Σαν όνειρο πρόβαλε η αυγούλα με διάφορα χρώματα στον ουρανό. Ο ήλιος ήταν έτοιμος να φανεί . Η πλάση ήταν ήρεμη. Όμως αυτά τα χρώματα η Χαρά δεν μπορούσε να τα δει, να τα ευχαριστηθεί, γιατί ζούσε στην Αθήνα, σε μια γκρίζα πολυκατοικία.  Αυτή  η πολυκατοικία βρισκόταν  στην  πλατεία Συντάγματος, πολύ  κοντά στη Βουλή.  Μπορεί η πολυκατοικία που ζούσε να ήταν γκρίζα, ο αέρας που ανέπνεε αποπνικτικός, αλλά οι γλάστρες που είχε στο μπαλκόνι την μετέτρεπαν σε ένα επίγειο παράδεισο.

Ζούσε μόνη. Μοναδική της παρέα ήταν η κυρία Θάλεια, η ενοικιάστρια της συγκεκριμένης  πολυκατοικίας,  που έμενε στον πρώτο όροφο και τη βοηθούσε στις δουλειές, γιατί οι γονείς της ζούσαν στην επαρχία, συγκεκριμένα στην Νάουσα της  Πάρου.

Η Χαρά κατοικούσε στον δεύτερο   όροφο. Η κυρά  Θάλεια  δεν είχε παιδιά.  μόνο έναν ανιψιό, γιο της μακαρίτισσας της αδερφής της. Ήρθε  στην   Αθήνα από  την Πάτρα   Εκείνη της είχε πει μια φορά για τον ανιψιό της, αλλά δεν φαντάστηκε ότι  χθες ήρθε από την Πάτρα για δουλειές και θα έμενε μαζί τους  ένα χρόνο.

Η  Χαρά ήταν φοιτήτρια της Ιατρικής. Συγκεκριμένα, αυτή τη  στιγμή ήταν καθισμένη στο γραφείο της και διάβαζε.  Την ηρεμία της στιγμής διέλυσε  ο εκκωφαντικός θόρυβος  από ήχο κιθάρας  που ακουγόταν, και σίγουρα έπαιζε ένας επαγγελματίας  κιθαρίστας, γιατί της άρεσε ο τρόπος που  παίζει. Δεν  ήταν καθόλου φάλτσος. Αυτό πρόσεξε η  Χαρά, αλλά η ώρα που διάλεγε να παίξει δεν την άφηνε να ευχαριστηθεί  το τραγούδι που ακουγόταν, γιατί αυτή την ώρα μελετούσε, αφού χρωστούσε ένα μάθημα.  Αν έγραφε αυτό το μάθημα θα έπαιρνε πτυχίο. Έζησε εφτά χρόνια στην Αθήνα, αλλά βαρέθηκε αυτή τη ζωή. Αν γινόταν, θα είχε φύγει.

Λίγο αργότερα, ένα γκρίζο σύννεφο χάλασε τη μαγεία αυτή και άρχισε να ψιλοβρέχει. Τίποτα δεν θύμιζε την προηγούμενη γαλήνη, χάλασε ο καιρός. Ιούνιος μήνας  ήταν,  είναι   δυνατόν  να βρέχει; Στην Πάρο Ιούνιο μήνα δεν βρέχει ποτέ. Ήξερε όμως ότι οι βροχές του Ιουνίου είναι δυνατές και σύντομες.

Ένα άχαρο κομπρεσέρ άρχισε τις εργασίες του και ακούγονταν τα βαγόνια του  ΜΕΤΡΟ  που πηγαινοέρχονταν για να μεταφέρει κόσμο στις δουλειές του. Τα αυτοκίνητα που περνούσαν έκαναν ακόμα πιο έντονη την ηχορύπανση. Ναι, οι θόρυβοι της πόλης, που ποτέ δεν κοιμάται, έγιναν δυνατοί και δεν την άφηναν να διαβάσει. Ήταν αδύνατον να συγκεντρωθεί.

Έφυγε από το γραφείο της και στάθηκε στο  παράθυρο. Το άνοιξε, χασμουρήθηκε και τεντώθηκε.  Έβλεπε μόνο από  το παράθυρό της την κίνηση στους δρόμους, τους βιαστικούς   ανθρώπους, τα αυτοκίνητα. Τον πλανόδιο λαχειοπώλη, που μέσα στη βροχή, στον ήλιο, στο κρύο δουλεύει ακούραστα για το μεροκάματο. Δίπλα του ο κουλουρτζής φωνάζει να δοκιμάσουν  τα τραγανιστά κουλούρια του και όσα περισσέψουν, ξερά πια ή τα πετάει να φάνε τα περιστεράκια του Συντάγματος, ή τα βρέχει και τα τρώει ο ίδιος. Δύσκολοι καιροί για βιοπαλαιστές. Δύσκολα βγαίνει το μεροκάματο σήμερα. Δυστυχώς, το ευρώ δύσκολα βγαίνει, εύκολα ξοδεύεται. Αυτή είναι η κατάρα του. Και η βροχή όλο  δυνάμωνε.

— Αχ σπίτι μου σπιτάκι μου πόσο χαίρομαι όταν αναπολώ ώρες καθισμένη  στον κήπο μου τη θάλασσα με όλες τις διαθέσεις της! Αχ τι ωραία που είναι να ζεις στην ξεγνοιασιά, στον καθαρό αέρα! Σκεφτόταν  εκείνη  όταν βρισκόταν στο  σπίτι  της στην Πάρο, και συγκεκριμένα στη Νάουσα.  Το πιο όμορφο για εκείνη νησάκι, αφού ήταν η πατρίδα της.

Αντίθετα, εδώ κάθε μέρα ζούσε με το φόβο ότι κάτι θα της συμβεί. Κάθε νύχτα  μπαίνει στο διαμέρισμά της και μιλά με τον εαυτό της, κάνει μαζί του μια κουβέντα.

— Έκλεισες το φως; Έβαλες κάγκελα στις πόρτες; ….Έκλεισες;

Καθημερινά ζούσε μ’ αυτή  την αγωνία. Ήταν ένας εφιάλτης η επιβίωση της εδώ. Επτά χρόνια ζούσε σ’ αυτό το μέρος και δεν το είχε ακόμα συνηθίσει. Η ζωή της μοιάζει σαν την πρώτη μέρα.  Δεν είναι ασφαλής  η ζωή στην Αθήνα και το ήξερε καλά αυτό. Αντίθετα, στην επαρχία είναι.

— Εμείς στην  Νάουσα της Πάρου κοιμόμαστε με τα παράθυρα  ανοιχτά που λέει ο λόγος και δεν έχουμε το παραμικρό πρόβλημα. Δίνουμε άφοβα το κλειδί στη γειτόνισσα. Αν γίνουν αυτά στην Αθήνα, ή θα σε ληστέψουν ή θα  σε σφάξουν. Αλώβητος αποκλείεται να μείνεις. Σικάγο γίναμε. Η παροιμία θα αλλάξει,  θα γίνει Αθήνα  γίναμε. Δεν αστειεύομαι!

Κοιμόταν μόνη και όταν έλειπε έβαζε σε λειτουργία το  συναγερμό στο  σπίτι. Τόσο φόβο είχε. Αλλά τι να της κάνει κι αυτός, όταν καταφέρει ο ληστής να τον  απενεργοποιήσει;  Κι αν γίνει διακοπή ρεύματος, πώς θα λειτουργήσει;  Μάλιστα, έβαλε αλυσιδίτσα και ματάκι στην πόρτα. Έπρεπε να προφυλαχτεί με όποιο τρόπο μπορούσε.

Η ΔΕΗ έκανε πολλά blackout αυτό τον καιρό. Όλο απεργίες, στάσεις εργασίας. Δεν ακούς τίποτα άλλο στις ειδήσεις. Μάλιστα, έπαψε να βλέπει ειδήσεις, γιατί το ένα δελτίο είναι αντιγραφή του άλλου, με μικρές διαφορές.

Η βροχή έπαψε. Ο λαμπερός ήλιος βγήκε και φώτισε την Αθήνα. Ένα ουράνιο τόξο βγήκε στον ουρανό αλλά πώς να φανεί; Τα ψηλά κτίρια εμπόδιζαν τη θέαση του. Σε λίγο άκουσε  φωνές. Ω  Θεέ μου! Τι είναι αυτό; Τι γίνεται πάλι;  Το ΠΑΜΕ με ξύλα στα χέρια και με μεγάφωνα ξεσηκώνει τους  εργαζόμενους να  απεργήσουν.  Άντε να διαβάσεις μ’ αυτή την  οχλαγωγία. Ποιος τους σκέφτεται τους φοιτητές; Μόνο τον εαυτό τους σκέφτονται.  Άρχισαν να φωνάζουν συνθήματα  κατά της κυβέρνησης και έβαλαν τραγούδια της εργατιάς. Μαζί τους οι αγανακτισμένοι εργαζόμενοι τραγουδούσαν. Μάλιστα το βράδυ ο Β.Π., ο γνωστός  τραγουδιστής,  είχε προγραμματισμένη μια συναυλία δωρεάν, χωρίς είσοδο.  Αυτό θα πει καλοπέραση. Άντε να διαβάσεις μετά απ’ αυτό.

Ο φόβος την έχει καταντήσει ράκος. Δεν είναι εύκολο να ζεις πολύ κοντά στη Βουλή.  Προχθές πάλι  το κάνανε το θαύμα τους. Δύο τετράγωνα παραπέρα είχαν κάψει κουκουλοφόροι την Αθήνα, φλεγόταν το κέντρο, διέλυσαν σπίτια, μαγαζιά. Θα ’ρθει κι η σειρά της. Πότε θα γίνει αυτό, αγνοούσε.  Έχουν ένα ταχυφαγείο στο ισόγειο, δίπλα στο γκαράζ. Πως  τη γλίτωσε,  απορούσε! Αχ μια βδομάδα έμεινε, να δώσει το μάθημα, να  πάρει το πτυχίο, να ξενοιάσει, να  φύγει από εδώ. Ένα μάθημα έμεινε. Ένα και μετά γεια σου Αθήνα, πάω να ζήσω   ξέγνοιαστα στην πατρίδα μου. Αυτό το λαχταρούσε πολύ.  Μετρούσε τις μέρες και τις ώρες να γίνει αυτό.

Δεν κοιμόταν πολύ, αλλά διάβαζε ώρες ατελείωτες.  Έπαιρνε αμφεταμίνες για να την κρατάνε όρθια και κάποια στιγμή, καθώς διάβαζε, άκουσε πάλι εκείνο  το ρυθμό. Εκείνη τη γλυκόλαλη  κιθάρα, που ηχούσε στ’ αυτιά της σαν μουσική από άλλη διάσταση. Κατευθείαν από τον παράδεισο. Άνοιξε το παράθυρο για να την ακούσει πιο έντονα, να τη χαρεί.   Πόσο είχε ανάγκη να πέσει στα βελουδένια παπλώματα και να μην σηκωθεί. Νύσταζε, αλλά ο ύπνος γι’ αυτήν ήταν μια πολυτέλεια αυτή τη στιγμή.  Κοίταζε το δωμάτιό της. Ένα δωμάτιο απλό, φοιτητικό να μεγαλώνει και εκείνη ένιωθε τον κόσμο να μικραίνει και σε λίγο έπεσε λιπόθυμη  στο γραφείο της.

 

Σε λίγο συνήρθε. Πήγε στην κουζίνα και έψησε ένα καφέ. Τη στιγμή που έπινε τον καφέ της, είδε ένα χρυσό έντομο να πετάει. Μπήκε από το ανοικτό παράθυρο και κατευθύνθηκε μέσα στο βιβλίο της και άρχισε να της σχίζει κάποιες σελίδες χωρίς εκείνη να έχει τη δύναμη να το σταματήσει στο εγκληματικό του έργο.  Συγκεκριμένα, εκατόν ενενήντα σελίδες λείπανε από το βιβλίο της. Ήταν όλη η ύλη που έπρεπε να διαβάσει. Το έντομο έφυγε από το ανοικτό παράθυρο και της πέταξε ένα φάκελο που έπρεπε οπωσδήποτε να διαβάσει. Τον έπιασε, αλλά δεν πρόλαβε να  διαβάσει το περιεχόμενό  του, τον άφησε πάνω στο γραφείο της. (Ακούστηκε ο ήχος του κουδουνιού της). Πήγε να ανοίξει την πόρτα. Ήταν, όπως το είχε φανταστεί, η κυρία Θάλεια. Ποιος άλλος θα την επισκεπτόταν τέτοια ώρα;

– Χρυσό μου κορίτσι, είσαι καλά; Χλωμή μου φαίνεσαι. Έφαγες τίποτα; Είπε η κυρά Θάλεια ανήσυχη.

– Ναι μην ανησυχείτε  έφαγα μια σουπίτσα χθες και ήπια ένα καφεδάκι τώρα το πρωί.

– Μια σουπίτσα, ένα καφεδάκι! Αηδίες!   Τι να σου  κάνει ένα τέτοιο γεύμα; Είσαι  φοιτήτρια. Χρειάζεσαι να τρως, να έχεις θερμίδες για να τις κάψεις. Κάνε μια πορτοκαλάδα και ένα τοστ. Θα είσαι εντάξει. Ευτυχώς  που έχεις  εμένα. Σου έφερα παστίτσιο που περίσσεψε από  χθες. Να το βράσεις και να φας το μεσημέρι. Θα μου τα ψάλλει η μάνα σου  αν πάθεις κάτι. Να φτιάξεις και ένα γλυκό, χρειάζεται σάκχαρα ο εγκέφαλος για να λειτουργήσει. Άκουσε με και δεν θα χάσεις.

– Μην ανησυχείτε,  υπόσχομαι ότι θα το φάω,   είπε  κι εκείνη έφυγε ήσυχη.

Πήγε να βρει το φάκελο στο μέρος που τον είχε αφήσει, αλλά δεν τον είδε πουθενά, είχε εξαφανιστεί. Έκλεισε το παράθυρο.  Έπιασε το βιβλίο της και είδε ότι όλες οι σελίδες ήταν στην θέση τους.

— Κι όμως θα ορκιζόμουν ότι είδα το έντομο να σχίζει τις σελίδες!. Της  φαντασίας μου θα ήταν. Άλλωστε, ο φάκελος δεν είναι πουθενά, αυτό τ’ αποδεικνύει. Όμως ορκίζομαι  ότι  τον έχω αφήσει πάνω στο γραφείο. Δεν είμαι καλά, αρχίζω να τα χάνω τελευταία. Ονειρεύομαι με τα μάτια ανοιχτά.  Είναι δυνατόν; Ναι, λένε ότι  όταν δεν κοιμάται ο άνθρωπος σωστά, αν το μυαλό είναι υπερφορτωμένο με εμπειρίες, ονειρεύεται με τα μάτια ανοιχτά. Αυτό μου συνέβη.

Πήγε στην κουζίνα και έπιασε από το ψυγείο τρία πορτοκάλια, μια φέτα ζαμπόν και μία τυρί. Έκανε ένα χυμό στον αποχυμωτή,  πήγε στη ψωμιέρα και  έπιασε δύο φέτες του  τοστ και άναψε την τοστιέρα.

–Αν φάω καλά δεν θα έχω παραισθήσεις ή ψευδαισθήσεις, ούτε  θα  ονειρεύομαι με τα μάτια ανοιχτά. Σίγουρα.

Ο ήλιος πια βγήκε κανονικά. Έπαψε εντελώς η βροχή. Οι  βροχές του Ιουνίου ευτυχώς κρατάνε λίγο. Σε λίγο η κοπέλα πήγε στη βεράντα της και  άρχισε να παίρνει το γεύμα  της. Είχε τόση πείνα που της φάνηκε πολύ νόστιμο.  Σε λίγο άκουσε  ομιλίες, αλλά δεν κατάλαβε τι έλεγαν.  Έσκυψε  στο μπαλκόνι  και είδε  ένα νεαρό να είναι καβάλα στη μηχανή του ακόμα και να μιλάει με την κυρία Θάλεια. Έπειτα, έκανε  θόρυβο με την μηχανή του και  την άραξε σε ένα σημείο του  γκαράζ. Μετά ανέβηκε στον  όροφο που  κατοικούσε η   κυρά  Θάλεια,   την  επισκέφτηκε και   μάλιστα κρατούσε και μια μεγάλη κιθάρα στην πλάτη. Αυτός ήταν   λοιπόν   ο κιθαρίστας! Εκτός του ότι παίζει ωραία κιθάρα είναι και κούκλος! Πολύ ωραίος θα έλεγα!

–Μπράβο η κυρία Θάλεια! Δέχεται και νεαρούς  στο σπίτι της;

Δεν άκουσε τι λέγανε, αλλά την είδε να του γελά και να τον φιλά στο μάγουλο και τέλος, να του  δίνει σπανακόπιτα που του  είχε φτιάξει. Εκείνος   δάγκωσε  μια μπουκιά και φώναξε.

– Γεια στα  χέρια σου κούκλα μου. Την πέτυχες!

– Παλιόπαιδο! Πόσες κολακείες ξέρεις να λες!  Του  είπε εκείνη και  γελούσαν.

– Δεν είναι κολακείες. Καμιά δεν σε φτάνει στην μαγειρική.

Εκείνος της   έδωσε τα ψώνια που του ζήτησε να της αγοράσει από το κοντινότερο σουπερμάρκετ και εκείνη από ευγνωμοσύνη του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο.  Εκείνη είδε όλη τη σκηνή, πόνεσε, ζήλεψε.

–Κοίτα να δεις τι γίνεται, εγώ είμαι νέα και δεν έχω έναν τέτοιο άνδρα, είμαι μόνη κι αυτή γριά γυναίκα, τον κλείνει στην αγκαλιά της και μάλιστα τον φιλά και τον σπιτώνει κιόλας. Κι αυτός ο ανώμαλος με γριά  βρήκε να βγάλει τα μάτια του; Γιος της αποκλείεται να είναι, παιδιά δεν έχει, μου το είπε. Τι άλλο μπορεί να είναι αυτός ο νεαρός; Είναι   σίγουρα αγαπητικός. Τι αταίριαστη σχέση!. Θα μείνω σε άλλο σπίτι, ΣΥΓΧΥΣΤΗΚΑ!!!!

Δεν ήθελε να πάει στο πανεπιστήμιο. Συνέχεια σκεφτόταν πόσο ωραία θα ήταν να γινόταν φίλη του, αλλά είχε άλλου είδους βλέψεις.  Του άρεσαν οι γριές. Τι ήθελε με την 70χρονη; Μήπως θέλει να την σκοτώσει και της κάνει τον καλό; Μήπως θέλει να  την κληρονομήσει; Είναι  30άρης σίγουρα. Αυτή 70. Πρέπει να της πω την αλήθεια, να την προσγειώσω ανώμαλα  ότι δεν την αγαπάει. Τώρα που η  Χαρά   ηρέμησε, έπαψε  να  την βλέπει  σαν αντίζηλο και την έβλεπε σαν θύμα  με  θύτη   αυτόν.

Ο νεαρός ξαναβγήκε  και πήγε στο γκαράζ  γατί θυμήθηκε ότι είχε ξεχάσει πάνω στην κόκκινη μηχανή του τα κλειδιά του. Η Χαρά εκείνη την ώρα πότιζε εκνευρισμένη τα λουλούδια της, με  αποτέλεσμα όταν εκείνος ξανανέβηκε να  τον βρέξει εσκεμμένα.

– Εκείνος γύρισε το κεφάλι του ψηλά και είδε την κοπέλα να ποτίζει και να γελά ικανοποιημένη για το κατόρθωμά της και μάλιστα του  σιγοψιθύριζε  έναν σκοπό.

– Συγνώμη κοπελιά, σταμάτα το πότισμα. Κόσμος περνάει από κάτω. Μουσκίδι  με έκανες. Δεν Βλέπεις μπροστά σου, στραβή είσαι;

– Αχ! Δεν σας πρόσεξα.

– Καλά, τόσο άνδρακλας που είμαι δεν με πήρες χαμπάρι; 1,90 ύψος έχω.

– Μεγάλη ιδέα δεν έχεις για τον εαυτό σου; Ποιος είσαι;

– Δεν σου πάει να είσαι κακιά. Νόμιζα πως είχα μπροστά μου  μια  όμορφη κοπέλα, γεμάτη καλοσύνη, που θα μου ζητήσει συγνώμη για το λάθος της.

– Ποιο  λάθος μου;  Δεν παραδέχομαι ότι έκανα  λάθος. Εγώ  τα  λουλουδάκια μου  πότιζα, ας μην περνούσες από κάτω την ίδια ώρα.  Ποιος σου φταίει; Εγώ…

– Α! Είσαι και γλωσσού και αυθάδης. Δηλαδή αντί να σου τα ψάλλω εγώ, μου τα ψάλλεις εσύ; Άντε θεία τελείωνε να πάω στο διαμέρισμά μου,  γιατί με την τρελή που έμπλεξα, δεν ξεμπλέκω εύκολα.

– Θεία σου  είναι η κυρά Θάλεια; Μήπως είσαι ο ανιψιός της ο Ανδρέας που ζεις  στην Πάτρα;

–  Μάλιστα, αυτός είμαι. Αυτοπροσώπως.  Είμαι από την Πάτρα και ήρθα χθες στην Αθήνα. Θα με υποστείτε θέλετε δεν θέλετε. Με φιλοξενεί η θεία μου από χθες στο πάνω πάτωμα από το δικό σας.

– Πού να το φανταστώ! Άκουσα την κιθάρα, αλλά… Μου είπε ότι είχε ανιψιό, αλλά που να το φανταστώ! Εγώ νόμιζα ότι…

– Τι νόμιζες;

– Τίποτα. Ώστε, θα σε έχω από πάνω μου. Γείτονα.

– Αναγκαστικά για 1 χρόνο.

– Πώ! Πω!  Εγώ σε μια εβδομάδα θα φύγω στην πατρίδα μου.

Αυτό το τελευταίο εκείνος δεν το άκουσε, γιατί   είχε ήδη φύγει. Τουλάχιστον,  θα είχε κάποιον να την προστατεύει, όσο καιρό μείνει ακόμα εδώ.

Το ίδιο βράδυ η Χαρά έβαλε το παστίτσιο στο φούρνο να ζεσταθεί και έπειτα  διάβαζε στο γραφείο της. Απόψε, για πρώτη φορά, ξέχασε να κλειδώσει  την πόρτα. Η κλειδαριά δεν έπιασε καλά και ήταν μισάνοιχτη. Εκείνη δεν το αντιλήφθηκε αυτό, και μη γνωρίζοντας  όλα αυτά πήγε ήσυχη να διαβάσει.  Ο Ανδρέας μπήκε στο διαμέρισμά της και πίστευε ότι ήταν το δικό του. Έκανε λάθος στον όροφο.  Εκείνη  τον  ένιωσε να   μπαίνει στο άλλο   δωμάτιο  κι  όχι αυτό που χρησιμοποιούσε. Δεν ήξερε μέσα στο σκοτάδι ποιος ήταν.  Εκείνη είδε τη σκιά του και άκουσε το κινητό του να χτυπά. Πάνω  στον πανικό της μπήκε στην κουζίνα και έπιασε ένα  μεγάλο τηγάνι. Αφού έκανε την είσοδό της στο δωμάτιο,  πριν προλάβει εκείνος να ανάψει το φως, του   το κοπάνησε  στο κεφάλι. Όχι  πολύ δυνατά, για να μην κάνει καμία ζημιά. Ήθελε μόνο να τον ακινητοποιήσει να τον δέσει σε μια πολυθρόνα  με αλυσίδα και να κλείσει το  στόμα του με κολλητική ταινία . Ακόμα όμως   και σιγανά να ήταν το χτύπημα, πόνεσε.  Όχι  όμως όσο θα πονούσε αν το χτύπημα ήταν   πολύ  δυνατό.

–  Ωχ  μάνα  μου! Ακούστηκε μια φωνή πόνου.

Εκείνη άναψε το φως και είδε τον Ανδρέα να κρατά το κεφάλι του.

– Εσύ ήσουν;

–Ω Θεέ μου γιατί άφησες να συμβεί αυτό; Θα το σκότωνα τον άνθρωπο.

– Βρε ηλίθια, τι έκανες;

– Δεν το  πιστεύω. Εσένα χτύπησα;

– Τι θέλεις στο σπίτι μου;.

– Εσύ τι θέλεις στο δικό μου σπίτι;

– Καλά τρίτος όροφος δεν είναι;

– Δεύτερος.

– Έστω,  έκανα λάθος. Άνθρωπος  είμαι, θα μου το καταλογίσεις αυτό; Καλά, έτσι υποδέχεσαι εσύ τους ανθρώπους που σε επισκέπτονται; Προβληματική είσαι;

– Καλά, συγνώμη, έκανα λάθος. Σε πέρασα για ληστή. Δεν φαντάστηκα ότι…

– Μην δικαιολογείσαι. Φαίνεται ότι είναι γραφτό μου όταν συναντιόμαστε εμείς οι δύο  να βγαίνω ή δαρμένος ή βρεγμένος από τα χέρια σου.

– Δεν το θέλω, μόνο του  βγαίνει.  Θα σε γιατρέψω. Είμαι τελειόφοιτη γιατρός.

– Άσε τα δηλητήρια που μου βάζεις,   δεν τα δέχομαι…Εγώ ξέρω τα γιατροσόφια της γιαγιάς. Κομπογιαννίτικα, αλλά αποτελεσματικά.   Ωραία που τα λέμε οι δυο μας. Δεν θα μου φέρεις λίγο πάγο να μη γίνει καρούμπαλο. Αυτό μου έλειπε! Πώς θα κάνουμε την πρώτη μας εμφάνιση σαν συγκρότημα; Με τους επιδέσμους θα είμαι γελοίος!  Αύριο το βράδυ  θα  δείξουμε το πηγαίο μας ταλέντο κι εσύ με ενοχλείς   σ’ αυτό.

–  Κι εγώ  γιατί σε ενοχλώ;

– Μπορείς να εξαφανιστείς σε αχτίνα 1000 μέτρων; Αν αυτό δεν γίνεται θα πρέπει να κάνω ασφάλεια ζωής ή να πάρω ασφαλιστικά μέτρα για τη  σωματική μου ακεραιότητα. Θα αποταθώ σε κάποιο καλό δικηγόρο γι’ αυτό να με συμβουλέψει.

– Τα παραλές. Έχω γλυκό που έφτιαξα με τα χεράκια μου. Να σου φέρω ένα κομμάτι να σε γλυκάνω; Αρκετά  σε πίκρανα σήμερα.

– Να λείπει το βύσσινο. Όχι, δεν θα πάρω. Μπορεί να με δηλητηριάσεις.

– Τότε θα σου  φέρω έτοιμο του ζαχαροπλαστείου. Γκρινιάρη!

– Συγνώμη, δεν ήθελα να σε θίξω αλλά… Εντάξει, φέρε το δικό σου με την προϋπόθεση να φας πρώτη εσύ. Να είμαι σίγουρος.   Πως σε λένε; Της είπε καθώς την έβλεπε  να   τρώει το γλυκό της.

– Χαρά.

– Μάλιστα, η χαρά προσωποποιημένη  είσαι.

— Ψυχραιμία Χαρά! Σκέφτηκε εκείνη.

– Ορίστε δύσπιστε. Ικανοποιήθηκες τώρα;

– Μάλιστα, τώρα είμαι εντάξει.

Εκείνη έφερε παγάκια απ’ το ψυγείο,  του έβαλε πάγο  σε μια κομπρέσα και την τοποθέτησε πάνω στο κεφάλι του.

– Πιστεύω  η γκαντεμιά να σταματήσει εδώ.

– Κι εγώ το εύχομαι, αν θέλεις το καλό σου. Να πηγαίνω τώρα, θα θες να κοιμηθείς.  Καληνύχτα.

– Αφού  είσαι χτυπημένος, μην κοιμηθείς αμέσως.  Εγώ θα διαβάσω. Καληνύχτα. Είπε κι εκείνη με τη σειρά της.

Εκείνος έφυγε και τότε μια κραυγή πόνου ακούστηκε εκ νέου.

– Μ’ έφαγες κακούργα!

– Τι έγινε πάλι;

– Γλίστρησα, τι έριξες χάμω;

Εκείνη είδε ότι υπήρχαν νερά στο πάτωμα. Κάποια παγάκια είχαν πέσει από τα χέρια της χωρίς  να το αντιληφθεί στο πάτωμα, έλιωσαν, κι έκαναν  όλη τη ζημιά.

– Θα σε πνίξω! Της είπε και την  έπιασε με οργή  με τα δυο του χέρια τυλιγμένα  γύρω  από   το λαιμό  σφίγγοντας  την,  αλλά αργότερα το μετάνιωσε, καθώς την είδε φοβισμένη να τον παρακαλεί ικετευτικά να σταματήσει. Από το φόβο της δεν μπορούσε να αρθρώσει κουβέντα. Όταν  συνήλθε μπόρεσε  να του πει:

– Όχι, έτυχε. Δεν ήταν σκόπιμο. Έγινε ατύχημα. Έλα να σε σηκώσω, να σε περιποιηθώ.

– Όχι, να λείπει, αρκετά με περιποιήθηκες  σήμερα, φτάνει. Δεν αντέχω άλλο.

Εκείνη έκανε σαν να μην άκουσε την τελευταία του πρόταση.

– Μπορείς να το πατήσεις;

– Ευτυχώς ναι, δεν ήταν σπάσιμο, αλλά πονάει, το στραμπούλησα.

– Θα περάσει. Μα δεν προσέχεις κι εσύ. Το φως ήταν αναμμένο, δεν είδες τα νερά;

– Εσύ γιατί δεν πρόσεξες τα παγάκια όταν τα μετέφερες να μην σου  πέσουν; Η ευθύνη βαραίνει εσένα αποκλειστικά κι όχι εμένα.

– Να σε πάω σπίτι σου;

– Όχι, ευχαριστώ. Ξέρω μόνος μου το δρόμο. Θα πάρω το ασανσέρ γιατί το χτύπημα δεν μου επιτρέπει να ανέβω σκάλες. Κάτι απαίσιο μυρίζει. Κάτι καίγεται!

– Αμάν το παστίτσιο που  μου έφερε η θεία σου ήταν. Το  ξέχασα στο φούρνο.  Πάει, κάηκε, δεν έμεινε τίποτα. Κάρβουνο έγινε! Τι άτυχη που είμαι! Θα μείνω νηστική απόψε.

Εκείνος ένιωσε συμπόνια γι’ αυτήν.

– Έλα σπίτι μου  να φάμε  μαζί.  Θα τηγανίσω ψάρια και έχω και ένα  καλό άσπρο κρασί να πιούμε. Θα περάσουμε καλά.

– Δεν φοβάσαι μην  σου κάψω το σπίτι με την γρουσουζιά μου;

– Όχι, έτυχαν όλα αυτά. Τι άλλο κακό μπορεί  να  μας βρει  από εδώ  και πέρα; Έλα, πάμε σπίτι μου.

Εκείνη ετοιμάστηκε  και πήραν το ασανσέρ. Το ρεύμα κόπηκε και έμειναν κλειστοί  στη μέση του ορόφου.

– Τι ωραία που περνάμε! Είπε εκείνος χαμογελαστός  και του φάνηκαν αστεία όλα αυτά που περνάνε. Γέλασαν κι οι δύο. Εκείνος είχε κλειστοφοβία και εκείνη προσπάθησε να του δώσει κουράγιο. Το ρεύμα επανήρθε και ήταν όλα εντάξει.

Εκείνη άρχισε να ανησυχεί. Ήταν συμπτώσεις  ή τα προκάλεσε η ίδια; Μήπως ο γκαντέμης είναι αυτός ή μήπως η μεταξύ τους  σχέση, δεν ήξερε να πει.

Μπήκαν στο σπίτι του και είδε ότι εκείνος έπαψε να κουτσαίνει..  Τον έβαλε  να  ξαπλώσει στον καναπέ.  Ήταν ένα κλασικό σπιτάκι, σχεδόν όμοιο με το δικό της, αλλά διαφορετικά διακοσμημένο. Η επίπλωση ήταν διαφορετική.

– Βλέπω δεν κουτσαίνεις πια. Του είπε ανακουφισμένη.

– Όταν ήμασταν στο ασανσέρ  το κούνησα και μπήκε το κόκαλο στη  θέση του. Είχε βγει και τώρα είμαι καλά, μην ανησυχείς.

– Πράγματι, βλέπω ότι  είσαι καλά.

– Ναι, προς το παρόν. Το μετά κανείς δεν το ξέρει.

Εκείνος, σαν   ιππότης  που   ήταν, άνοιξε  την  τηλεόραση  με το τηλεκοντρόλ να δει η κοπέλα, κι εκείνος σηκώθηκε, πήγε στην  κουζίνα και βλασφήμησε.

– Τι έγινε τσακίστηκες; Μην  πεις ότι φταίω πάλι εγώ.

–  Όχι, μου τελείωσε το λάδι.

– Δες σε όλα τα ντουλάπια μήπως έχει η θεία σου ξεχασμένο κάποιο μπουκάλι.

– Όχι, θα πάω να πάρω από το σούπερ μάρκετ. Δεν θα αργήσω.

– Ας πάρουμε τη θεία σου τηλέφωνο να μας φέρει. Αν πάμε οι δυο μας  ή ένας από τους δυο, μπορεί να μας συμβεί κάτι. Έχω φοβηθεί.

Εκείνη μπήκε στην κουζίνα σε μια ανυποψίαστη στιγμή  και εκείνος δεν την αντιλήφθηκε. Εκείνος έψαχνε στα κάτω ντουλάπια και εκείνη  στα πάνω. Σε μια στιγμή εκείνος   σηκώθηκε  για  να της πει ότι λάδι  δεν υπήρχε και εκείνη  ξέχασε ανοικτό το πάνω ντουλάπι με αποτέλεσμα να χτυπήσει στο μάτι του. Ευτυχώς που δεν το έβγαλε. Πόνεσε όμως. Εκείνη, σαν γιατρός που ήταν, πήγε να το περιποιηθεί, αλλά εκείνος αρνήθηκε  και με οργή την έδιωξε  έξω και της είπε να μην πατήσει στο σπίτι του άλλη φορά, γιατί θα της κόψει τα πόδια σύρριζα. Εκείνη λυπημένη πήγε στο  δικό της.

Την άλλη μέρα το πρωί εκείνη μπήκε στο αυτοκίνητό της. Έβγαινε από το γκαράζ για να πάει μια βόλτα  κι εκείνος δεν την είδε και επέστρεφε για να   αράξει το δικό του στο ίδιο γκαράζ. Η σύγκρουση ήταν μετωπική. Το αποτέλεσμα ήταν να μεταφερθούν κι οι δύο στο νοσοκομείο, αλλά εκείνος ήταν σε σοβαρότερη κατάσταση  απ’ αυτήν. Εκείνη βγήκε από το νοσοκομείο αυθημερόν. Φυσικά, τη δουλειά του την έχασε.

Εκείνος όταν βγήκε από την  εντατική έμαθε  ότι  η δουλειά χάθηκε, και αναγκαστικά πήραν άλλο κιθαρίστα στη θέση  του. Δεν άντεξε αυτή την στεναχώρια. Ήθελε να πεθάνει. Αυτή διάβαζε, αλλά μα μέρα που μπήκε στο σπίτι της είδε όλα τα βιβλία της σκισμένα και πεταμένα σε καλάθια των αχρήστων. Είδε στο  κομοδίνο της ένα ανώνυμο γράμμα. Έπιασε να το διαβάσει, αλλά κατάλαβε τον  αποστολέα.

Είσαι μια γρουσούζα. Έπαθα τόσα κι εσύ  δεν έπαθες τίποτα.  Έτσι εκδικούμαι εγώ. Αυτό που μου έκανες θα το πληρώσεις ακριβά. Θα σου σκίζω όλα σου τα βιβλία και   θα καταστρέφω κάθε τι δικό σου, αφού κι εσύ με κατέστρεψες, εκτός αν μου βρεις άλλη δουλειά και τότε θα τη γλιτώσεις.

Είδε ότι από το μάθημα που  δίνει έλειπαν  εκατόν ενενήντα  σελίδες. Ήταν όλη της η ύλη. Ήθελε να κλάψει. Σε ποιον να τα πει όσα περνάει και ποιος να την πιστέψει;

Η  κυρά – Θάλεια την είδε κλαμένη να προσπαθεί να βρει τις  σελίδες που χάθηκαν, αλλά δεν μπόρεσε να τη βοηθήσει. Δεν ήξερε τι να κάνει, που να πάει, σε ποιον να αποταθεί. Τόση θλίψη, τόσος κόπος να πάει χαμένος κι εκείνος βρισκόταν πάντα από πίσω, σε όποια αναποδιά την κυνηγούσε. Πήγε στη φίλη της τη Σοφία  να διαβάσει, και εκείνη της είπε ότι το πέρασε το μάθημα και ότι δεν χρειάζεται πια το βιβλίο. Της το χάρισε. Με θλίψη είδε ότι όλες οι σελίδες που ήθελε έλειπαν από μέσα. Την ρώτησε τι έγιναν οι σελίδες, κι εκείνη της είπε ότι ο μικρός της ανιψιός έπαιζε με το βιβλίο και μάλλον τις έσκισε. Τις έριξε μέσα στο αναμμένο τζάκι. Και η τελευταία της ελπίδα είχε εξανεμιστεί. Τώρα πια αποκλείεται  να περάσει. Έπρεπε να  φύγει  απ’ αυτό το σπίτι. Αυτός ο άνδρας  της έκανε τόσο κακό. Ευτυχώς, κάτι  θυμόταν από αυτά που  διάβασε.  Αν γράψει  τη βάση  σίγουρα θα   περάσει.

Εκείνος έμαθε  πια ότι έδινε εξετάσεις και έπρεπε να κάνει την τελευταία πράξη της εκδίκησης,  να  φανεί ότι δεν έγινε από τον ίδιο. Ήρθε να τη βρει με ένα μπουκέτο  λουλούδια στο χέρι και ένα παλιό κρασί. Της έδωσε μάλιστα τις σελίδες που βρήκε, εννοείται,  στα σκουπίδια και εκείνη τις έπιασε με λαχτάρα. Εκείνος  της είπε να πιει ένα ποτήρι κρασί, ήταν τόσο δυνατό που  έπεσε για ύπνο. Εκείνη τον  πίστεψε και  πήγε να κοιμηθεί.  Κοιμήθηκε τόσο βαριά με αποτέλεσμα να μην πάει  να γράψει.…

Η Θάλεια πήγε να την  ξυπνήσει για να της συστήσει τον ανιψιό της που έφτασε σήμερα από την Πάτρα. Εκείνη φώναζε με αγένεια να φύγει, ότι δεν ήθελε να τον  γνωρίσει. Εκείνος  περιμένοντας  στο  σαλόνι την άκουσε και δυσαρεστήθηκε μαζί της.  Ήθελε να φύγει,  αλλά κάτι τον  κράτησε και δεν έκανε αυτή την κίνηση. Η Χαρά είδε όλα τα βιβλία στη θέση τους και κατάλαβε τι  είχε γίνει. Ήταν ένας εφιάλτης αυτό που είδε. Ναι, την πήρε ο ύπνος και   ονειρεύτηκε και  δεν πήγε να γράψει. Όλο αυτό ήταν ένα  όνειρο. Εκείνος έμεινε,  αλλά η  αγένεια που μίλησε στη  θεία του, τον έκανε να νιώσει άσχημα με τη συμπεριφορά  της.  Αν δεν ήθελε μια φορά να τον γνωρίσει αυτή, αυτός δεν ήθελε χίλιες.  Μιλούσαν σιγανά και εκείνος δεν άκουσε τον διάλογό τους.

– Τι μέρα είναι; Τι ώρα κυρία Θάλεια; Είπε όταν συνήρθε.

– Τετάρτη 6 Ιουνίου. Ώρα Ελλάδος 7 το απόγευμα.  Κοιμάσαι δυο μέρες. Είσαι καλά παιδί μου;

– Ήταν ένας εφιάλτης αυτό που έζησα. Τόσο καιρό διαβάζω και στο τέλος τα έκανα μούσκεμα. Σήμερα το πρωί έδινα εξετάσεις. Θα περνούσα. Το ήξερα καλά το μάθημα. Τώρα είμαι υποχρεωμένη να ξαναδιαβάσω και να δώσω το Σεπτέμβρη.

– Θα πας το καλοκαίρι στην πατρίδα σου, που τόσο λαχταράς, και θα έρθεις πάλι το Σεπτέμβρη να το  δώσεις. Μην ανησυχείς, δεν ήρθε το τέλος. Το πραγματικό τέλος έρχεται όταν πάψεις να ζεις. Κι εσύ είσαι μια χαρά κοπέλα. Μη σε παίρνει από κάτω αυτό που έπαθες. Ο ανιψιός μου δυσαρεστήθηκε μαζί σου. Δεν ξέρω αν θέλει πια να σε γνωρίσει.

– Ζήτησε του  εκ μέρους μου συγνώμη.  Εξήγησε του! Αν σου πω τι έβλεπα στον ύπνο μου, θα μου πεις αν είναι σωστό να τον γνωρίσω ή όχι.  Της διηγήθηκε το όνειρο με λίγα λόγια. Όχι τις βρώμικες σκέψεις που έκανε γι’ αυτήν, αλλά διάλεξε σημεία αυτού του ονείρου, τα πιο ουσιώδη.

– Δεν μπορώ να σου πω με βεβαιότητα αν αυτό που λέει το όνειρο είναι αλήθεια ή όχι. Γιατί δεν δοκιμάζεις να δεις; Του έχω μιλήσει για σένα και θέλει να σε γνωρίσει. Τώρα, αν δεις ότι υπάρχει τέτοια γκαντεμιά μεταξύ σας και  στην πραγματικότητα, τι να  σου πω! Φύγε από τη ζωή του για να μην ξανασυμβεί αυτό.

– Κι αν είναι σύμπτωση;

– Τότε,  θ’  αφήσεις τη μοίρα να μιλήσει για σένα και  όχι εσύ για εκείνη.

– Μου κάνεις προξενιό κυρά Θάλεια, για να ξέρω πως πρέπει να συμπεριφερθώ.

– Απλά, επειδή θα έρθει να κατοικήσει μαζί μας ήθελα να στον γνωρίσω. Αν προκύψει  κάτι τέτοιο, γιατί όχι. Με την ευχή μου.  Θα είναι χαρά μου να σας  δω μαζί. Γιατρίνα εσύ, δικηγόρος αυτός, ταιριάζετε. Είναι και καλό παιδί.  Όχι πως θέλω να διαφημίσω τον ανιψιό μου, προς Θεού, αλλά και ξένος να ήταν το ίδιο θα σου έλεγα. Αξίζει.

— Μακάρι θεέ μου να μην συμβεί κάτι κακό σ’ αυτά τα δυο παιδιά. Ό,τι είδε η κοπέλα να το πάθω εγώ. Εγώ είμαι γριά. Αυτοί είναι νέοι. Σκέφτηκε η κυρά- Θάλεια.

Εκείνος το μετάνιωσε που έμεινε. Άλλαξε γνώμη. Κίνησε  να φύγει.  Η θεία του πήγε στο σαλόνι που βρισκόταν εκείνος και τον είδε ακριβώς τη στιγμή που άνοιγε την πόρτα και ήταν  έτοιμος να φύγει. Πήγε να τον σταματήσει  και του εξήγησε ότι όσα είπε δεν τα εννοούσε,  τα είπε κοιμώμενη, δεν είχε αντίληψη όταν απαντούσε. Ονειρευόταν. Δεν του είπε όμως το όνειρό της. Δεν τον αφορούσε άλλωστε. . Εκείνος  κατάλαβε  ότι αν είχε ξυπνήσει η κοπέλα σίγουρα δεν  θα φερόταν έτσι και  κάθισε στην πολυθρόνα. Αυτό σημαίνει ότι την συγχώρησε. Η θεία του ικανοποιήθηκε  από τη στάση του ανιψιού της και περίμενε κι αυτή την κοπέλα να ντυθεί για να γίνουν οι συστάσεις.

Εκείνος περίμενε στο σαλόνι ακόμη. Η Χαρά πια ντύθηκε, έβγαλε την  πιζάμα της και πήγε στο σαλόνι  με το jean της και ένα  t-shirt. Φορώντας ένα ζευγάρι παντόφλες με ζωάκια στα πόδια  και εκείνος όταν την είδε γέλασε.

Η θεία χαρούμενη είπε  στην Χαρά

– Χαρά, αυτός είναι ο ανιψιός μου ο Ανδρέας που σου έλεγα.

Ήταν πιο ωραίος από το όνειρο. Αυτός είχε δύο γλυκά ματάκια όμορφα, γεμάτα καλοσύνη και το χαμόγελό του έκαιγε σαν φωτιά, εκείνος ήταν εγωίσταρος, κακός και εκδικητικός. Αυτό το χαμόγελο ήταν μια πυρκαγιά,   αλλά τι περίεργο, αυτή η φωτιά ήταν ευεργετική. Ζέστανε την παγωμένη της ψυχή. Παράλληλα, ήταν το νερό  που πότισε τα άνθη της ψυχής της, και έλαμπε ολόκληρη σαν να είδε το φως.   Εκείνος ένιωσε ανάλογα και της έδωσε το χέρι. Εκείνη το έκλεισε μέσα στο δικό της και δεν ήθελε να το αφήσει.

– Αντρίκο μου αυτή είναι η Χαρά που σου έλεγα.

– Όνομα  και πράγμα. Είπε εκείνος.

Δεν ήταν από τις ντίβες, αλλά ήταν μια συνηθισμένη κοπέλα. Όμως στα μάτια του Ανδρέα φάνηκε η ωραιότερη.

– Είναι καλύτερη απ’ ό,τι μου την περιέγραψες. Γιατί μου έκρυψες τα χαρίσματα της θεία; Της είπε στο αυτί.

– Ήθελα να τα ανακαλύψεις  μόνος σου. Αν στα πω όλα μετά τι θα έχεις να θαυμάζεις;

– Αχ βρε θεία μου αρέσει πολύ. Μάλλον  δεν θα παρακολουθήσω το μεταπτυχιακό, γιατί τελικά δεν είναι του ενδιαφέροντος μου. Το θέμα αυτό το κατέχω καλά.  Θα μείνω μόνο γι’ αυτήν. Ήμουν ανάμεσα  στην πιθανότητα να μείνω ή να φύγω. Τελικά θα μείνω γι’ αυτήν.

Η θεία δεν του απάντησε, γέλασε μόνο.

Εκείνη τους έβλεπε να ψιθυρίζουν και απορούσε τι έλεγαν τόση ώρα. Δεν ήταν όμως αδιάκριτη.

Μίλησαν πολλές ώρες ο ένας με τον άλλο. Όλο αυτό το διάστημα είπαν πολλά. Ένιωσαν μια οικειότητα απ’ την αρχή, μια έλξη, μια χημεία, που ήταν αμοιβαία. Δεν κατάλαβαν ότι πέρασε η ώρα. Η θεία έφυγε διακριτικά απ’ την πρώτη στιγμή  για να  τους αφήσει μόνους.  Σε μια στιγμή η Χαρά  του είπε:

– Μήπως παίζεις κιθάρα;

– Όχι, καμία σχέση… Είπε τρομαγμένος.  Είμαι δικηγόρος και ήρθα να παρακολουθήσω ένα μονοετές  μεταπτυχιακό  πρόγραμμα.  Θα  είναι ανοικτό όλο το καλοκαίρι.

– Εγώ είμαι φοιτήτρια της ιατρικής και  είπα στη  θεία σου να με ξυπνήσει στις  7 για σήμερα. Δεν της είπα πρωί ή απόγευμα. Ήρθε απόγευμα και έχασα το μάθημα. Άντε πάλι να ξαναδιαβάσω το Σεπτέμβριο! Τότε θα κοιμάμαι πολύ, ώστε να χορτάσω ύπνο και να μην πάθω όσα έπαθα τώρα Δεν θα επαναλάβω τα ίδια λάθη. Είδα έναν εφιάλτη. Εξαιτίας  αυτού του ονείρου ήμουν  πριν  απότομη μαζί σου. Δεν τα εννοούσα όσα έλεγα. Αντίθετα, θα λυπόμουν αν τα εννοούσα, διότι μου αρέσει η παρέα σου. Θα στεναχωριόμουν αν δεν με συγχωρούσες.

– Κι εμένα μου αρέσει η δική σου παρέα. Χαίρομαι να συζητώ μαζί σου. Μη στεναχωριέσαι. Περασμένα ξεχασμένα. Μου εξήγησε  η  θεία.  Τι σκοπεύεις να κάνεις από εδώ και πέρα;

– Αύριο θα πάω στην πατρίδα μου την Πάρο. Το Σεπτέμβριο θα επιστρέψω να δώσω το μάθημα.

– Τι κρίμα! Τώρα που γνωριστήκαμε θα φύγεις;

– Πιστεύεις   ότι υπάρχει λόγος να μείνω; (Ακούστηκε ο ήχος από το κινητό της).

Με συγχωρείς χτυπάει  το τηλέφωνο.  Η φίλη μου η Σοφία είναι.

– Καλημέρα Σοφάκι.

– Βρε ψυχή τι έγινες εσύ; Πού ήσουν; Σημείωσες  απουσία  το ξέρεις; Η Κατερίνα μου είπε  ότι απουσίασες και ανησύχησα. Είσαι καλά;

– Με πήρε ο ύπνος και έχασα το μάθημα.

– Δεν  έχασες κανένα μάθημα. Ο καθηγητής έπαθε έμφραγμα την ώρα που έλεγε τα θέματα. Δεν πρόλαβε να  τα πει. Τώρα το έμαθα και στο λέω. Γι’ αυτό δεν σε πήρα τηλέφωνο το πρωί. Αν δεν περνούσα αυτό το μάθημα και  έγραφα μαζί σου θα σε είχα πάρει τηλέφωνο από το πρωί.  Οι εξετάσεις θα επαναληφθούν σε δεκαπέντε μέρες. Τότε πιστεύουν ότι θα βρουν  αντικαταστάτη του. Φρόντισε να διαβάσεις και να είσαι εδώ. Πρόσεξε να κοιμηθείς καλά τις προηγούμενες μέρες για να  μην έχουμε τα ίδια προβλήματα εκ νέου. Σου έδωσε ο Θεός ένα δώρο. Την  επόμενη  φορά δεν θα το κάνει, να το ξέρεις.

– Ω Θεέ μου. Πρώτη φορά χαίρομαι που ο καθηγητής αρρώστησε.  Δηλαδή, έχω ελπίδες να γράψω, δεν το χάνω το μάθημα!

– Έτσι φαίνεται. Λοιπόν,  σε χαιρετώ. Θα τα   πούμε το βράδυ;

– Όχι, θα μείνω σπίτι απόψε. Μια άλλη φορά.

– Όπως  θέλεις.

Όταν έκλεισε το τηλέφωνο απευθύνθηκε στον νεαρό.

– Τι με ρώτησες πριν;

–  Όχι, θυμάμαι ότι εσύ μου έθεσες μια ερώτηση. Πιστεύεις ότι υπάρχει  κάποιος λόγος  να μείνω;

– Ξέρεις, μετά απ’ αυτό το τηλεφώνημα αλλάξανε τα πράγματα. Θα μείνω.

– Αυτό είναι ευχάριστο. Αν δεν γίνομαι αδιάκριτος, τι άλλαξε;

– Έχασα τις εξετάσεις μου. Χρωστούσα ένα μάθημα για να πάρω πτυχίο. Με πήρε ο ύπνος και δεν πήγα να γράψω.

– Αυτό το γνωρίζω. Μου το είπες πριν.

– Δεν θα το πιστέψεις  πόσο τυχερή στάθηκα Ανδρέα μου! Ο καθηγητής την ώρα που  υπαγόρευε τα θέματα…

– Πέθανε;

– Όχι, χτύπα ξύλο ο άνθρωπος, τόσο καλός καθηγητής. Έπαθε έμφραγμα.

– Τι τύχη ήταν αυτή; Άκουσε. Υπήρξα  κι εγώ φοιτητής  και θα σε βοηθήσω σ’ αυτό.  Θα διαβάζεις λιγότερο, θα ξεκουράζεσαι και  θα τρως πολύ. Θα πάρεις ξυπνητήρι και αν είναι δυνατόν να σκέφτεσαι  ότι τελειώνεις. Επίσης, η θετική σκέψη θα σου  κάνει καλό. Θες να πάμε μαζί κάπου αύριο το βράδυ να συζητήσουμε;

– Με φοβίζει  η Αθήνα τη νύχτα. Προτιμώ να μένω σπίτι. Συμβουλή της μάνας μου.

– Έτσι όπως γίνανε σήμερα τα πράγματα, πιο πολύ κινδυνεύεις μέσα στο σπίτι σου,  παρά έξω. Άλλωστε, θα σε προστατέψω εγώ. Τι φοβάσαι;

– Δεν έχεις άδικο. Ας το δοκιμάσουμε. Αν δούμε ότι κινδυνεύουμε φεύγουμε.

– Σωστά.

Η θεία του, του έδινε συμβουλές να την προσέχει. Εκείνη δεν πίστευε στα μάτια της. Αυτό το όνειρο ήταν αντίθετο. Ούτε το μάθημα έχασε, ούτε τον νεαρό. Και φυσικά δεν ήταν  βιβλιοφάγος.

Από το πρωί εκείνος ξύπνησε ευτυχισμένος,  αλλά ο λόγος το λέει ξύπνησε, διότι δεν κοιμήθηκε καθόλου ήταν ερωτευμένος. Το ίδιο συνέβη κι από την άλλη πλευρά. Εκείνη στριφογύριζε  στο μαξιλάρι ή  έκοβε βόλτες στο σαλόνι και καθόταν στην πολυθρόνα που καθόταν εκείνος. Ακόμα το άρωμά του το μεθυστικό υπήρχε στο χώρο και το βράδυ μαζί του προβλέπεται συναρπαστικό. Έκανε όνειρα γι’ αυτό και μετρούσε τις ώρες που υπολείπονται για να βρεθεί κοντά του. Ήταν ένα όνειρο αυτό που ζούσε. Εκείνος κι εκείνη μαζί. Τελικά, υπάρχει Θεός, τελικά, η ζωή είναι ωραία. Το ήξερε πια.

Από τη σκέψη της την απέσπασε το τηλεφώνημα της Σοφίας. Τηλεφώνησε από το πρωί στην Χαρά για να βγουν μαζί αυτό το βράδυ, αφού το προηγούμενο  έμεινε μέσα. Εκείνη δεν ήθελε ακόμα να της μιλήσει για τον Ανδρέα και  επειδή ήξερε ότι αυτό το βράδυ είναι δικό του, αρνήθηκε για ακόμη μια φορά να βγει μαζί της, αλλά της υποσχέθηκε ότι ένα από τα επόμενα βράδια ότι θα τα περνούσανε μαζί.

Εκείνος της τηλεφώνησε για να της υπενθυμίσει την αποψινή τους έξοδο. Ότι θα περάσει να την πάρει στις 7 το απόγευμα. Υπήρχε περίπτωση να ξεχάσει κάτι τέτοιο;  Στις 7 παρά τέταρτο όταν ήταν ακόμα μισοετοιμασμένη   είδε  με τα μάτια της πάλι εκείνο το  έντομο να μπαίνει μέσα στη βιβλιοθήκη της και να πιάνει το βιβλίο της. Της έβαλε μέσα ένα  τριαντάφυλλο, της άφησε ένα γράμμα κι έφυγε.

Πάλι  άφησε το γράμμα πάνω στο γραφείο  της και πήγε να ανοίξει την πόρτα που  χτυπούσε. Εκείνη δεν ετοιμάστηκε ακόμη. Ήταν όπως  φαντάστηκε εκείνος.

– Αχ δεν ετοιμάστηκα ακόμη, Σε ένα τεταρτάκι θα είμαι έτοιμη.

– Εγώ φταίω που ήρθα πιο νωρίς.

– Έχεις την καλοσύνη να περιμένεις  στο σαλόνι;

– Με την ησυχία σου. Δεν βιάζομαι.

Εκείνος πήγε στη βιβλιοθήκη της και ξεφύλλισε μηχανικά όλα τα βιβλία. Σε ένα βιβλίο έβαλε μέσα ένα τριαντάφυλλο κόκκινο και πάνω στο γραφείο της είχε τοποθετήσει ένα γράμμα το οποίο  έγραψε  εκείνος.

Όταν εκείνη ετοιμάστηκε, εκείνος πήγε στην τουαλέτα. Τότε είδε  ότι το βιβλίο της είχε μέσα ένα ωραίο κόκκινο τριαντάφυλλο  και διάβασε το γράμμα.

Απόψε θα σε πάω στον Πειραιά. Σε ένα εστιατόριο από σήμερα θα παίζω κιθάρα δυο φορές την  εβδομάδα· Πέμπτη και Σάββατο. Σε θέλω μαζί μου, για να μου φέρεις γούρι. Άραγε, θα τα πάω καλά;  Απορώ, πώς το ήξερες; Δεν  το έχω πει σε κανέναν ότι παίζω κιθάρα. Έχεις μαντικές ικανότητες;  Θέλω να σου πω μ’ αυτό το λουλούδι ότι μ’ αρέσεις πολύ. Αν σου αρέσω κι εγώ, άφησε στο λουλούδι μέσα στο βιβλίο, αλλιώς αν δεν  σου αρέσω αφαίρεσε του όλα τα πέταλα, σπάσε το κοτσάνι και πέταξε το στο καλάθι των αχρήστων. Αν δεν έχεις αποφασίσει ακόμη, άφησε το πάνω στο γραφείο σου. Θα καταλάβω την απάντηση. Είμαι ντροπαλός, δεν τα καταφέρνω στα λόγια.  Ανδρέας.

Εκείνη ένιωσε ότι τον ήθελε κι αυτή, αλλά φοβούμενη από το όνειρο άφησε το τριαντάφυλλο πάνω   στο γραφείο της. Μόλις το είδε εκείνος έλαβε το  μήνυμα.

–Είναι φυσικό, φέρθηκα επιπόλαια,  η κοπέλα θέλει  να το σκεφτεί. Τουλάχιστον, δεν με απέρριψε. Κάτι είναι κι αυτό.

Δεν της έκανε καθόλου λόγο γι’ αυτό, ούτε κι εκείνη.   Εκείνος την είδε να κρατά μαζί της ένα τηγάνι. Γελούσε.

– Τι το θέλεις αυτό;

– Λαμβάνω τα μέτρα μου. Είναι το όπλο μου. Άμα κάποιος με πειράξει θα  του το κοπανήσω στο κεφάλι.

– Πρόσεξε μόνο μην του κάνεις ζημιά και σε κλείσουν μέσα. Ένα τέτοιο χτύπημα μπορεί να τον σκοτώσει ή  να πάθει αμνησία ή κάποιο αιμάτωμα. Εσείς οι  γιατροί  τα ξέρετε καλύτερα.

– Δεν θα τον χτυπήσω με ορμή. Θα τον ζαλίσω λίγο.

– Και αν αυτός σου κάνει μήνυση και σε τραβάνε στα δικαστήρια;

– Τότε θα με υπερασπιστείς εσύ, τι δικηγόρος είσαι; Θα πεις ότι το έκανα πάνω σε άμυνα. Έτσι δεν τα λέτε εσείς οι νομικοί;

Εκείνος έσκασε να γελά και δεν της απάντησε. Μετά  έφυγαν. ΄

Στο δρόμο που πήγαιναν  είδαν δύο κουκουλοφόρους να πλησιάζουν το αυτοκίνητό τους και να θέλουν χρήματα. Ο ένας μιλούσε σπαστά ελληνικά, ήθελε να βγάλει την κοπέλα έξω από το αυτοκίνητο. Εκείνη βγήκε  έξω, έπιασε  το τηγάνι  και του το κοπάνησε στο κεφάλι. Ο άλλος πήγε να της το πάρει και  ο  Ανδρέας το αντιλήφθηκε αυτό,  βγήκε από το αυτοκίνητο σαν αίλουρος,  τον  κλότσησε πισώπλατα και τον έριξε κάτω. Φύγανε γρήγορα από  το μέρος αυτό  και όταν συνήρθαν οι ληστές ο ένας από  τους  δύο είπε:

– Τι γυναίκα  θεέ  μου! Πολύ δυνατή.

– Δεν ήταν η γυναίκα βρε ηλίθιε που σε χτύπησε.

– Αλλά;

– Από τηγάνι ήταν το χτύπημα.

– Αδύνατον να το σκεφτώ.  Πονάει το κεφάλι μου!

– Θα περάσει. Είμαστε ζωντανοί. Αυτό έχει σημασία. Ευτυχώς φορούσες κουκούλα και δεν θα πόνεσες όσο αν δεν  φορούσες. Τυχερός στάθηκες.

Έφτασαν πια στο εστιατόριο. Ήταν ένα απόμερο απέραντο εστιατόριο με πολλά  τραπεζάκια και χαμηλωμένα τα φώτα. Στα περισσότερα τραπέζια κάθονταν ζευγαράκια. Πάνω στα τραπεζάκια υπήρχαν φαναράκια χρωματιστά. Κάθε φαναράκι είχε κι άλλο χρώμα. Μάλιστα  το κάθε  τραπεζομάντιλο είχε το ίδιο χρώμα με το φαναράκι που υπήρχε πάνω στο ανάλογο τραπέζι.   Εκείνοι   κάθισαν  στο  τραπέζι  με το πράσινο φαναράκι που ήταν  το χρώμα της ελπίδας. Γύρω- γύρω υπήρχαν φυτοσυνθέσεις και στην άκρη υπήρχαν βαρελάκια με διάφορα κρασιά. Στην άλλη άκρη ήταν η ορχήστρα που την αποτελούσαν ένα πιάνο, ένα βιολί, ένα μπουζούκι και μια κιθάρα. Τα άλλα μέλη της ορχήστρας δεν είχαν φτάσει ακόμη. Στη μέση της ορχήστρας υπήρχε μια πίστα, όπου χόρευαν  οι θαμώνες. Πάνω στο ταβάνι  είχε ένα έλικα, αλλά τώρα ήταν κλειστός . Όταν αρχίσουν οι ζέστες τον  θέτουν  σε λειτουργία  για  να δροσίζεται ο κόσμος. Στον τοίχο ήταν σχεδιασμένες σκηνές από βακχικά όργια και στην  μέση  υπήρχε ένα σβησμένο τζάκι. Το χειμώνα ανάβει και έχει περισσότερη ατμόσφαιρα. Όχι ότι τώρα έλειπε. Από την άλλη μεριά, είναι γεμάτο  τζαμαρίες. Αυτό το εστιατόριο είχε και κήπο. Μέσα στη μέση του κήπου υπήρχε ένα σιντριβάνι. Και μέσα στο σιντριβάνι υπήρχαν χρωματιστοί προβολείς και με τα νερά που ανάβλυζαν ομόρφαινε το τοπίο.  Ο κήπος είχε δέντρα και λουλούδια που τα περιποιούταν ένας κηπουρός .

Αφού εκείνος χαιρέτησε τον ιδιοκτήτη κάθισε μαζί τους στο τραπέζι τους και συζητούσαν μέχρι να .έρθουν  και οι άλλοι και να γεμίσουν όλα τα τραπέζια.  Τη σύστησε σαν  φίλη  του, διότι δεν ήξερε ακόμα την  απάντησή  της.  Εκείνος καθισμένος στο τραπέζι του  έπαιξε ένα  τραγουδάκι  κατ’ ιδίαν  με την κιθάρα του και της έκλεισε το μάτι. Εκείνη άκουγε αυτή τη μουσική και της άρεσε. Πραγματικά, πέρασε πολύ όμορφα απόψε. Της  αφιέρωσε το συγκεκριμένο  τραγούδι και  ο  εστιάτορας  του είπε.

– Τι φίλη μου τσαμπουνάς; Γιατί δεν λες   απευθείας ότι είναι το κορίτσι σου;

– Γνωριστήκαμε χθες. Θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο τόσο νωρίς μεταξύ μας; Είπε εκείνη για να τον πειράξει. Την είχε δαγκώσει όμως τη λαμαρίνα.

– Ένας έρωτας κορίτσι μου γεννιέται αμέσως. Βλέποντας τα μάτια σου μπορώ να καταλάβω ότι άλλα λένε τα μάτια σου, και άλλα το στόμα σου. Ανεξάρτητα αν ο μπουμπούνας δεν  το  έχει καταλάβει ακόμη.

– Να ένας εστιάτορας φιλόσοφος είπε εκείνος και γέλασαν  και οι τρεις.

Σε λίγο ήρθαν όλοι οι οργανοπαίκτες, γέμισε κόσμο το μαγαζί  και έπρεπε να  αρχίσει το πρόγραμμα. Ήταν εννέα το βράδυ. Εκείνος με βαριά καρδιά σηκώθηκε από το τραπέζι τους και πήρε τη θέση του στην ορχήστρα. Η Χαρά κάθισε μόνη της στο τραπεζάκι και εκείνος είπε σε μια στιγμή  στο αυτί του εστιάτορα να την περιποιηθούν. Της έφεραν κρασί και μεζέδες. Τα τραγούδια με την κιθάρα είχανε τελειώσει στις 12. Άρχισε το νησιώτικο πρόγραμμα που δεν χρειάζεται κιθάρα και την υπόλοιπη ώρα την περάσανε μαζί κρατώντας ο ένας  το χέρι  του άλλου. Το πρόγραμμά  του ήταν μόνο 3 ώρες. Τώρα κυριαρχούσε το βιολί. Φάγανε, ήπιανε,  χορέψανε, αλλά δεν μεθύσανε, γιατί και οι δύο οδηγούσαν και όταν κουραζόταν να οδηγεί ο ένας, αναλάμβανε ο άλλος. Γι’ αυτό το λόγο,  ήθελαν να φτάσουν στο σπίτι τους  νηφάλιοι και  ζωντανοί.

Τη χαρά τους διέλυσε στις 2 τα χαράματα,  ένα ξαφνικό τηλεφώνημα από τη θεία του. Εκείνος σήκωσε το κινητό του και άλλαξε το ύφος του, ήταν έτοιμος να κλάψει.

– Τι συμβαίνει;  Είπε εκείνη ανήσυχη!

– Πρέπει να φύγουμε Χαρά μου. Θα στα πω στο δρόμο.  Πάω  να πληρωθώ και φύγαμε.

– Κάτι κακό ε;

– Ναι, πολύ κακό. Πρέπει  να πάμε με τον ηλεκτρικό να φτάσουμε πιο γρήγορα.  Θα αφήσω το  αυτοκίνητο  στο γκαράζ   του εστιατορίου.

– Τουλάχιστον πες μου, πέθανε  κανείς;

– Όχι δεν πέθανε αλλά… Άσε με σε παρακαλώ! Θα στα πω όλα. Πρέπει να βρω το κουράγιο.

Όταν φτάσανε στον ηλεκτρικό κάποιος έκλεψε την τσάντα της  Χαράς και εκείνος είδε τον κλέφτη. Τον πήρε από πίσω κι εκείνος της φώναζε.

– Μείνε εκεί που κάθεσαι. Μη  φύγεις.

Τότε αντιλήφθηκε ότι της έλειπε η τσάντα από τον ώμο της. Μάλιστα είχε μέσα το πορτοφόλι, τη φωτογραφική της μηχανή, το κινητό, τα καλλυντικά και το βιβλίο της. Ναι από χθες το πήρε μαζί της γιατί φοβήθηκε το χθεσινό όνειρο.  Εφιάλτης!

– Δεν τον πρόλαβα τον αλήτη… Είπε απογοητευμένος. Θαρρείς κι έχει φτερά στα πόδια του. Σου πήρε τη τσάντα. Το πρόσεξες; Πρέπει να το δηλώσεις στην Αστυνομία.  (Εκείνη έσκασε να κλαίει. Φοβήθηκε για το βιβλίο της).  Έλα μην κλαις ηρέμησε. Ο Θεός είναι μεγάλος. Κάποια λύση θα βρεθεί.

– Ναι,  κι  αν το δηλώσω πιστεύεις ότι θα τη βρω; Ευτυχώς που δεν πήρα μαζί μου τις πιστωτικές μου κάρτες.

Τότε είδε λίγο παρακάτω τη τσάντα της πεταμένη . Είδε ότι μόνο το πορτοφόλι έλειπε. Δεν είχε αντιληφθεί  τη φωτογραφική και το κινητό ο ληστής. Έπιασε μόνο αυτό που τον ενδιέφερε. Φαίνεται ότι δεν ήταν επαγγελματίας  ληστής, αλλά κάποιος που πεινούσε.  Το βιβλίο της υπήρχε. Το πήρε στα χέρια και το κοίταξε. Το κράτησε στην αγκαλιά της.

– Βλέπω ότι όλα είναι εντάξει. Έχασες το πορτοφόλι σου όμως ε;

– Μόνο εκατό ευρώ είχα μέσα.

– Λυπάμαι!

– Εγώ θα λυπόμουν αν  έχανα το βιβλίο μου. Τα χρήματα μου τα είχε στείλει η μαμά μου. Δεν πρόλαβα να τα ξοδέψω.

–  Δεν πειράζει μικρό το κακό. Μήπως θα ήθελες να σε διευκολύνω εγώ;

– Μην το ξαναπείς. Έχω λεφτά. Απλά μου έδωσε παραπάνω. Δεν θα κάνω παραπάνω έξοδα. Αφού είμαστε καλά, αυτό μετράει.

– Προσπάθησα να τον σταματήσω σου λέω, αλλά δεν τα κατάφερα.

– Η προσπάθεια μετράει. Ευτυχώς, που δεν έχασα το βιβλίο μου.

– Αν πας σε ένα βιβλιοπωλείο θα το βρεις. Δεν τα αγοράζετε;  Μπορεί να σου  έδινε κάποια φίλη της το δικό της. Αυτές που περάσανε το μάθημα δεν θα το χρειάζονται.

– Την ονειρεύτηκα αυτή τη σκηνή που περιγράφεις, αλλά έγινε το αντίθετο. Το βιβλίο μου είναι εδώ. Πάμε! Αν πηγαίναμε με το αυτοκίνητο θα είχαμε φτάσει τώρα που λέει ο λόγος.

– Δεν έχεις άδικο. Τόση καθυστέρηση!

Κόψανε εισιτήρια και βρήκανε ένα βαγόνι και  μπήκανε.  Όταν κάθισαν στις θέσεις  τους άρχισαν να συζητούν.

–  Πρόσεχε την τσάντα σου. Βάλε την  στον ώμο σαν ταχυδρόμος.

– Έχει κοντό χερούλι, δεν γίνεται αυτό δυστυχώς. Α! Μέσα σε μια θήκη  υπάρχει ένα μεγαλύτερο λουράκι.

– Ναι, αυτό το σκοπό εξυπηρετεί.  Φέρε μου το να σου το τοποθετήσω  εγώ να  μην   έχουμε ξανά τα ίδια προβλήματα. Ορίστε, έγινε  ιδανική τώρα.

– Τι συμβαίνει Ανδρέα;  Γιατί φύγαμε άρον- άρον από το  εστιατόριο;  Μου οφείλεις μια εξήγηση.

– Όχι  τώρα  Σε παρακαλώ,  θα τα πούμε σε λίγο. Στο υπόσχομαι ότι θα τα μάθεις όλα.  Κάνε λιγάκι υπομονή.

– Έχεις δίκιο, δεν  είναι ώρα  Αν μου τα  πεις τώρα  θα  ξεχαστούμε και θα  κατεβούμε στην Κηφισιά.

– Μπράβο,  το βρήκες. Έχω το νου μου. Μοναστηράκι  κατεβαίνουμε.  Από εκεί  θα πάρουμε το ΜΕΤΡΟ για Σύνταγμα.

– Α! Φτάσαμε!

– Ναι, φτάσαμε. Καταλαβαίνεις λοιπόν γιατί δεν σου απάντησα.

Φτάσανε στην αφετηρία του ΜΕΤΡΟ. Χαζεύανε τον κόσμο.  Το βαγόνι δεν  είχε φτάσει ακόμα.

– Πες μου με δύο λόγια. Αγωνιώ.

– Η θεία μου έκαψε το παστίτσιο που έβαλε στο φούρνο. Ήθελε να τηγανίσει ψάρια και έπιασε το λάδι από  το ντουλάπι. Το λάδι έπεσε από τα χέρια  της και  χύθηκε ολόκληρο το περιεχόμενο στο  πάτωμα γιατί  ήταν μισάνοιχτο. Δεν  έσπασε το  μπουκάλι,  διότι ήταν  πλαστικό.  Εκείνη  γλίστρησε και έσπασε τα πόδια της. Με το  πόμολο του  ντουλαπιού  χτύπησε το  μάτι της. Ευτυχώς,  δεν  το έβγαλε. Πονάει όμως.  Τώρα δεν μπορεί να κουνηθεί  και είναι καθισμένη  στο πάτωμα. Σύρθηκε για  να  βρει  το τηλέφωνο να με ειδοποιήσει. Κόπηκε το ρεύμα και περίμενε πολλές ώρες να επανέρθει για να μου τηλεφωνήσει.  Πέρασαν επτά ώρες για να επανέρθει.  Σαν γιατρός που  είσαι θέλω να την εξετάσεις. Φώναζε! Βγήκε το όνειρο της Χαράς και όσα έπαθες παλικάρι μου στο όνειρό της  τα έπαθα εγώ. Μα για ποιο όνειρο μιλούσε;

Σταμάτησαν  τη συζήτηση στη μέση, γιατί το  βαγόνι  του  ΜΕΤΡΟ ήρθε εκείνη τη στιγμή ακριβώς που μιλούσαν. Σταμάτησε και  ανέβηκαν.

– Πώ πω τι σκοτάδια είναι αυτά! Είπε εκείνη.

– Δεν έχεις ξαναπάρει το ΜΕΤΡΟ;

– Ντροπή μου έ;  Επτά χρόνια ζω στην Αθήνα και  δεν έτυχε  να πάρω ΜΕΤΡΟ. Μόνο με τον  ηλεκτρικό κυκλοφορούσα.

– Το ΜΕΤΡΟ κυκλοφορεί κάτω από  τη γη. Γι’ αυτό βλέπεις τόσο σκοτάδι.

– Ναι, αλλά πρόσεξα ότι και η ταχύτητά  του είναι  μεγάλη. Είναι  πιο γρήγορο από τον  ηλεκτρικό.

– Ναι, δεν συγκρίνονται σε ταχύτητα. Ο Πειραιάς όπως ξέρεις  δεν έχει   ΜΕΤΡΟ.

–  Αν  είχε θα το προτιμούσες;

– Εξυπακούεται. Στην περίπτωσή μας που πρέπει να είμαστε στο σπίτι το γρηγορότερο θα το έκανα.

Όταν φτάσανε πια στην πλατεία Συντάγματος  περπάτησαν λίγο   κι εκείνος επανέλαβε την ερώτηση που προηγουμένως έμεινε αναπάντητη.

– Τι όνειρο είδες  προχθές  που αναστάτωσε τη θεία μου;

– Ω Θεέ  μου, είναι τρομερό. Αυτά  ονειρεύτηκα  ότι  τα  έπαθες εσύ. Της είχα διηγηθεί το όνειρο που είχα δει.

Εκείνη έκανε μια παύση. Κατάπιε το σάλιο της,  πήρε μια ανάσα και  του διηγήθηκε το όνειρο  που είδε  με δυο λόγια, βγάζοντας έξω πολλές λεπτομέρειες που δεν  χρειάζεται  να τις γνωρίζει. Του είπε την ουσία του ονείρου.

– Άλλα στοιχεία  του βγήκαν προφητικά και άλλα αντίθετα λοιπόν.! Τώρα  κατάλαβα πως έμαθες ότι παίζω κιθάρα, τώρα κατάλαβα γιατί δεν  ήθελες  να  με γνωρίσεις αρχικά. Όλα έχουν την εξήγησή τους.

– Δεν τα ξέρεις όλα. Από το φόβο μου μη βγει το όνειρο αληθινό δεν άφησα το τριαντάφυλλο στο βιβλίο, όπως πραγματικά ήθελα, αλλά το έβαλα στο γραφείο.

– Δεν καταλαβαίνω τι μου λες!.

– Εγωίσταρε! Του είπε και γέλασαν κι οι δύο.

Χωρίς να το καταλάβουν έφτασαν  στο σπίτι. Εκείνη  έτρεξε  να  φέρει  τα ιατρικά  εργαλεία της από το σπίτι, που τα είχε σε περίπτωση ανάγκης, γιατί σ’ αυτή την πολυκατοικία δεν υπήρχε άλλος γιατρός. Εκείνος  όταν μπήκε  στο σπίτι σήκωσε τη θεία του  και την ξάπλωσε στο κρεβάτι. Την είδε να κλαίει.

– Πώς είναι; Είπε η Χαρά μόλις μπήκε στο χώρο αναστατωμένη  και  λαχανιασμένη. Είχε  κατέβει  τη σκάλα με τα πόδια, γιατί φοβήθηκε από το  όνειρό  της μη μείνει κλειδωμένη μέσα στο ασανσέρ. Αυτό της έλειπε αυτή τη στιγμή!

– Κλαίει. Δεν μπορώ να την ηρεμήσω.  Κάνε κάτι! Πονάει!

– Θα την εξετάσω εγώ και θα πάψει να κλαίει. Κλαίνε οι δειλές,  η  θεία είναι  θαρραλέα έτσι θεία;

– Όχι δεν  είμαι, κάνεις λάθος. Πονάω. Ώρες είμαι καθηλωμένη  στο  πάτωμα. Έχουν σπάσει τα νεύρα μου. Γιατί αργήσατε;

– Ήρθαμε όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε. Ήμασταν μακριά.

Η Χαρά έκανε  όσα μπορούσε. Στο τέλος ο Ανδρέας είδε στο βλέμμα της την ανησυχία  και το φόβο. Έμεινε αρκετή ώρα αμίλητη.

– Πώς είναι η θεία   κορίτσι μου, ανησυχώ. Είπε κλαμένος εκείνος.

– Άσχημα τα πράγματα. Είναι σπάσιμο. Βλέπεις, δεν μπορεί να το κουνήσει. Πονάει όταν την αγγίζω στο σημείο αυτό.

– Τι θα κάνουμε;

– Το απλούστερο και το πολυπλοκότερο συνάμα. Να τη μεταφέρουμε στο  νοσοκομείο.  Θα κάνει τις απαραίτητες εξετάσεις  και  θα νοσηλευτεί εκεί. Βλέπεις είναι πρησμένο. Σου λέω εγγυημένα ότι το έχει σπάσει. Όμως και το άλλο της πόδι δεν αντιδρά. Πολύ φοβάμαι ότι πρόκειται για ένα ράγισμα. Δεν είναι στην κατάσταση που είναι το άλλο.

– Πλάκα κάνεις! Το αυτοκίνητό μου το άφησα στο εστιατόριο.

– Έχω το  δικό μου. Ηρέμησε. Θέλω όμως να οδηγήσεις εσύ. Είμαι ταραγμένη.

– Εγώ τι να πω που είμαι περισσότερο από σένα. Θεία μου είναι!

– Καλά, θα οδηγήσω εγώ.

– Ποιο είναι το διανυχτερεύον νοσοκομείο; Εσύ που είσαι γιατρός θα ξέρεις.

– Στην  περίπτωσή της είναι ειδικό το ΚΑΤ που βρίσκεται στην  Κηφισιά. Είναι όμως λίγο μακριά. Με τον ηλεκτρικό από το Μοναστηράκι θα ήμασταν αμέσως εκεί. Δηλαδή θα πάρουμε το ΜΕΤΡΟ μέχρι το  Μοναστηράκι  και από το  Μοναστηράκι θα  πάρουμε   τον   ηλεκτρικό για Κηφισιά.

– Καλά δεν   πεθαίνει σε καμιά περίπτωση. Θα έλεγα  να καλέσουμε  το ασθενοφόρο να έρθει να την πάρει .

– Όχι, το ασθενοφόρο δεν θα φτάσει εγκαίρως. Θα χάσουμε χρόνο. Προτείνω να της πάρουμε ένα αναπηρικό καροτσάκι  και να τη μεταφέρουμε με το ΜΕΤΡΟ.

– Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια. Είναι κλειστά τα μαγαζιά.

– Όχι,   θα  δανειστούμε  από μια φίλη μου το δικό της.  Εκείνη είναι πια καλά δεν το χρειάζεται. Η κοπέλα μένει στο άλλο τετράγωνο.

– Είναι  4 το  πρωί. Δεν περιμένουμε να ξημερώσει ο Θεός τη μέρα του και   να  αγοράσουμε ένα  δικό  μας;  Θα ξυπνήσεις την  κοπέλα τέτοια ώρα;

– Μπα, η  Σοφία δεν έχει τέτοια ανάγκη. Σε κανένα μπαράκι θα πίνει. Χρωστά 14 μαθήματα. Κορίτσι του καθήκοντος. Θα της τηλεφωνήσω να δω που βρίσκεται.

– Τι γίνεται φιλενάδα, δεν  κοιμάσαι τέτοια ώρα; Μια μέρα κοιμήθηκες και κόντεψες  να   χάσεις   το  μάθημα.

– Άστα αυτά Σοφία χρειάζομαι επειγόντως τη βοήθειά σου. Θέλω εκείνο το καροτσάκι που είχες όταν  έπαθες εκείνο το ατύχημα.  Το έχεις ακόμα;

– Εγώ είμαι στον Πειραιά, αλλά είναι στο σπίτι η μαμά. Θα στο δώσει. Δεν ξέρω που το έχει βάλει. Θα της τηλεφωνήσω και θα σου τηλεφωνήσω άμεσα.

– Και θα ξυπνήσουμε τη γυναίκα τέτοια ώρα;

– Δεν κοιμάται. Φοβάται για μένα και ξενυχτά να με περιμένει.

— Αχ βρε Σοφία είσαι αδιόρθωτη!

– Τι το θέλεις αλήθεια; Χτύπησε ο νεαρός που ήτανε μαζί σου και σου κρατούσε το χεράκι και κοιταζόσασταν σαν ερωτευμένοι τετ α τετ τα δυο σας   συντροφιά στο τραπέζι με το πράσινο  φαναράκι; Έχεις τέτοια μυστικά από μένα;   Μάλιστα, μου είπες ότι δεν θα έβγαινες απόψε, αλλά  ευτυχώς ο Θεός  με φώτισε να πάω στον Βάκχο απόψε να δω με τα μάτια μου μια αλήθεια που αγνοούσα. Μήπως δεν  ξέρεις  ποιος είναι  ο Βάκχος;

– Δεν  ήξερα ότι  είχα και  κατάσκοπο.  Πού ήσουν;

– Στο μοβ φαναράκι ήταν όλη   η   παρέα. Δεν θέλαμε να   σε φέρουμε σε  δύσκολη θέση. Στην Ελένη το χρωστάς. Μας πρότεινε να μην φανερωθούμε, για να μη σε φέρουμε σε δύσκολη θέση.  Άλλωστε, είχες καλή  παρέα. Περιμένω  αύριο  παράρτημα  ε;

– Βρε φιλενάδα βιάζομαι, έχω πρόβλημα. Θα σου τα πω όλα, εντάξει! Όχι όμως απόψε.

– Εσύ είσαι τυχερή που δεν μένεις με τους γονείς σου. Εγώ νιώθω χάλια.

– Αφού πέρασες στην Αθήνα. Σε άλλο σπίτι θα μένεις; Έχουμε οικονομική κρίση. Θα μπορούσατε να ενοικιάσετε δύο σπίτια;  Δεν συμφέρει. Άλλωστε, πας   όπου  θέλεις. Κάνεις ό,τι θέλεις. Δεν σε περιορίζουν.

– Ναι, αλλά δεν μπορώ να είμαι τετ α τετ με ένα γοητευτικό άνδρα. Λοιπόν κλείνω και θα σε πάρω σε λίγο για το καρότσι, γιατί διακρίνω  αγωνία  στη φωνή σου. Θα μου τα πεις αύριο έτσι;

– Ναι  Σοφία Θα στα πω. Το ορκίζομαι!

— Άντε και  μας  έπρηξες  Σοφία μου. Αν δεν ήσουνα όμως εσύ να  μου τηλεφωνήσεις  θα έφευγα στην Πάρο, θα έχανα το μάθημα και δεν θα ήμουν με το  γοητευτικό νεαρό.  Σε σένα χρωστώ την ευτυχία μου.

Πήγε στο δωμάτιο που καθόταν ξαπλωμένη η θεία  και ο ανιψιός της  καθισμένος στο πλάι του  κρεβατιού,   της   κρατούσε το χέρι.

– Που πήγες Χαρά μου, ανησύχησα.

– Μιλούσα με τη Σοφία.

– Τόση ώρα;

– Ήπιε και είχε λογοδιάρροια. Δεν έκλεινε το τηλέφωνο. Λοιπόν περιμένω πάλι τηλεφώνημά της.

Εκείνος κάτι πήγε να πει και τον  σταμάτησε.

Δεν μπορώ να σου εξηγήσω τώρα.  Θα στα πω όλα μετά. Τηλεφωνάει πάλι.

– Έλα Σοφία μου, πες μου τι έγινε;

– Λοιπόν Χαρά   άκου. Η μαμά το έχει το καροτσάκι και  μπορείς να πας να το πάρεις  όποτε θέλεις. Το είχε στο πατάρι και  σκόπευε να το πετάξει, αλλά δεν το έκανε. Αφού το  χρειάζεσαι θα στο δώσει. Πήγαινε,  σε περιμένει.

– Ευχαριστώ. Είπε και το έκλεισε.

– Που  πας; Της είπε εκείνος ανήσυχος.

– Πάω στης Σοφίας   το σπίτι.

– Δεν  σ’ αφήνω να πας μόνη σου. Εφόσον εξασφαλίσαμε ότι η θεία  δεν  κινδυνεύει, θα  έρθω μαζί σου.

– Τίποτα δεν είναι εξασφαλισμένο. Μείνε κοντά  της. Στην θεία έκανα μια ηρεμιστική ένεση για να  πάψει να πονάει.  Θα κοιμηθεί ήρεμα για πολλές ώρες.

– Θα έρθω. Επιμένω.

– Καλά, έλα.

Εκείνη  τη στιγμή η Αθήνα φλεγόταν, η κοπέλα πέρασε από τα στενά για να μην πέσει  πάνω  στη συμπλοκή των ταραχοποιών.   Έβλεπαν  την κόλαση  να περνά μπροστά στα μάτια τους  και  έτρεμαν μην τους βρει  καμιά αδέσποτη ριπή και τους  σκοτώσει. Έβλεπαν  σπίτια,  μαγαζιά να φλέγονται. Φωτιές αναμμένες παντού. Τα ΜΑΤ ήταν μαζεμένα και έριχναν πέτρες, βαρελότα,  δακρυγόνα. Αποπνικτική η ατμόσφαιρα κι εκείνοι έτρεξαν και πρόλαβαν και μπήκαν  στο σπίτι της Σοφίας. Άρπαξαν το  καροτσάκι και έφυγαν κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου. Από το ένα του χέρι  κρατούσε το καροτσάκι και από την άλλη τη Χαρά κι εκείνη ένιωθε όμορφα. Αλλά όταν  απομακρύνθηκαν   είδαν ότι το μαγαζί που  ήταν κάτω από  το  σπίτι της Σοφίας διαλύθηκε σε δευτερόλεπτα από ένα βαρελότο που έριξε ένας νεαρός  διαδηλωτής.

– Θεέ μου θα καεί ζωντανή η μητέρα  της Σοφίας αν απλωθεί  η φωτιά στα πάνω διαμερίσματα. Πρέπει να τη σώσουμε Ανδρέα.

– Δεν είναι δική μας δουλειά αυτή.  Θα το κάνουν άλλοι.

– Όχι, δεν πρέπει  να σκέφτεσαι μόνο τον εαυτό σου. Αν φοβάσαι,    φύγε.

Δεν πρόλαβε να της απαντήσει. Είδαν μετά από λίγο τη μητέρα της  Σοφίας να βγαίνει  ζωντανή από την πόρτα της πολυκατοικίας φορώντας  ένα σάλι  και  τη  νυχτικιά  της. Έτρεμε κι από το  φόβο και  από το κρύο. Ανησυχούσε για τον άνδρα της, ανησυχούσε για τη Σοφία. Ηρεμία δεν μπορούσε να βρει.  Ο πατέρας  της   Σοφίας  ήταν   νυχτοφύλακας και τη νύχτα δούλευε σε ένα ξενοδοχείο. Έτσι, έλειπε από το σπίτι τα βράδια.

– Ελάτε  κυρία Ευτέρπη  πάμε.

– Ο  Θεός να σε έχει καλά κορίτσι μου. Το σπίτι μου, το σπιτάκι μου θα καταστραφεί.

– Πώς αντιληφθήκατε τη φωτιά; Δεν πρόλαβε να φτάσει τόσο ψηλά.

– Το είδα από την τηλεόραση.

– Αυτό που πάθατε σήμερα, θα το πάθουμε μια μέρα κι εμείς. Όσοι έχουν σπίτια  και μαγαζιά σχεδόν  έξω από τη Βουλή είναι καταδικασμένοι να τα χάσουν δυστυχώς.

– Εσείς δεν κινδυνεύετε τόσο πολύ. Ζείτε στα στενά. Αλίμονο  από μας που είμαστε σχεδόν   φάτσα με τη Βουλή!

– Θα μείνετε σπίτι μας απόψε.

– Και  η Σοφία, πως θα το μάθει;

– Θα της στείλω μήνυμα. Ηρεμήστε  όλα  θα γίνουν.

– Ο Θεός να σας έχει καλά.  Είπε εκείνη  και τους έδωσε την ευχή της. Έκλαιγε από χαρά και την έκλεισε στην αγκαλιά  της.

Έφτασαν  στο σπίτι και έβαλαν την κυρία  Ευτέρπη  να κοιμηθεί.

Ήταν  ταλαιπωρημένη. Τηλεφώνησαν  πρώτα στο σύζυγό της και  του είπαν  τι  έπαθαν, που  βρίσκεται και ότι είναι καλά. Έπειτα τηλεφώνησαν στη Σοφία και της είπαν ό,τι ακριβώς είπαν  και στον πατέρα της. Η Σοφία  προσπάθησε με τον  ηλεκτρικό και το ΜΕΤΡΟ  να φτάσει το γρηγορότερο στο σπίτι της κυρίας  Θάλειας.

Η  Χαρά όμως και ο Ανδρέας πήραν   με το αναπηρικό καροτσάκι την άρρωστη θεία μέχρι το ΜΕΤΡΟ . Κατέβηκαν  στο Μοναστηράκι,  από εκεί πήρανε τον ηλεκτρικό και φτάσανε  στο νοσοκομείο  της Κηφησιάς. Το ΚΑΤ.

– Καθυστερήσαμε πολύ. Ευτυχώς, η ένεση που έκανες στη θεία την  ηρέμησε αρκετές ώρες.

– Ναι,  δεν ταλαιπωρήθηκε πολύ.  Από το μεσημέρι  βασανίστηκε. Κόπηκε πολλές ώρες το ρεύμα. 5 το πρωί έχει πάει. Τι  ταλαιπωρία!

Πες μου αλήθεια. Τι μπορεί να πάθει η θεία;

– Να της το βάλουν σε γύψο. Αλλά μπορεί να μπει και το άλλο. Αυτό είναι στην κρίση των γιατρών.

– Φοβήθηκα μην πάθει μόλυνση.

– Για να πάθει μόλυνση, πρέπει να  υπάρχει   ανοικτή  πληγή  να  εισχωρήσουν τα μικρόβια και να προκαλέσουν  τη  ζημιά. Αυτό απλά είναι ένα βγάλσιμο ή ένα σπάσιμο. Μη  σκέφτεσαι τα χειρότερα τέτοιες ώρες. Ξέρω τι κάνω.

– Θα γίνει καλά ε; Έχασα τη μανούλα μου και η θεία Θάλεια  είναι σαν  μανούλα  για μένα.

– Θα  γίνει καλά.  Κάθισε  να  δούμε ποιο  είναι το πρόβλημα πρώτα, αν και είναι εμφανές, διότι πρήστηκε. Εγώ λέω με βεβαιότητα σπάσιμο του οστού ή ράγισμα αυτού και θα το βάλει στο γύψο.

Η διάγνωση τελικά των γιατρών  ήταν αυτή ακριβώς που προέβλεψε η Χαρά. Ο Ανδρέας διαπίστωσε  ότι θα γίνει μια μέρα  καλή γιατρός. Τελικά, η θεία θα μείνει μέσα, και τα πόδια της θα μπουν  στο γύψο. Μπήκε σε ένα  δωμάτιο που υπήρχαν  τρεις ασθενείς. Συγκεκριμένα, τρεις γυναίκες. Η μια  είχε επιδέσμους  στο  κεφάλι και τα δύο της χέρια στο γύψο. Η άλλη  είχε το αριστερό της πόδι στο γύψο, και η τρίτη  το αριστερό της χέρι κι έκλαιγε γιατί ήταν αριστερόχειρας, και παρακαλούσε να έσπαγε το δεξί, γιατί ένιωθε άχρηστη. Τίποτα δεν μπορούσε να κάνει μ’ αυτό το χέρι, μόνο το σταυρό της. Η θεία Θάλεια τελικά έβαλε στο γύψο τα δυο της πόδια.

Όταν έμειναν μόνες της είπε:

– Θα πεθάνω κορίτσι μου;

– Όχι, ο γιατρός λέει ότι θα βγείτε γρήγορα.

– Παρηγοριά στον άρρωστο μέχρι να βγει η ψυχή του.

– Όχι, δεν  μ’ αρέσουν τα ψέματα. Εγώ μιλάω ντόμπρα. Είδα τις εξετάσεις σας. Το ένα πόδι έχει σπάσιμο, το άλλο ράγισμα. Μόλις κολλήσουν τα κόκαλα θα αφαιρέσεις τους  γύψους και  θα είσαι  καλά.

– Θα σου  πω ένα μυστικό. Όταν μου διηγήθηκες το όνειρο έκανα μια ευχή όσα είδες να τα πάθω εγώ για να περάσετε καλά με τον Ανδρέα.

– Σύμπτωση είναι. Δεν πιστεύω ότι έπιασε  η ευχή σας.  Το πεπρωμένο έτσι  όρισε να γίνει για σας.. Περνάμε  καλά με τον Ανδρέα, έχουμε χημεία και δεν    στο  κρύβω ότι….Χαμήλωσε το κεφάλι της και έγινε κατακόκκινη.

–  Ότι; Εμένα ντρέπεσαι; Εμείς είμαστε φίλες. Κοίταξε με Χαρά. Ναι;

–  Ναι. Είναι ο άνδρας που  πάντα ζητούσα. Γλυκός, στοργικός,  προστατευτικός. Είναι ο  άνδρας των ονείρων  μου.

–  Τα ίδια  μου είπε κι αυτός για σένα.  Με την ευχή μου παιδιά  μου.  Να και κάτι ευχάριστο που  άκουσα σήμερα.

– Μόνο που πρέπει να διαβάσω. Τα έχω  ρίξει στον κόκορα και μετά θα έχω πρόβλημα.

– Και δεν  χαίρεσαι  καημένη  να μείνεις  με τον  άνδρα π’  αγαπάς.

– Λέω να  μην πάω να γράψω, γιατί  δεν θα  έχω μετά  δικαιολογία  να μείνω. Εκτός, αν  παρακολουθήσω  κάποια  μεταπτυχιακά προγράμματα.

– Θα μείνετε στην Πάτρα όταν παντρευτείτε ή  στην Πάρο;

– Αυτά είναι νωρίς να τα συζητήσουμε.  Ό,τι ορίσει η  μοίρα θα κάνουμε. Αν και οι γονείς μου δεν θα θέλουν  να φύγω σε άλλο τόπο για πάντα.  Ας πάω  να γράψω, αφού  ο Θεός μου έκανε αυτό το δώρο, θα φύγω στην Πάρο και θα δοκιμάσω  την αγάπη του. Τι λες θεία θα με ακολουθήσει;  Μπορώ να σε αποκαλώ έτσι, έχω το δικαίωμα;

– Φυσικά και το έχεις. Είμαι σίγουρη ότι θα σε ακολουθήσει.  Το μεταπτυχιακό του έγινε,  αλλά  δεν  πήγε  τελικά  να το παρακολουθήσει. Το θέμα  το  κατέχει καλά και δεν θέλει να μάθει περισσότερα γι’ αυτό. Έπρεπε να είχε φύγει στην Πάτρα αυθημερόν,   αλλά έμεινε για σένα. Μου είπε το τρελόπαιδο χθες το βράδυ ότι βρήκε δουλειά στον  Πειραιά για να έχει κάτι να ασχολείται. Παίζει κιθάρα 2 φορές την  εβδομάδα σ’ ένα εστιατόριο στον Πειραιά.

–  Το ήξερα.  Πήγαμε  μάλιστα  σ’ αυτό το εστιατόριο μαζί.

–  Το ήξερες και  δεν  μου είπες τίποτα;

– Έπρεπε  να  κρατήσω  το μυστικό του. Μόνο αυτό  δεν σου  είπα.

–  Ο  πατέρας του  μου έβαλε τις φωνές, αλλά είναι μεγάλος και πρέπει   να παίρνει μόνος του αποφάσεις.  Είναι 31 ετών. Του μίλησα για  σένα με τα καλύτερα λόγια και τον  ηρέμησα. Ύστερα πήγα να ψήσω τα ψάρια, κι έγινε το  κακό.

– Εγώ είμαι 27 ετών. Μην  τα σκέφτεσαι αυτά. Πάει πια. Τέλειωσε. Άλλωστε, το ευχήθηκες. Δεν το ευχήθηκες; Τι παραπονιέσαι  λοιπόν;

Εκείνος μπήκε στο χώρο και έφερε  σπανακόπιτες,  γιατί  δεν είχανε φάει τίποτα από το πρωί. Είχαν τελειώσει  οι τυρόπιτες.   Δεν  είπανε  τίποτα, απέμεινε  να κοιτάζει ο ένας τον  άλλο.

 Όταν επέστρεψαν στο σπίτι βρήκαν τη Σοφία τη μητέρα της και τον πατέρα της να κοιμούνται βαθιά. Δεν  τους αντιλήφθηκαν που μπήκαν.  Ήταν όλοι παραδομένοι στην αγκαλιά του Μορφέα.  Έμαθαν   τελικά, ότι το σπίτι τους δεν το επηρέασε η φωτιά. Έφτασε μέχρι τον τρίτο όροφο, πρόλαβαν να τη σβήσουν και δεν έφτασε  στους πιο πάνω ορόφους. Το δικό τους ήταν στον έκτο. Όλα καλά λοιπόν. Μόλις ξυπνήσουν θα πάνε εκεί. Τώρα μένανε στο  διαμέρισμα της κυρίας Θάλειας.

Εκείνη πήγε στο  διαμέρισμά της να διαβάσει και εκείνος κρατούσε το βιβλίο  και του  τα απαντούσε.  Είχε και στιγμές που έπαιζε την κιθάρα  του  και της έφτιαχνε τη ψυχολογία. Περνούσανε όλες τις ώρες μαζί και δόξα τω Θεώ τίποτα δεν πήγε στραβά στη μεταξύ τους σχέση μέχρι τώρα. Λέτε η ευχή της θείας να συντέλεσε σ’ αυτό;  Ποιος ξέρει!

Μια μέρα είδε ότι  οι σελίδες του βιβλίου της έλειπαν. Τσιμπήθηκε για να δει αν ήταν πραγματικότητα ή όνειρο. Τον ρώτησε σχετικά και δεν της απάντησε. Ήταν σκασμένη.

– Ηρέμησε. Εγώ τις πήρα. Σκέφτηκα ότι αν δεν τις  έχεις  δεν θα πας να γράψεις και θα μείνεις κοντά μου. Αν  όμως γράψεις…Έκλαψε και δεν   μπορούσε να  συγκρατήσει τα δάκρυά του.

– Για συνέχισε,  τι  θα γίνει αν  πάω να γράψω;

– Ε, δεν καταλαβαίνεις; Ή κάνεις ότι δεν  καταλαβαίνεις;

– Ξέρεις δεν λειτουργώ τελευταία. Φταίει  που  δεν  ήπια καθόλου καφέ.

– Σ’ αγαπώ.

– Κι  εγώ σ’ αγαπώ, αλλά θα φύγω  μόνο για  μερικούς  μήνες. Τον Οκτώβριο θα έρθω πάλι. Θα κάνω  μεταπτυχιακά μπουμπούνα.

– Θα σε περιμένω λοιπόν. Δέκα τέσσερις μέρες γνωριζόμαστε κι όμως καταλάβαμε ότι δεν μπορούμε να ζήσουμε χωριστά.  Είπαν και έπεσαν ο ένας στην  αγκαλιά του άλλου. Συνέχεια  φωνάζανε ο ένας στο άλλο Σ’ αγαπώ και φιλήθηκαν αρκετά.

– Μίλησα στους γονείς μου για σένα. Θέλουν να  σε γνωρίσουν. Είπε η Χαρά σε μια στιγμή όταν απεγκλωβίστηκε από την αγκαλιά  του.

– Θα γίνει κι αυτό, αλλά προς το παρόν ας δούμε τι θα κάνουμε. Σκέφτηκες πού θα μείνουμε αν  τελικά κάνουμε οικογένεια μαζί;

– Οι δικοί μου δεν μ’ αφήνουν να ζήσω στην Πάτρα. Μου το δήλωσαν ότι  αν έρθεις στην Πάρο, έχει καλώς, Αν όχι, ξέχασε με. Έχω αυστηρούς γονείς.

– Εγώ δεν έχω  τέτοιου  είδους  προβλήματα. Έχει δικηγόρους στην Πάρο; Θα ανοίξω εκεί γραφείο.  Ήμουν ασκούμενος σε έναν δικηγόρο στην Πάτρα, έμαθα τη δουλειά. Η Πάτρα έχει πολλούς.

– Έχει βέβαια, και στην Παροικιά   και  στη  Νάουσα. Αλλά ένας περισσότερο τι θα πειράξει; Εγώ μένω στην Νάουσα.

– Αντέχει  το νησί για ακόμη έναν;

– Ναι, αντέχει, διότι κάποιοι πεθαίνουν ή συνταξιοδοτούνται, πρέπει  να μπουν  νέοι. Άλλωστε, δεν είναι μικρό νησί.

–  Πάρε τις σελίδες σου. Συγνώμη που  σου  έσκισα το  βιβλίο. Έλα να πιούμε   ένα κρασάκι να το γιορτάσουμε.

– Όχι, αρνούμαι να πιω. Αύριο  γράφω. Δεν θα επαληθευτεί  το όνειρο.

– Όπως θέλεις. Φοβιτσιάρα!

– Αγόρασα ξυπνητήρι. Το έχω βάλει  για τις  7  το πρωί. Αν τολμήσεις να του αλλάξεις προγραμματισμό και δεν ξυπνήσω, θα  έχεις  να κάνεις μαζί μου.  Με έχεις δει άγρια;

– Πολύ  θα ήθελα να δω αυτή τη σκηνή. Είπε και γέλασε.  Γέλασαν κι οι δύο.

Εκείνος  ήταν  έτοιμος να φύγει, αλλά δεν  το  έκανε. Επέστρεψε εκ νέου και της είπε:

– Μη διαβάσεις απόψε, κοιμήσου νωρίς. Ό,τι ξέρεις πια, ξέρεις. Πιές ένα  χυμό ή ένα γάλα. Θα σου κάνει καλό αυτή η  κίνηση,  θα σε τονώσει. Θα περάσω το πρωί  να σε πάρω στο Πανεπιστήμιο. Όπως βλέπεις, δεν είμαι τέρας.  Είπε,   τη φίλησε  κι έφυγε.

Το πρωί το ξυπνητήρι δεν χτύπησε. Εκείνη κοιμόταν. Τότε ακούστηκε το κουδούνι της πόρτας. Εκείνη σηκώθηκε να ανοίξει.

– Καλημέρα! Ώρα Ελλάδος επτά Παρακαλώ σηκωθείτε!

– Καλημέρα  είπε νυσταγμένα και τον φίλησε.

– Τι έπαθε το ξυπνητήρι; Δεν χτύπησε; Της είπε  ειρωνικά.

–  Ξέρεις… Αυτό έγινε.  Δεν ξέρω τι  έγινε.  Δες εσύ. .

– Δεν αποθήκευσες την ώρα που του όρισες να σε ξυπνήσει, ούτε το alarm ενεργοποίησες. Αν περίμενες απ’ αυτό να σε ξυπνήσει  θα έχανες το μάθημα κακομοίρα μου.  Ετοιμάσου! Θα είμαι κάτω στο γκαράζ. Τι ώρα γράφεις;

– 9.15

– Για όνομα του Θεού. Το πανεπιστήμιο είναι πολύ κοντά.  Ξύπνησες από τα χαράματα γι’ αυτό;  Σε πέντε λεπτά θα είμαστε εκεί.

–  Το ξέρω, Αθήνα είναι,   μπορεί να συμβεί  κάτι. Καλύτερα να είμαι νωρίτερα παρά  να  βρω την καγκελόπορτα κλειστή.

– Δεν έχεις άδικο. Σε μισή  ώρα να είσαι έτοιμη. Ρίξε μια  ματιά στα sos και δες όσα δεν θυμάσαι. Αυτό μπορείς να το κάνεις μέσα στο αυτοκίνητο, όσο σε παίρνω στο πανεπιστήμιο ή μόλις φτάσουμε μέχρι να ανοίξει η πόρτα.

– Αν δεν ήσουν εσύ!

– Μη λες τίποτα. Δεν μου χρωστάς τίποτα. Σ’ αγαπώ. Αυτό θέλω να το θυμάσαι καλά.

– Αυτή τη στιγμή άλλα πρέπει  να θυμάμαι. Αυτό πρέπει να το ξεχάσω για λίγο, αν θες να γράψω καλά.   Είπε και γέλασαν κι οι δύο.

Τελικά έκανε 45 λεπτά να ετοιμαστεί. Ένιωθε ευτυχισμένη. Τελικά το όνειρο δεν  της βγήκε σε κακό. Ήταν αντίθετο. Αυτός ο άνδρας θα τη βοηθούσε πολύ. Στάθηκε δίπλα της κάθε στιγμή.

Έφτασαν στο πανεπιστήμιο  και είδε τη  καγκελόπορτα ανοιχτή. Είδε τους φοιτητές σκυμμένους  στα κιτάπια  τους. Η Σοφία  έδινε  άλλο μάθημα. Αυτό το είχε περάσει. Χρωστούσε όμως 14. Η  Σοφία  την  είδε μέσα  στο αυτοκίνητο του Ανδρέα. Της έγνεψε να βγει.  Εκείνη σκυμμένη στα κιτάπια της  δεν την αντιλήφθηκε, αλλά την αντιλήφθηκε  ο Ανδρέας και της το είπε. Βγήκαν και οι δύο από τ’ αυτοκίνητο και η  Σοφία ήθελε να μάθει  τα πάντα για τον Ανδρέα. Τελικά, τότε  δεν μίλησαν την επόμενη μέρα,  γιατί  είχαν  τις φασαρίες με τη φωτιά  και  δεν  υπήρχε το  ανάλογο κέφι. Τώρα,  για πρώτη  φορά,  της  τα είπε όλα. Της σύστησε  τον  Ανδρέα και έδωσαν τα χέρια.

Η Χαρά είχε έναν  φόβο. Η Σοφία ήταν  λεπτοκαμωμένη, πιο  ψηλή, πιο  όμορφη από εκείνη. Έτσι την έβλεπε  τουλάχιστον με τα δικά της μάτια και μείωνε  τον  εαυτό  της. Όμως τον τελευταίο καιρό δεν  έτρωγε λόγω των  εξετάσεων  και είχε χάσει  κάποια κιλά, αλλά την καλλίγραμμη Σοφία  δεν  μπορεί να την φτάσει. Αυτή  η  σκέψη  τη βασάνιζε  και  φοβόταν   ότι  θα της έκλεβε τον  Ανδρέα. Φώλιασε αυτή τη σκέψη  στο μυαλό της και ηρεμία  δεν μπορούσε να βρει.  Ένιωσε τόση ταραχή,  που  νόμιζε ότι  τα ξέχασε  όλα όσα  είχε διαβάσει. Δεν  ένιωθε καλά. Ο Ανδρέας μιλούσε και  γελούσε με τη Σοφία κι αυτό την έκανε να ζηλεύει αφόρητα. Λέγανε  περί  ανέμων  και υδάτων,  γιατί ήταν  παρούσα στην  συζήτηση και άκουγε τι λέγανε, αλλά  ένα χαμόγελο και ένας λόγος που δεν  απευθυνόταν  σ’  αυτήν ήταν μια μαχαιριά που  της τρυπούσε  την  καρδιά.   Αυτά δεν  έπρεπε να συμβούν σήμερα που  πήγε να δώσει εξετάσεις.

Εκείνος σταμάτησε να μιλά στη Σοφία  και είδε την  Χαρά να κλαίει. Δάκρυα πλημμύρισαν  τα μάτια της. Δεν είχε πάρει καθόλου μέρος  στη συζήτηση. Και  οι δύο  το είχαν καταλάβει.

– Τι έχεις καρδούλα μου; Τι έχεις Χαρά μου; Είπε τρομαγμένος.

– Φοβάμαι ότι τα έχω ξεχάσει όλα. Πρώτη  φορά δεν μπορώ να γράψω. Έχω πάθει τρακ. Δεν ξέρω τι φταίει. Τα κοιτάζω   και  νιώθω  σαν  να μην  τα έχω ξαναδεί.  Κάτι  με έχει στεναχωρήσει πολύ σήμερα  και επηρέασε αρνητικά τη ψυχολογία μου.

– Ζήλεψες; Είπε εκείνος γελώντας.

– Αυτό κάνει μπαμ από μακριά.  Το κατάλαβα κι εγώ Ανδρέα  Είπε η  Σοφία.

–  Ηρέμησε,  δεν  τρέχει  τίποτα. Σαν δικηγόρος  θα  βλέπω  και  θα μιλώ με τόσες γυναίκες. Αλίμονο! Για σκέψου,  εσύ σαν  γιατρός  που  θα  είσαι θα  βλέπεις  τόσους ασθενείς.  Εγώ τουλάχιστον  θα  βλέπω τις πελάτισσες με τα ρούχα. Καταλαβαίνεις τι εννοώ. Θέλεις να λέω κι εγώ  α, γιατί μιλάς και γελάς με τον καθένα; Αυτό δεν  είναι ωραίο. Σου έχω δηλώσει  ότι  σ’ αγαπώ και το εννοώ. Δεν έχω μάτια για άλλη.  Να μου έχεις εμπιστοσύνη.

– Ναι,  αλλά τώρα που  είδες  τη Σοφία  θα λες ότι είναι πιο όμορφη  από μένα.

– Ποιος το είπε αυτό; Σου έχω  πει κάτι τέτοιο; Πώς βγάζεις αυτό το αυθαίρετο συμπέρασμα;

– Δεν ισχύει αυτό;

– Όχι βέβαια.  Λοιπόν  ηρέμησε. Μήπως ένα φιλί θα σε ηρεμήσει;

– Όχι, νιώθω όπως παλιά. Θα  μας δουν  όλοι.

– Αυτό ήθελα να ακούσω.  Πάω στο αυτοκίνητο να σε περιμένω. Ρίξε αν  θες μια ματιά.

Όταν  ήρθε  η Σοφία κοντά της  εκείνος  είχε πάει στο  αυτοκίνητο. Τη  βρήκε σε ένα παγκάκι  να διαβάζει.

– Παρακολούθησα όλη τη σκηνή. Καλά είσαι πολύ  χαζή. Είναι δυνατόν  να  ζηλεύεις εμένα;  Έχεις την εντύπωση  ότι οι όμορφες κερδίζουν πάντα  στη  ζωή; Ίσως σε σένα  βρήκε αυτό που ήθελε. Μπορεί εκείνος να σε υψώνει και να λέει ότι είσαι η πιο όμορφη  του κόσμου και εσύ τι κάνεις;  Κατεβάζεις τον  εαυτό σου. Με ποιο κριτήριο αξιολόγησες ότι εγώ είμαι πιο όμορφη από σένα; Βάλε μυαλό Χαρά μου αν  θες να μείνεις κοντά του. Αυτές οι ανασφάλειες που έχεις δεν βγαίνουν σε καλό, κουράζουν τους άνδρες. Αν τον αγαπάς πρέπει να βγάλεις από το μυαλό σου όλα όσα σε βασανίζουν και σε πικραίνουν. Και να μου άρεσε δεν  θα σου έκανα ποτέ τέτοιο  κακό.  Φίλες είμαστε. Λογικέψου λοιπόν και δες πως σε κοιτάζει. Αν δεν ζηλεύεις θα χαίρεσαι τη ζωή. Αυτή τη συμβουλή σου δίνω. Μην αφήνεις το σατανά να  δηλητηριάζει τη σχέση σας. Ακόμα και  κάτι  να  ίσχυε, θα έβλεπες με τι άτομο είχες να κάνεις και θα έκανες αηδιασμένη πέρα. Αν ζηλεύεις τους άνδρες τους δίνεις  αξία, δεν το καταλαβαίνεις; Εκμεταλλεύονται την  κατάσταση και μετά κοροϊδεύουν ή σε έχουν σίγουρη. Και το κυριότερο το παίρνουν πάνω τους.  Μην τους δίνεις τόσες χαρές. Να μάθεις να αγαπάς υγιεινά. Αυτό που έχεις δεν   είναι αγάπη, αλλά αρρώστια  που  αργά ή γρήγορα θα  διαλύσει και τη σχέση  σου  και την  ψυχή σου. Οι εμμονές σκοτώνουν την αγάπη. Δεν θα ήθελες κάτι τέτοιο να συμβεί στη σχέση σου έτσι; Άλλωστε, δεν είναι ο τύπος μου. Λοιπόν  μπορείς να μείνεις ήσυχη ότι από μένα δεν κινδυνεύεις. Καλή επιτυχία.

Δεν της απάντησε τίποτα. Είχε δίκιο η Σοφία, σε όλα είχε δίκιο. Πέρασε όλη την υπόλοιπη ώρα να διαβάζει κι εκείνος την περίμενε με λαχτάρα να τελειώσει.

Έγραψε 8 με άριστα το 10. Καλή απόδοση  για ένα  τόσο δύσκολο μάθημα. Φυσικά, μ’ αυτό το βαθμό πέρασε το  μάθημα.   Ο  καθηγητής της έμαθε ότι έγινε  καλά, αλλά δεν βγήκε  ακόμα από  το νοσοκομείο, διότι έπρεπε να κάνει κάποιες  επιπλέον εξετάσεις. Ο Αναπληρωτής δεν ήταν τόσο καλός καθηγητής, αλλά απ’ ό,τι έμαθε έβαλε τα θέματα που είχε διαλέξει ο πρώτος καθηγητής προς τιμήν του, δεν  τα άλλαξε  και ήταν βατά. Θα έπαιρνε λοιπόν το πτυχίο  της.

Μετά το μάθημα  έμεινε περίπου δέκα μέρες κοντά του. Ποτέ δεν τον ζήλεψε ξανά. Η αγάπη τους  μέρα με την μέρα γινόταν πιο δυνατή.  Εκείνη ήθελε να μείνει κοντά του όλες τις ημέρες μέχρι το μεταπτυχιακό. Να μην φύγει. Τώρα πια η Πάρος δεν την ευχαριστούσε. Δεν ήθελε πια να πάει εκεί. Ήθελε να μείνει στην Αθήνα για να είναι κοντά  του.  Η μητέρα της επέμενε να πάει. Της έλεγε ότι είναι ανήθικο κάτι τέτοιο και την επηρέασε.  Τελικά, επικράτησε αυτή  η άποψη. Η Χαρά θα έφευγε. Όταν το έμαθε  ο  Ανδρέας ήταν έτοιμος να κλάψει. Δεν πίστευε ότι θα γινόταν αυτό ποτέ. Έπρεπε να συγκρατηθεί  και να κάνει υπομονή. Ο Οκτώβριος  δεν θα αργήσει. Τότε θα άρχιζαν τα μεταπτυχιακά προγράμματα που θα παρακολουθούσε.

Την τελευταία μέρα  κανείς δεν μπορούσε να μιλήσει. Δεν έβγαινε μιλιά  από το στόμα τους. Τα μάτια τους ήταν βουρκωμένα. Έπεσε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και φιλιόντουσαν χωρίς να σταματάνε μέσα στο αυτοκίνητό του  για πολύ  ώρα. Το αυτοκίνητό της  το άφησε στο σπίτι. Θα ταξίδευε χωρίς αυτό.  Πήγαν  στον  Πειραιά. Το λιμάνι ήταν γεμάτο ασφυκτικά με κόσμο που έφευγε στις διακοπές τους. Σήμερα ήταν 1 Ιουλίου, όταν αποφάσισε να κάνει αυτό το ταξίδι. Στα μέσα Οκτωβρίου θα επέστρεφε. Θα ήταν πολύς ο καιρός που θα ζούσε ο ένας χωρίς τον άλλο   κι αυτό τους αρρώσταινε ψυχικά.

Όταν είδε το ταχύπλοο  πλοίο να έρχεται κατάλαβαν ότι έπρεπε να μπει μέσα και να τον αποχωριστεί για λίγο. Αυτή φοβόταν ότι ήταν πολύς ο καιρός και θα έβρισκε κάποια άλλη και θα την αντικαθιστούσε. Πίστευε το ρητό  Μάτια που δεν βλέπονται…Όχι απλά το πίστευε, αλλά και φοβόταν μήπως αληθεύει.

Κοίταξαν  τον κόσμο να μπαίνει μέσα στο πλοίο, κράτησε στο χέρι το εισιτήριό της και εκείνος της είπε:

–  Ήρθε η ώρα! Λοιπόν,  άκουσε με καλά,  τα τηλέφωνά μου τα έχεις. Πήρα laptop   για να έχουμε ζωντανή επικοινωνία όλο αυτό τον καιρό μεταξύ μας. Θα  σου στείλω πρώτος ένα e-mail, αφού γνωρίζω το δικό  σου, για να σου κοινοποιήσω την ηλεκτρονική μου διεύθυνση που δεν την γνωρίζεις. Αφού στην Πάρο έχεις ίντερνετ  μπορεί να γίνει η επικοινωνία μας άνετα μέσω αυτού.

– Δεν θα χαθεί η επικοινωνία  μας  έτσι αγάπη μου;

– Μη λες ανοησίες.  Μόλις φτάσεις θέλω να μου τηλεφωνήσεις αμέσως.

– Σου το υπόσχομαι.

– Και μη ξεχνάς ότι  σ’ αγαπάω.

– Και εγώ σ’ αγαπάω. Είπε εκείνη και του έσφιξε το χέρι.

Πραγματικά κράτησε το λόγο της και του  τηλεφώνησε. Μιλούσαν πολλές ώρες στο τηλέφωνο και μέσω  του ίντερνετ. Μ’ αυτό τον τρόπο δεν πονούσε πολύ που δεν ήταν κοντά της, γιατί ήταν  σαν να είναι κοντά της.

Ανήμερα της Αγίας Μαρίνας ήταν τα γενέθλιά της.  Εκείνη είχε πάει  από προχθές στο απέναντι νησί μια εκδρομή με τους δικούς της  και κατέληξαν να πάνε μια βόλτα στο σπήλαιο της Αντιπάρου με τους δικούς της. Από την  Πούντα πήρανε το ferry boat για  να πάνε απέναντι και μεταφέρανε και το αυτοκίνητό τους μαζί. Σε ένα δεκάλεπτο περίπου είχαν φτάσει. Εκείνος την έπαιρνε τηλέφωνο, αλλά του έλεγε συνέχεια ένα  μήνυμα «Η κλήση σας δεν είναι εφικτή». Εκείνη τη στιγμή βρισκόταν σε πολλά μέτρα βάθος κάτω από τη γη. Είναι φυσικό το κινητό τόσο βαθιά να μην πιάνει. Ήθελε να της πει ότι θα έρθει στην Πάρο και θα μείνει εκεί όλο το καλοκαίρι. Μάλιστα,  θα βρίσκεται κοντά της την ημέρα των γενεθλίων της. Το σκέφτηκε όμως καλύτερα και  δεν θα της το ανακοίνωνε, απλά θα της έκανε  έκπληξη. Όμως απορούσε έπαθε κάτι και δεν το σηκώνει ή έμεινε από μπαταρία;

Όταν βγήκε από το σπήλαιο η  Χαρά από το βαθύ σκοτάδι  βρέθηκε ξαφνικά στο φως και αυτό  τη δυσκόλεψε πολύ. Μέχρι  να συνέρθει πέρασε αρκετή ώρα. Στο διάστημα αυτό εκείνος πήρε το ταχύπλοο πλοίο και ταξίδευε με προορισμό την Πάρο μαζί με την  θεία του, η  οποία  ήταν καθηλωμένη στο καροτσάκι της. Η μητέρα της Σοφίας της το χάρισε. Ο Ανδρέας φοβόταν να την αφήσει μόνη  τώρα που έφυγε η Χαρά και αποφάσισε να  την πάρει μαζί του.  Αυτό θα έκανε πολύ ευτυχισμένη τη Χαρά, γιατί την αγαπούσε σαν μητέρα της.

Όταν η  Χαρά έπιασε το κινητό της, μόλις  συνήρθε, είδε ότι είχε 27 κλήσεις από εκείνον .

— Πω! Πω! Πόσο μ’ αγαπάει! Σκέφτηκε.

Όταν τον πήρε τηλέφωνο  άκουσε το ίδιο σήμα. Εκείνος βρισκόταν εν πλω και η  επικοινωνία μεταξύ τους δεν κατέστη εφικτή.

— Θα του έκαψα τη  μπαταρία. Γιατί δεν έστειλε ένα  μήνυμα, αφού δεν με βρήκε;

Θα ήθελε ο γλυκούλης μου να μου ευχηθεί για τα γενέθλιά μου με το στόμα. Αυτό είναι σίγουρα.

Όταν ο Ανδρέας και η θεία του άραξαν στο  λιμάνι της Πάρου  εκείνος είδε όλη  τη  μαγεία να ορθώνεται μπροστά του. Ένα μαγευτικό μέρος, που κρύβεται όλη η κυκλαδίτικη αρχοντιά. Πραγματικά, μαγεύτηκε  που  ήρθε εδώ. Ο ήλιος έλαμπε ζεστός καλοκαιριάτικος  και το τοπίο   επιβλητικό και αρκετά ζεστό τον καλούσε να το εξερευνήσει. Πάνω απ’ όλα ο καθαρός αέρας τον  έκανε να  νιώσει ότι αναπνέει, ότι ζει. Αυτό το μέρος τον  τραβούσε και ήθελε να το γνωρίσει. Η πρώτη κίνηση ήταν να πάνε στην Παναγιά την Εκατονταπυλιανή, που βρίσκεται κοντά στο λιμάνι. Ήταν επιθυμία της θείας του και δεν της χάλασε το  χατίρι.  Όταν  δεις απ’ έξω αυτό το ναό είναι ένα απλό κτίριο που δεν θυμίζει εκκλησία. Όταν όμως μπεις πιο  μέσα, φαίνεται η διαφορετική αρχιτεκτονική απ’ τις άλλες εκκλησίες. Η ιδιαιτερότητα αυτού του ναού είναι οι 99 ανοικτές πύλες – καμάρες  και μια που είναι κλειστή και το ιερό βαπτιστήριο  σε σχήμα σταυρού που  δεν υπάρχει σε κανέναν άλλο ναό.

-Αυτό το ναό τον έκτισε η Αγία Ελένη  κατά την εύρεση  του Τιμίου Σταυρού. Λέγεται ότι σταμάτησε στο νησί της Πάρου και αγάπησε  τόσο πολύ αυτό το μέρος, ώστε έκτισε αυτόν τον περίλαμπρο ναό….

Αυτά κι άλλα πολλά τους είπε ο Ιερέας που τους είδε να κοιτάζουν  μαγεμένοι το ιερό, και την  διαφορετικότητα από τους άλλους ναούς. Ακολούθησε το προσκύνημα στον άγιο αυτό τόπο. Βέβαια, το είχε παρακολουθήσει  από την τηλεόραση  σε ντοκιμαντέρ,  αλλά είναι διαφορετική η αίσθηση όταν το ζεις από κοντά.

Φεύγοντας από την  Παροικιά    πήραν  ένα ταξί και πήγαν  στην  Νάουσα.  Εκεί  σταμάτησε σ’ ένα δρομάκι και έδειχνε τη φωτογραφία  της  σε όλους τους ντόπιους, αν  την ξέρει κανείς, αλλά  όλοι  την  ήξεραν και μάλιστα κάποιος του έδειξε το σπίτι της, αλλά ενώ το εντόπισε,  δυστυχώς  το βρήκε σφαλιστό, γιατί εκείνη έλειπε στην  Αντίπαρο, όπως προαναφέρθηκε,   από  προχθές το βράδυ με την οικογένειά της. Εκείνος λυπήθηκε που  δεν την βρήκε, αλλά τουλάχιστον κάποια  στιγμή  θα έρθει. Φοβόταν  να  ξανατηλεφωνήσει, μην ακούσει πάλι αυτό το μήνυμα,  αλλά αν τηλεφωνούσε  θα του απαντούσε. Αλλά εκείνος πού να το ξέρει αυτό; Έτσι δεν τηλεφώνησε κανείς από τους δύο.

Λίγο αργότερα μια γριούλα ήρθε να ποτίσει τα λουλούδια της Χαράς και να ταΐσει τον Αζόρ το σκυλάκι της, που το άφησε μωράκι   και τώρα έγινε 8  ετών.  Το είχε αγοράσει ένα χρόνο πριν πάει στο πανεπιστήμιο. Η  γριούλα τους είδε να περιμένουν.

–  Καλησπέρα παλικάρι μου την κυρά – Θοδώρα  ψάχνετε;

–  Όχι,  συγκεκριμένα ψάχνουμε τη  Χαρούλα.

–  Τη γιατρίνα μας ψάχνεις; Ε, η  κυρά Θοδώρα είναι  η μάνα της.

– Ναι. Τη γιατρίνα  ψάχνω. Μήπως ξέρετε πού μπορώ να τη βρω;

– Άσχημη ώρα διάλεξες να τους επισκεφτείς παλικάρι μου. Εγώ είμαι η γειτόνισσα. Επήγαν για διακοπές στην Αντίπαρο. Εκεί  γιορτάζουν το πανηγύρι  της Αγίας Μαρίνας. Γίνεται γλέντι  εκεί  τρικούβερτο κάθε τέτοια μέρα. Όλοι οι Παριανοί  είναι μαζεμένοι από προχθές το πρωί. . Από την  Πούντα μέχρι την  Νάουσα και από τη Νάουσα μέχρι την   Παροικιά. Όλοι σου λέω. Έχει και ξένους το νησί.   Σήμερα έχει και του λόγου τσης τα γενέθλιά της. Λείπουν από  ψες  το βράδυ. Θα γυρίσουν  αύριο το μεσημέρι. Εγώ είμαι  γριά πια και δεν πάω σε τέτοια, αλλά όταν  ήμουν  νέα το έριχνα στο χορό. Το χορό μου  ζήλεψε ο μακαρίτης και  τρελάθηκε  και με πήρε.

– Και πώς μπορεί  να πάει κανείς  στην Αντίπαρο  κυρούλα;

– Πρέπει να βιαστείς παλικάρι μου  να προλάβεις το καραβάκι. Έχει κάθε μισή ώρα δρομολόγια. Πρέπει να πας στην Παροικιά. Από εκεί θα πάρεις το καραβάκι. Σε  20 λεπτά θα είσαι εκεί. Αν έχεις αυτοκίνητο, πρέπει να πας από την  Πούντα.

– Ευχαριστώ  πολύ.  Είπε εκείνος και  προσπάθησε να  πάει το γρηγορότερο . Πήρε ταξί  και ήρθε στην Παροικιά. Εκεί πρόλαβε το καραβάκι την ώρα που έφευγε. Ήταν ο τελευταίος επιβάτης. Φυσικά, πήρε και τη θεία του μαζί.   Όταν μπήκε μέσα πήρε μια ανάσα ανακούφισης και η  σκέψη ότι θα την έχει στην αγκαλιά του τον  τρέλαινε ακόμα πιο πολύ.

– Τι  ωραίο μέρος  Θεία,  γαλήνη, ηρεμία, χαίρεσαι να ζεις εδώ.

– Να ζήσεις παλικάρι μου, αφού σου αρέσει.

– Καμία σχέση με την  Αθήνα  και την  Πάτρα.

– Συμφωνώ. Εδώ θα περνάς θαυμάσια μ’ αυτήν  π’ αγαπάς.

– Άλλωστε, οι δικοί της την  θέλουν κοντά τους. Ο πατέρας μου δεν έχει πρόβλημα, φτάνει να αξίζει τον  κόπο η κοπέλα μου είπε.

– Αξίζει, στο λέω εγώ.

– Συμφωνώ θεία μου.

Όταν άραξε το πλοιάριο  εκείνος  έβλεπε το  τοπίο και το θαύμαζε. Πρόκειται για ένα γραφικό νησί που μοιάζει ν’ αγκαλιάζεται από πανέμορφες αμμώδεις παραλίες κι απόμερους όρμους και κρυστάλλινα γαλανά νερά. Τα λευκά σπιτάκια, τα στενά πλακόστρωτα δρομάκια, οι μικρές εκκλησίες και οι Μπουκαμβίλιες συνθέτουν την αυθεντική λιτή κυκλαδική εικόνα. Ήταν μαγεία γι’ αυτόν να κοιτάζει  αυτό το τοπίο. Ήταν  ένας επίγειος  παράδεισος. Τώρα κατάλαβε γιατί η Χαρά το αγαπούσε τόσο πολύ.  Σκεφτόταν τον εαυτό του να περπατά με εκείνη πιασμένοι χέρι- χέρι. Την ίδια ακριβώς σκέψη έκανε κι εκείνη  μ’ αυτόν.

Όταν  έφτασε στην αυλή της αγίας Μαρίνας είδε πολύ κόσμο μαζεμένο. Σε κάποιο σημείο την είδε να μιλά και να γελά με έναν νεαρό. Μαζί τους ήταν ένα   ζευγάρι. Σε λίγο ο νεαρός κι εκείνη αγκαλιάστηκαν και  ο μεσήλικας άνδρας τους έβγαλε φωτογραφία. Λίγο αργότερα έπιασαν ένα τραπεζάκι  και στη μέση του προαύλιου χώρου το τοποθέτησαν. Στο σημείο αυτό βάλανε μια πολυώροφη τούρτα και άναψαν  δύο κεράκια.  Ένα ροζ κεράκι με  τον αριθμό 2 και ένα με τον αριθμό 7. Έβαλαν για στολίδι μια κόκκινη  κορδέλα. Η τούρτα ήταν  μικτή σοκολάτα με βανίλια και μάλιστα έγραφαν και στα εκατό Χαρά μου. Ο νεαρός της είπε να κάνει μια ευχή. Ο Ανδρέας καθισμένος  σε μια γωνιά τα παρατηρούσε όλα αυτά. Ήθελε να κλάψει. Τον είχε αντικαταστήσει; Το έπαιζε σε διπλό ταμπλό; Δεν ήξερε να πει.  Γι’ αυτό δεν τηλεφώνησε. Βρήκε αυτό το νεαρό. Έπρεπε να μάθει ποιος είναι αυτός. Ήθελε να ρωτήσει  τους  περαστικούς, αλλά δεν ήθελε να την εκθέσει και να  εκτεθεί.  Της έλεγε να μην τον ζηλεύει και τώρα την πάτησε αυτός.

Η θεία του όμως ήξερε  γιατί εκείνος συμπεριφερόταν έτσι,  ποιος ήταν ο νεαρός, γιατί  της είχε μιλήσει σχετικά η Χαρά, αλλά της άρεσε να τον βλέπει  να βασανίζεται.  Ο ανιψιός της όταν ερωτεύεται τρελαίνεται. Αυτό διαπίστωσε  και γελούσε. Εκείνος πόνεσε που έβλεπε εκείνη  να μιλά με το νεαρό και περισσότερο απ’ όλα η απάθεια της θείας του. Έβλεπε εκείνη με τον νεαρό  και δεν έλεγε τίποτα; Δεν πήρε ούτε μια φορά το μέρος του.  Δεν την έβριζε. Να θεία, να μάλαμα.

Την ώρα που λέγανε το τραγουδάκι έκανε την εμφάνισή του και ήταν έτοιμος να πέσει να σωριαστεί στο πάτωμα. Με δυσκολία κρατιόταν όρθιος. Έτρεχαν δάκρυα στα μάτια του. Ήταν αδύνατον να τα συγκρατήσει. Εκείνη όταν τον είδε έλαμψε ολόκληρη. Εκείνος έμεινε σιωπηλός. Περίμενε την πρώτη κίνηση να την κάνει εκείνη.

– Μαμά, μπαμπά, αδερφούλη μου αυτός είναι ο Ανδρέας  ή  ονειρεύομαι;

– Είπε ότι  είναι  ο αδερφός της.  Αδερφός της  είναι θεία μου; Είπε χαμηλόφωνα. Ναι, το είχα καταλάβει  από την αρχή έτσι δεν είναι θεία;.

– Ναι παιδί μου, σε πιστεύω. Ό,τι πεις εσύ.

 Εκείνη παραμέρισε τον κόσμο. Έτρεξε  κι έπεσε στην αγκαλιά του. Δεν την ένοιαζε που την έβλεπε τόσος κόσμος. Σημασία είχε να κλειστεί στην αγκαλιά του. Οι γονείς της αντέδρασαν, αλλά δεν μπορούσαν ούτε πρόλαβαν  να κάνουν ή να πουν το παραμικρό. Είχε προλάβει να κλειστεί  στην αγκαλιά του.

– Δεν χρειάζεται να κάνω ευχή. Ήρθε ο αγαπημένος μου, είπε χωρίς να ντραπεί κανέναν. Και συνέχισε. Τι έχεις Ανδρέα φαίνεσαι στεναχωρημένος. Γιατί είσαι σιωπηλός;

– Σε κοιτάζω και νομίζω ότι είναι  όνειρο αυτό που ζω. Θέλω μόνο να σε κοιτάζω.  Παραμέρισες τους πάντες για να έρθεις κοντά μου πριν ακόμα με συστήσεις στους δικούς σου. Αυτό δεν το κάνουν πολλές.

– Ήταν τόσο μεγάλη η χαρά μου αγαπημένε μου  που σε ξαναείδα που δεν σκέφτηκα τι συνέπεια έχει αυτό. Ήταν λάθος μου, συγνώμη.

– Όχι, αντίθετα αυτό δείχνει πόσο μ’  αγαπάς.  Χρόνια πολλά αγάπη  μου! Της είπε και  της φόρεσε στο δάχτυλο ένα  μονόπετρο πανάκριβο δαχτυλίδι.

– Ευχαριστώ πολύ.  Δεν  έπρεπε  να  ξοδευτείς για μένα. Είναι πανέμορφο!

– Είναι το δώρο μου για τα γενέθλιά σου.

Δεν πίστευε στα μάτια της. Οι γονείς της είχανε αγριέψει. Ρεζίλι τους έκανε σε όλους τους χωριανούς. Αύριο δεν θα είχαν  μούτρα να  βγουν έξω.  Για να τους  ηρεμήσει,  τους σύστησε τον Ανδρέα. Ήξερε πως όταν  τον  γνωρίσουν  θα  μαγευτούν μαζί του.

Έπειτα έγιναν οι συστάσεις.  Ο  Ανδρέας  φοβόταν μήπως και δεν  άρεσε στους δικούς της. Έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε για να τον συμπαθήσουν. Έβγαλε τον  καλό του εαυτό.  Μόνο που σε μια στιγμή εκείνος τους παραπονέθηκε επειδή   του στέρησαν  την αγαπημένη του. Εκείνοι του εξήγησαν ότι είναι μια καθώς πρέπει  οικογένεια και δεν τους αρέσει το κορίτσι τους να  τραβιέται με έναν άγνωστο  στην Αθήνα. Πραγματικά, είχε πέσει σε καλή οικογένεια, το είχε καταλάβει, αλλά  κι αυτός τη σεβάστηκε. Δεν της ζήτησε ποτέ να κάνουν σεξ, ούτε είχε στο μυαλό του  κάτι τέτοιο. Ή συζήτηση κράτησε αρκετά. Έκλεισαν  ένα δίκλινο  δωμάτιο στο ξενοδοχείο  γι’ αυτόν και για τη  θεία του  και θα έμεναν  περισσότερο  εκεί τώρα που γνώρισαν  τον  Ανδρέα. Οι γονείς του  μαγεύτηκαν μαζί του. Ειδικά, η μητέρα της  την πείραξε και της είπε ότι αν ήταν νέα θα τον ερωτευόταν. Εκείνη και ο πατέρας της  αντέδρασαν  έντονα και έκλεισε με γέλιο αυτή η μαγική στιγμή. Πραγματικά, η διαμονή τους εκεί θα ήταν  αξέχαστη!

Το γλέντι άναψε γερά. Στη μέση του όμως είχανε πρόβλημα, γιατί ο κιθαρίστας είχε κάποιο πρόβλημα υγείας. Οι νησιώτες άρχισαν να  αντιδρούν. Το γλέντι  θα τελείωνε εδώ αν δεν βρισκόταν λύση.  Α! Ου! Όλοι ήθελαν να χορέψουν. Ο αρμόδιος της ορχήστρας ρώτησε αν κάποιος ξέρει να παίζει κιθάρα, να τον αντικαταστήσει για λίγο, μέχρι να γίνει καλά. Ο Ανδρέας προσφέρθηκε  να βοηθήσει.  Αυτό έκανε την οικογένεια της  Χαράς να τον  εκτιμήσει  ακόμα περισσότερο.  Τελικά, άρεσε τόσο πολύ ο Ανδρέας που ο καημένος ο νησιώτης πήγε στο ξενοδοχείο δυσαρεστημένος. Όταν άρχισε το νησιώτικο πρόγραμμα κι ήρθε ο βιολιστής, εκείνος κάθισε στο τραπέζι και έφαγε και ήπιε. Πραγματικά, όλοι είχαν να λένε πως η γιατρίνα τους  βρήκε ένα όμορφο παλικάρι, κι αυτή  καμάρωνε που ήταν  το αγόρι της και αν  θέλει ο  θεός,  που  φαίνεται ότι το εγκρίνει, να γίνει και άνδρας της.

Έζησαν μαζί για πάντα στην Πάρο. Έτσι το ήθελαν  κι έτσι έγινε. Δεν  το  μετάνιωσαν ποτέ. Η ζωή  τους  ήταν πάντα γλυκιά, διότι αγαπήθηκαν αληθινά. Είχαν βέβαια και τις δύσκολες στιγμές τους, όπως όλος ο κόσμος,  αλλά πάντα προσπαθούσαν να βρουν την καλύτερη λύση.  Την ευτυχία την  γνώρισε ο ένας στα μάτια του άλλου. Τώρα πια είχε πλάι της  τον αγαπημένο της, πήρε το πτυχίο της, έζησε στον τόπο π’ αγαπούσε. Τι άλλο θέλει ένας άνθρωπος για να είναι ευτυχισμένος;

 

Ο βιβλιοφάγος

Αφήστε μια απάντηση

Πριν αφήσετε κάποιο σχόλιο διαβάστε τα εξής:

 
  • - Τα σχόλια σας θα πρέπει να εγκριθούν από τους διαχειριστές της ιστοσελίδας πριν δημοσιευτούν.
  • - Παρακαλούμε χρησιμοποιήστε Ελληνικούς χαρακτήρες, σχόλια γραμμένα σε greeklish δεν θα εγκρίνονται.
  • - Όνειρα που βλέπετε Σάββατο βράδυ προς ξημερώματα Κυριακής δεν θα εξηγούνται. Αν σ' αυτή την ημερομηνία γράφετε όνειρα άλλων ημερών αυτό υποχρεωτικά πρέπει να επισημαίνεται, για να λαμβάνουν απάντηση και τα όνειρα αυτά. Όταν όμως γράφετε όνειρα με Κυριακάτικη ημερομηνία και είναι άλλων ημερών, πρέπει να γίνεται υποχρεωτική επισήμανση αυτού, ώστε να παίρνουν άμεσα απάντηση, αποφεύγοντας την ερώτηση αν είναι Κυριακάτικο. Όταν δεν υπάρχει επισήμανση, θα θεωρούνται Κυριακάτικα και δεν θα παίρνουν απάντηση.
  • - Όνειρα που βλέπετε Σάββατο βράδυ προς ξημερώματα Κυριακής δεν θα εξηγούνται.
  • Διαβάστε τους όρους χρήσης μας
  • - Να είστε υπομονετικοί, οι χρήστες που απαντούν στα σχόλια σας είναι εθελοντές και θα σας απαντήσουν μόλις μπορέσουν.
  • -Παρακαλούμε διαβάστε τους παραπάνω όρους πριν καταχωρήσετε κάποιο σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο