-Φέρτε μας δυο φλιτζάνια τσάι με κανέλα και δυο κρουασάν με γέμιση πραλίνα φουντουκιού, παρακαλώ.

-Ευχαρίστως, έρχονται αμέσως.

Αφού πήρανε πρωινό, τα μάτια της Αρετής, έπεσαν πάνω στην εφημερίδα που διάβαζε επίτηδες ο Φίλιππος.  Την άρπαξε προς το μέρος της και ήθελε να τη διαβάσει. Κοίταξε την ημερομηνία, ήταν του αγίου Ιωάννου, 7 Ιανουαρίου, το ήξερε πολύ καλά αυτό. Όπως τη ξεφύλλιζε, η ματιά  της, έπεσε στις αναγγελίες γάμου.

Ξάφνου σηκώθηκε πάνω, τα μάτια της έγιναν δαιμονισμένα, έβγαλε δυνατές στριγκλιές, έκανε την εφημερίδα κομμάτια, τα πόδια της τα χτυπούσε με μανία στο ξύλινο πάτωμα, τραβούσε τα μαλλιά της και ξέσπασε σε λυγμούς.  Άρπαξε  με βία   τον Φίλιππο,  και πήγε να τον γδάρει με τα νύχια της. Πρόλαβε να τον γδάρει στο χέρι όταν προσπάθησε να τη συγκρατήσει. Οι θαμώνες την κοίταζαν  φοβισμένοι  και  έμειναν καθηλωμένοι στη  θέση  τους να την  παρατηρούν. Είχε αναστατώσει τους πάντες με τα καμώματά της. Κάποιος τολμηρός σήκωσε το ακουστικό να πάρει την αστυνομία, αλλά ο Φίλιππος τον εμπόδισε.

Εκείνη  βγήκε έξω, άρχισε να τρέχει έξω από το μαγαζί σαν χαμένη. Δάκρυα απογοήτευσης και πίκρας κυλούσαν  από  τα μάτια της, ενώ  ο Φίλιππος έτρεξε ξοπίσω της να την σταματήσει. Ύστερα, κουράστηκε και σταμάτησε κάτω από μια μεγάλη βελανιδιά . Είχε λαχανιάσει, η αναπνοή της, της είχε κοπεί από το τρέξιμο, είχε χρόνια να τρέξει, να κλάψει να ξεσπάσει.

-Πονάω, Φίλιππε, πονάω!

– Ξέσπασε καρδιά μου θα σου κάνει καλό.

-Γιατί ήρθες σε μένα, γιατί με νοιάζεσαι;

– Με έστειλαν οι φίλοι σου, ξέρω ότι σου ακούγεται τρελό, αλλά θα στα εξηγήσω όλα.

-Γιατί πονάω, αφού δε με αγάπησε, έχει πεθάνει για μένα!

– Πάμε τώρα. Μου φτάνει που έγινες καλά.

Όπως σωστά φαντάστηκε η Καρολίνα η Αρετή θα μιλούσε μετά την ανάγνωση αυτής της είδησης, διότι ένα τέτοιο σοκ που υπέστη την έκανε βουβή για πέντε ολόκληρα χρόνια χωρίς να έχει κάποιο παθολογικό πρόβλημα. Ο Φίλιππος ήταν ευτυχισμένος.

– Μιλάς κορίτσι μου, μιλάς; Θυμάσαι τι έγινε; Εγώ βέβαια ξέρω την ιστορία σου. Μου την έχουν πει οι φίλοι σου. Θα ήθελα όμως να την ακούσω απ’ τα δικά σου χείλη.

– Οι φίλοι μου έχουν πεθάνει. Άφησε με, δεν μπορώ να ακούω ανοησίες.

-Δεν  θυμάσαι  τότε που  επήγαμε στον πύργο, όταν σε επισκέφτηκαν  τα φαντάσματά τους,    άρχισες να πρωτοθυμάσαι.

– Έχω αμυδρές έως ανύπαρκτες αναμνήσεις.  Ποιος είσαι, και γιατί ενδιαφέρεσαι τόσο πολύ για μένα;

– Θα με μάθεις με το καιρό, και το ενδιαφέρον μου για σένα είναι επειδή νιώθω…

– Τι νιώθετε; (άλλαξε τον ενικό σε πληθυντικό τρομαγμένη).

–  Τίποτα.  Γιατί κλαις;

-Ε, όχι, δεν είναι αλήθεια, δεν μπορώ  να το πιστέψω,  ο Γεώργιος παντρεύεται, ο δικός μου Γιώργος και μάλιστα με μια τουρίστρια. Ο αλήτης! Που για χάρη του τσακώθηκα και με τους γονείς μου. Κοροΐδο ήμουν που τον αγαπούσα.  Αυτός ποτέ του δε μ’ αγάπησε ούτε έψαξε να με βρει, να μάθει τι κάνω, πως περνάω όλα αυτά τα χρόνια. Για την αγάπη του άφησα το σπίτι μου και έχασα και τους φίλους μου, δεν έχω κανέναν πια, είμαι μόνη μου. Είπε, και ξέσπασε σε λυγμούς.

-Κλάψε να ξαλαφρώσεις. Στηρίξου πάνω μου, έχεις εμένα, που σε νοιάζομαι. Με έστειλαν οι φίλοι σου να σε βρω. Η μητέρα σου πέθανε από τον καημό της. Ο πατέρας σου πιστεύει ότι θα γυρίσεις.

– Αυτός που μου δίνανε για σύζυγο τι απέγινε;

– Έφυγε στην Αμερική. Άνοιξε κατάστημα εκεί. Σ’ αγαπούσε αληθινά, αλλά βλέποντας την επιμονή σου να μην τον θες, είδε και αποείδε κι έφυγε.

– Τουλάχιστον εκείνος μ’ αγαπούσε. Φέρθηκα εγωιστικά και ανόητα. Ήθελα να γίνει το δικό μου. Γι’ αυτό τιμωρήθηκα. Δεν έδωσα στον εαυτό μου την  ευκαιρία να  τον γνωρίσω, να ανταλλάξουμε μια κουβέντα. Με έπιασε ο εγωισμός, επειδή ήταν επιλογή του  πατέρα μου!

– Αυτό ήταν το πεπρωμένο σου και κανείς δεν θα έχει να πει πια τίποτα. Έτσι έπρεπε να γίνει.

– Μανούλα μου, πόσο σε πίκρανα! Δεν ξέρω για ποιο λόγο πρέπει να πρωτοκλάψω για την απονιά του Γιώργου, για τον θάνατο των φίλων μου, για την άμοιρη μανούλα μου, για την κατάντια μου!!!!! Αν φύγεις κι εσύ!

– Εγώ δεν θα φύγω ποτέ από σένα. Μόνο εσύ θα με διώξεις. Πες μου λοιπόν την ιστορία σου, ίσως σου κάνει καλό να θυμηθείς όσα πέρασες.

– Εκείνη τη νύχτα έκανε κρύο φοβερό και είχε ομίχλη. Διασκεδάζαμε στο πύργο.

 Όλοι ήταν ευτυχισμένοι εκτός από μένα. Μου φωνάζανε να χορέψω. Ο Κώστας δεν μπορούσε να μιλήσει από το πολύ ποτό που κατανάλωσε. Η Κατερίνα και η Ελπίδα προσπαθούσαν να τον συνεφέρουν, τα κατάφεραν και χορέψαμε. Ο μπαμπάς κοιμόταν και ενοχλήθηκε από το θόρυβο που κάναμε. Με τρόπο, τους έδιωξε και όταν πήγα να τους συνοδέψω έφυγα. Ο Αντώνης ήταν η αιτία του κακού, αυτός οδήγησε εκείνη τη νύχτα. Ήταν πιωμένος και δεν το καταλάβαινε….

Άρχισε να του διηγείται την ιστορία με κάθε λεπτομέρεια. Του είπε μέχρι εκεί που κολύμπησε και την βρήκε κάποιος και την περισυνέλλεξε. Από εκεί και πέρα υπάρχει σκοτάδι στο μυαλό της.

– Σε βάλανε τρόφιμο σε ψυχιατρική κλινική.

–  Δεν ήταν νοσοκομείο;

– Όχι.

– Αδυνατώ να διανοηθώ μια τέτοια είδηση. Πέφτω από τα σύννεφα! Τρόφιμος σε ψυχιατρείο ποια εγώ; Χαρακτηρίστηκα επικίνδυνη ποια εγώ; Που δεν έχω κάνει ποτέ κακό σε κανέναν!!!

– Φοβήθηκαν να σε αφήσουν μόνη μην τερματίσεις τη ζωή σου. Στην αρχή σε βάλανε ανάμεσα στους τρελούς, σε πέρασαν για μανιοκαταθλιπτική, αλλά μετά από εξετάσεις που έγιναν στον εγκέφαλο διαπίστωσαν ολική αμνησία, σου άλλαξαν τμήμα σε βάλανε σε δωμάτιο δικό σου στην κλινική, σε περιποιήθηκαν. Δεν θεωρείσαι τρελή. Δεν σου  έδωσαν το χαρτί που δίνουν στους τρελούς. Ούτε σε δένανε με το ζουρλομανδύα, ποτέ δεν έκανες ηλεκτροσόκ.   Σαν ασθενή σε γράφει το εξιτήριο και όχι σαν τρελή, ησύχασε! Μόνο κάτι χαπάκια σου δίνανε ηρεμιστικά ή υπνωτικά για να έχεις καλό ύπνο.

–  Πάλι καλά!  Κι εσύ ποιος πραγματικά είσαι; Δεν έχω καταλάβει ακόμα. Ποιος είναι ο ρόλος σου. Τι θέλεις από μένα;

– Σου είπα, είμαι φίλος σου. Με στείλανε οι φίλοι σου.

– Τρελός θα πρέπει να είσαι.

– Ένα είδος τρέλας το κουβαλάω μέσα μου.

– Δεν έχεις σύζυγο να νοιάζεται για σένα,  δεν έχεις  παιδιά;

-Είχα ένα κορίτσι, αλλά με παράτησε μόλις έμαθε το επάγγελμά μου.

– Αστυνόμος;

-Όχι.

-Δημοσιογράφος;

-Ούτε.

-Νεκροθάφτης;

-Κοντά έπεσες. Έχει σχέση με νεκρούς. Είμαι διάμεσο. Μέντιουμ κατάλαβες;

-Και σε βρήκαν οι φίλοι μου και σου μίλησαν για μένα.

-Ακριβώς!

– Βλέπεις και τη μητέρα μου;

– Την είδα μια φορά όταν ήρθε να σε αγκαλιάσει. Έμοιαζε πολύ πονεμένη.

– Εξαιτίας μου έγιναν όλα. Αν δεν την πίκραινα, τώρα θα ζούσε. Αν γυρνούσε πίσω ο χρόνος, τώρα όλα θα ήταν διαφορετικά.

– Το ξέρω, αλλά δυστυχώς έτσι έπρεπε να γίνει.

-Πού πάμε;

– Θα σε πάω στον πύργο, σε περιμένει ο πατέρας σου. Έχει αγωνία. Θέλει να μάθει τι έγινε.

– Θα μου τα ψάλλει;

– Δεν νομίζω.  Αρκετά τιμωρήθηκες. Πατέρας είναι, θα σε σφίξει στην αγκαλιά του.

– Τι καλός που είσαι Φίλιππε. Έτσι πίστεψα και στον Γεώργιο και δες το αποτέλεσμα.

– Μάθε ότι όλοι οι άνθρωποι δεν είναι το ίδιο. Θα στο αποδείξω εν καιρώ.

Στον πύργο, τους πρόσμενε εν’ αγωνίως, ο πατέρας της Αρετής. Χτυπούσε ρυθμικά, τα δάχτυλα του στη μεγάλη τραπεζαρία και μετρούσε τα δευτερόλεπτα, που θα την έσφιγγε στην αγκαλιά του. Είχε ανάψει το τζάκι για να την υποδεχτεί, σε μια ζεστή ατμόσφαιρα, σκεφτόταν τη γυναίκα του, ήθελε να βρισκόταν κι εκείνη εκεί και να έβλεπε, πως η κόρη τους γύρισε, να της πουν πως έκαναν λάθος που την πίεσαν, πως πια θα την αφήναν ελεύθερη να επιλέξει. Μόλις έφτασαν στον πύργο, χτύπησαν το χρυσό χερούλι της πύλης, τρεις φορές και αμέσως άνοιξε την πόρτα, ο πατέρας της Αρετής. Τα μάτια τους βούρκωσαν από χαρά και αμέσως σφιχταγκαλιαστήκαν και έκαναν μια στροφή.

-Παιδί μου, καλωσόρισες στο σπίτι μας!

-Πατέρα μου συγγνώμη που σε πίκρανα!

-Μα, εσύ μιλάς, έγινε θαύμα..

-Χάρη στο Φίλιππο, που με την εφημερίδα του, είδα ένα νέο, το οποίο μου προξένησε νευρικό κλονισμό και μετά ξέσπασα για πρώτη φορά και γιατρεύτηκα.

-Θα με συγχωρέσεις ποτέ, που σε πίεσα; Πάντα για το καλό σου επέμενα. Δεν ήταν καλός άνθρωπος ο Γεώργιος παιδί μου. Στο έλεγα, αλλά δεν μ’ άκουγες.  Κάναμε πολλά λάθη κι οι δύο.

-Σε αγαπώ πατερούλη μου, δε θέλω να σε ξαναχάσω.

-Τώρα πια δε θα χαθούμε ποτέ ξανά, δε θα σε ξαναπιέσω όσο ζω.

-Ευχαριστώ πατερούλη μου γλυκέ, θέλω επιτέλους να σε κάνω ευτυχισμένο.

-Είμαι ευτυχισμένος, που σε βρήκα παιδί μου!

-Είμαι και εγώ εδώ! είπε, ο Φίλιππος.

-Σε σένα και στη Καρολίνα, χρωστώ που βρήκα ξανά την κόρη μου και πάντα θα είστε μέλη της οικογένειας μου. Σας ευχαριστώ. Τι μπορώ να κάνω για να σας το ξεπληρώσω;

–Έγνοια σου κύριε και θα έρθει η στιγμή που θα το κάνεις. Θα γίνω γαμπρός σου. σκέφτηκε ο Φίλιππος.

– Τίποτα δεν θέλουμε. Η χαρά που πήραμε ήταν υπεραρκετή. Του απάντησε.

– Όχι, επιμένω θα πληρωθείτε αδρά. Φέρατε τη χαρά στο σπίτι μου και θα μείνετε έτσι; Όχι.

– Καλά, ό,τι νομίζετε εσείς.

– Μαρία, φέρε σε παρακαλώ το χαρτοφύλακά μου, τον άνοιξε και έπιασε το μπλοκ των επιταγών. Πόσα να βάλω χμ… Τι θα έλεγες για ένα εκατομμύριο ευρώ!

– Αυτό είναι μια περιουσία.

– Αυτό που μου χάρισες τι είναι; Λοιπόν ορίστε νεαρέ μου και σου εύχομαι να είσαι πάντα καλά. Έχεις σπίτι; που μένεις;

– Στο σπίτι της Καρολίνας, με φιλοξενεί η θεία της. Η Καρολίνα πήγε στο Λονδίνο.

– Το έχω πληροφορηθεί. Είσαι πολύ κοντά μας. Θα σε παρακαλούσα να μείνεις κοντά της, να μην την παρατήσεις. Της έδωσες μεγάλη δύναμη. Είσαι παντρεμένος;

– Όχι κύριε.

– Πώς; Ένα τόσο ωραίο παλικάρι σαν κι εσένα θα έπρεπε να έχει την καλύτερη νύφη. Εκτός αν είναι επιλογή σου να είσαι μόνος.

– Το επάγγελμά μου βλέπετε. Είχα δεσμό με μια κοπέλα και με άφησε.

– Εγώ αυτά τα βρίσκω ανοησίες. Όταν αγαπιούνται δύο άνθρωποι! Αυτό ήταν η αφορμή που έφυγε. Άλλη ήταν η αιτία. Θες να της μιλήσω εγώ; Είναι η χάρη που σου χρωστάω. Έκανες το παιδί μου καλά. Καταλαβαίνεις τι έχεις κάνει; Έχασα τη γυναίκα μου, δεν ήθελα να χάσω και το παιδί μου. Μια κόρη έχω και ό,τι έχω είναι δικό της.

– Σας ευχαριστώ για την προσπάθεια αυτή, αλλά δεν την αγαπώ πια. Αγαπώ άλλην.

– Θες να της μιλήσω εγώ;

– Αν δεν σας πειράζει θα ήθελα να χειριστώ αυτή την υπόθεση μόνος. Ευχαριστώ.

– Όπως αγαπάς.

– Να πηγαίνω τώρα κύριε Αρθούρε,  έχω κάποιες εκκρεμότητες να κάνω και πάλι ευχαριστώ.

– Στο καλό να πας νέε μου. Καλή σου νύχτα.

— Ένας τέτοιος θα ήταν καλός για την Αρετή μου, αλλά δεν θα της τον επιβάλλω. Καλό παιδί, άξιο. Έχει όλα τα καλά για σύντροφος. Θα ξέρω ότι την αφήνω σε καλά χέρια. Ρώτησα κι έμαθα γι’ αυτόν, έχει μεγάλη περιουσία. Ο πατέρας του ήταν μεγάλος και τρανός στον τόπο του. Αν του μοιάσει και ο γιος! Σκέφτηκε ο πατέρας και έτριβε τα χέρια του από ευχαρίστηση.

Κάθισε στο τζάκι, έβαλε κάστανα στη φωτιά και τα έτρωγε, διάβασε την εφημερίδα του, άναψε την πίπα του και όταν την έσβησε άρχισε να νυστάζει.

Δεν είχε όμως το κουράγιο να ανέβει την μεγάλη σκάλα και προτίμησε απόψε να κοιμηθεί στην μεγάλη κουνιστή πολυθρόνα του, δίπλα στο αναμμένο τζάκι.

– Αρθούρε άκουσε μια γλυκιά γνώριμη φωνή να τον  καλεί.

– Ποιος είναι;

– Η Λίζα σου, γύρισε το παιδί μας ε;

– Ναι καλή μου.

– Και ζεις έτσι στα βουβά, ένα γλέντι έπρεπε να κάνεις. Να σφάξεις το καλύτερο αρνί για να την υποδεχτείς και να βάλεις το καλύτερο κρασί.

– Το ξέρω, αλλά ήταν κουρασμένη, ταλαιπωρημένη, ήθελε να κοιμηθεί. Άλλη μέρα θα το κάνουμε. Την είδες;

– Ναι, είναι κούκλα. Κοιμήσου λοιπόν Αρθούρε και θα πάω να βρω τους φίλους της να της μιλήσουν στον ύπνο της για εκείνο το καλό παιδί το Φίλιππο. Εμένα δεν θα μ’ ακούσει.

– Ώστε κι εσύ συμφωνείς ότι είναι καλό παιδί. Δεν είναι καλή ιδέα, αγαπά άλλη.

– Είσαι ανόητος, την κόρη μας αγαπάει.

-…

– βουβάθηκες έ; Τον εγκρίνω γιατί είναι ο μόνος που μπορεί να μιλήσει μαζί μου όσο είναι σε ξύπνια κατάσταση. Καταλαβαίνεις. Φεύγω τώρα.

Ένα αεράκι φύσηξε και η Λίζα έφυγε. Ο κύριος Αρθούρος ξύπνησε και είδε ότι η πόρτα του σαλονιού ήταν ανοικτή και η κουρτίνα πηγαινοερχόταν με τον  άνεμο. Θα ορκιζόμουν ότι την είχα κλειστή ή μήπως; Δεν μπόρεσε να βρει απάντηση.

Η Αρετή ντυμένη με τις μεταξωτές της πιζάμες και βυθισμένη μέσα στα παπλώματα ονειρευόταν. Ονειρεύτηκε τους τέσσερις νεκρούς φίλους της να κρατάνε μια σαμπάνια στα χέρια και να μπαίνουν στον χώρο. Όμως, δεν ήταν όνειρο απόλυτα, διότι  αυτή η επίσκεψη ήταν παράλληλα πραγματική. Για να μπορέσει να τους δει εν απουσία του Φίλιππου, συνδύασαν την παρουσία τους με ένα όνειρο, επειδή συμπτωματικά εκείνη την ώρα κοιμόταν.

– Απόψε θα πιούμε πολύ.

– Αχ βρε Κώστα η μανία σου για το ποτό σε ακολούθησε και στο θάνατο.

– Ήρθαμε να γιορτάσουμε τους αρραβώνες σου.

– Ποιοι αρραβώνες μου, δεν τα μάθατε; Ήρθατε να με πάρετε μαζί σας και μου το λέτε με τρόπο.

– Ο Φίλιππος σ’ αγαπάει και θα σε κάνει ευτυχισμένη. Θα ζήσεις μέχρι τα βαθιά σου γεράματα. Θα αργήσουμε να έρθουμε.

– Μα τι λέτε τώρα;

– Την αλήθεια που εσύ αγνοείς ή θέλεις να αγνοείς, γιατί έτσι σε συμφέρει.

– Καλά σου λέει η Ελπίδα. Άκουσε την!

– Ναι, για μια στιγμή είπε μια πρόταση ότι νιώθει κάτι. Εννοούσε ότι μ’ αγαπάει;

– Ναι.

– Ω! Θεέ μου μια χαρά μέσα σε μια πίκρα.

– Και είναι και πιο όμορφος από το Γεώργιο.

– Ναι, έχετε δίκιο. Από ομορφιά και χαρακτήρα σκίζει Κατερίνα μου.

– Συγνώμη που σου χάλασα τη ζωή. Συγχώρησε μας να πάμε στην απέναντι όχθη ήρεμοι. Είπε ο Αντώνης.

– Έχετε το λόγο μου. Είπε και ξύπνησε.

Τα φαντάσματα έβγαιναν από τον πύργο και ο Φίλιππος τα είδε από το παράθυρο. Εκείνη την ώρα ήταν καθισμένος στο κρεβάτι της Καρολίνας,  κάπνιζε και άνοιξε το παράθυρο να βγει έξω ο καπνός.  Άκουγε απαλή μουσική και σκεφτόταν την Αρετή.

– Τι θέλουν πάλι, γιατί δεν την αφήνουν ήσυχη;  είπε μεγαλοφώνως.

– Μίλησες παιδί μου;

– Όχι κυρία Ελένη μην ενοχλείστε. Πηγαίνετε να κοιμηθείτε. Έκανα μια σκέψη μεγαλοφώνως.

– Ανησυχώ για σένα. Θες να φας κάτι; Δεν έβαλες μπουκιά στο στόμα σου.

– Έχω φάει έξω.

– Έχω εντολή από την ανιψιά μου να σε προσέχω.

– Καλοσύνη σας, αλλά θα πρέπει να λείψω για λίγο, πρέπει να δω κάτι φίλους.

– Δεν επιμένω,  αλλά δεν θα έπρεπε να ξέρω τι σου συμβαίνει; Ανησυχώ για σένα.

– Αυτό ακριβώς  προσπαθώ να μάθω κι εγώ.

-…

– Σας υπόσχομαι ότι θα τα μάθετε όλα, όχι τώρα πρέπει να προλάβω.

– Όπως αγαπάς.

Την τελευταία πρότασή της δεν την άκουσε ήταν κιόλας έξω.

– Να πάρει, δεν τους πρόλαβα. Μονολόγησε και πήγε να κοιμηθεί.

Όμως τι περίεργο,  μπαίνοντας στο δωμάτιο του είδε τους τέσσερις φίλους καθισμένους στο κρεβάτι της Καρολίνας.

Όση ώρα συνομιλούσαν η κυρία Ελένη έστησε αυτί. Είδε ότι μονολογούσε. ΄

— Άλλη κλείσανε στο τρελάδικο, άλλος το χρειάζεται.

Αμέσως πήρε τηλέφωνο έντρομη την Καρολίνα και έτσι πληροφορήθηκε τι συμβαίνει. Της εξήγησε ότι είναι διάμεσο που επικοινωνεί με όσα για μας είναι αόρατα. Σου το είχα πει θεία τότε. Το ξέχασες; Η θεία της εντυπωσιάστηκε. Είχαν τέτοιο άνθρωπο σπίτι τους; Θα του ζητούσε να μεσολαβήσει να μιλήσει με την αδερφή της, την μητέρα της Καρολίνας. Η Καρολίνα δεν δέχτηκε. Οι νεκροί έρχονται με τη θέλησή τους στο Φίλιππο όποτε θέλουν, δεν τους καλεί εκείνος. Αυτή την ιδιαιτερότητα έχει. Άλλα μέντιουμ κάνουν πνευματισμό, αυτός όχι.

Έτσι ο Φίλιππος πήρε θάρρος από όσα του είπαν τα φαντάσματα κι αποφάσισε την άλλη μέρα να της εξωτερικεύσει τα αισθήματά του. Έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, θα έβρισκε ανταπόκριση.

Μόλις του άνοιξε την πόρτα δεν χρειάστηκαν να πουν περισσότερα. Έπεσαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και τους φάνηκε ότι απέναντι είδαν πολύ κόσμο να χαμογελά. Μπήκανε μέσα στον πύργο αγκαλιά, αφήνοντας όλα τα αδιάκριτα βλέμματα ανικανοποίητα. Άφησε πίσω της ό,τι της έφερνε πίκρα, και πόνο. Μια νέα ζωή ξεκινούσε τώρα γι’ αυτήν. Δίπλα στον Φίλιππο.

 

Ο μυστηριώδης χαμός της Αρετής

4 σχόλια στο Ο μυστηριώδης χαμός της Αρετής

  • Παρασκευή, 14 Οκτώβριος 2016 στο 14:26
    Σύνδεσμος

    τι όμορφη ιστορία!!!
    αρετή , φίλλιπος …φα
    μουσική νότα του πενταγράμμου..
    και όχι μόνο, στην αθέατη πλευρά ένας μετασχηματισμός ηλεκτρικής ενέργειας.
    καμιά φορά ο εγωισμός τυφλά σε οδηγεί , την διαίσθηση δεν την ακούς , σε σιωπές καταλήγεις.
    και αυτές οι σιωπές φωνή αποκτούν και νόημα αποκτούν.
    πραγματικά Νεκταρία και αυτή η ιστορία μου άρεσε ,κάποτε είχα γράψει…

    «αλλά μας αρέσει να βλέπουμε να διαδραματίζεται ένας έρωτας
    μας κινεί το ενδιαφέρον και δεν μας ενδιαφέρει τι ταυτότητα έχει
    όταν μοιάζει να φαίνεται αληθινός θέλουμε να το παρακολουθούμε και να ιδούμε πώς πάει αν θα μείνει ανεξίτηλος ή θα χαθεί στα σοκάκια της ανάμνησης..»

    όπως είχες γράψει και στην διαφορά του έρωτα με την αγάπη , όταν φύγει ο έρωτας η αγάπη παραμένει αλώβητη από τις ξένες παρεμβάσεις να κινείται αέναα στον κύκλο της ζωής.

    έτσι κάπως ξεκινά και στο τέλος δεν πέφτουν τίτλοι τέλους αλλά ορίζει μια όμορφη συνέχεια.
    μπράβο σου Νεκταρία , τα κατάφερες πάλι , να νοιώσουμε και πάλι νέοι και την καρδιά μας να ανοίξουμε..
    μια όμορφη καλημέρα

    Απάντηση
    • Παρασκευή, 2 Μάρτιος 2018 στο 13:03
      Σύνδεσμος

      Όμως το φα είναι μια αναζωγόνηση και μια απελευθέρωση. Το μαρτυρά το αποσμητικό φα.

      Απάντηση
      • Παρασκευή, 2 Μάρτιος 2018 στο 15:04
        Σύνδεσμος

        καλησπέρα Νεκταρία,
        Πόσο καιρό έχω να περάσω από εδώ …Ήταν μια ευχάριστη έκπληξη.
        χάρηκα πολύ μόνο και μόνο με την ένδειξη των εισερχομένων ότι υπάρχει εμαιλ από εσάς.
        Και παραπίπτοντως φα αποσμητικό χρησιμοποιώ ..
        Βλέπω άλλαξες και άβαταρ..
        Χαμογελαστή όπως πάντα ελπίζω να είσαι .

        Απάντηση
        • Παρασκευή, 2 Μάρτιος 2018 στο 18:28
          Σύνδεσμος

          Άφησα για λίγο τις ερμηνείες, σαν ένα διάλειμμα και αποφάσισα να δω τα άρθρα μου. Ήταν τυχερό να σε φέρω πίσω στα παλιά σου λημέρια. Τα άρθρα και τα διηγήματα έχουν αυξηθεί. Ίσως ήρθε ο καιρός να βλέπουμε πάλι απαντήσεις σου. Έχουν γίνει πολλές αλλαγές. Το αβατάρ μου θυμίζει πως πρέπει να είμαι. Αυτό το κείμενο όσο ωραίο κι αν ήταν είχε κάποιες ελλείψεις, σαν να είχα αφήσει τρύπες ανοικτές. Τώρα έκανα αλλαγές. Θα δεις ότι είναι ακόμα πιο ολοκληρωμένο.

          Απάντηση

Αφήστε μια απάντηση

Πριν αφήσετε κάποιο σχόλιο διαβάστε τα εξής:

 
  • - Τα σχόλια σας θα πρέπει να εγκριθούν από τους διαχειριστές της ιστοσελίδας πριν δημοσιευτούν.
  • - Παρακαλούμε χρησιμοποιήστε Ελληνικούς χαρακτήρες, σχόλια γραμμένα σε greeklish δεν θα εγκρίνονται.
  • - Όνειρα που βλέπετε Σάββατο βράδυ προς ξημερώματα Κυριακής δεν θα εξηγούνται. Αν σ' αυτή την ημερομηνία γράφετε όνειρα άλλων ημερών αυτό υποχρεωτικά πρέπει να επισημαίνεται, για να λαμβάνουν απάντηση και τα όνειρα αυτά. Όταν όμως γράφετε όνειρα με Κυριακάτικη ημερομηνία και είναι άλλων ημερών, πρέπει να γίνεται υποχρεωτική επισήμανση αυτού, ώστε να παίρνουν άμεσα απάντηση, αποφεύγοντας την ερώτηση αν είναι Κυριακάτικο. Όταν δεν υπάρχει επισήμανση, θα θεωρούνται Κυριακάτικα και δεν θα παίρνουν απάντηση.
  • - Όνειρα που βλέπετε Σάββατο βράδυ προς ξημερώματα Κυριακής δεν θα εξηγούνται.
  • Διαβάστε τους όρους χρήσης μας
  • - Να είστε υπομονετικοί, οι χρήστες που απαντούν στα σχόλια σας είναι εθελοντές και θα σας απαντήσουν μόλις μπορέσουν.
  • -Παρακαλούμε διαβάστε τους παραπάνω όρους πριν καταχωρήσετε κάποιο σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο