Αυτό είναι το αγαπημένο μου παραμύθι παιδιά. Κρύβει ένα μυστήριο.  Ένα μυστήριο που πολλοί πρίγκιπες και βασιλιάδες προσπάθησαν να λύσουν, αλλά κανένας απ’ αυτούς δεν τα  κατάφερε. Μόνο ένας απλός στρατιώτης με την βοήθεια της μοίρας του βρήκε την απάντηση και έφερε αποδείξεις με την εξυπνάδα του, για να γίνει πιστευτός από τον βασιλιά, με αποτέλεσμα να παντρευτεί μια από τις 12 βασιλοπούλες. Αλήθεια, πώς έλιωσαν τόσα ζευγάρια παπούτσια; Πώς μπόρεσαν να φθαρτούν  μέσα σε μια νύχτα; Απορίας άξιο! Θέλετε να μάθετε; Δείτε αυτό το παραμύθι λοιπόν ή διαβάστε το! Αν θέλετε το πιστεύετε, αν όχι θα σας δώσει ένα γλυκό ύπνο κι ένα υπέροχο όνειρο απόψε. ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ ΠΑΙΔΙΑ!!!

https://i.ytimg.com/vi/v6cSRR81ucM/hqdefault.jpg

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που είχε δώδεκα κόρες, η μία πιο όμορφη από την άλλη. Μοιραζόντουσαν όλες μαζί το ίδιο μεγαλόπρεπο και βασιλικό δωμάτιο, και τα κρεβάτια του ήταν το ένα δίπλα στο άλλο. Την νύχτα, όταν πήγαιναν να κοιμηθούν ο βασιλιάς κλείδωνε την πόρτα και έβαζε φρουρούς να τις φυλάνε. Το πρωϊ όμως, όταν την ξεκλείδωνε έβλεπε κάτι παράξενο: τα παπούτσια που φορούσαν οι βασιλοπούλες ήταν όλα σκισμένα και χαλασμένα. Κανείς δεν μπορούσε να δώσει μία λογική εξήγηση.

Έβγαλε λοιπόν ο βασιλιάς μία προκήρυξη που έλεγε ότι όποιος μπορέσει ν’ανακαλύψει πού πάνε το βράδυ οι βασιλοπούλες και χαλάνε τα παπούτσια τους θα είχε δικαίωμα να διαλέξει όποια από τις κόρες του ήθελε για γυναίκα του. Και ακόμη αυτός θα ήταν ο διάδοχός του μετά τον θάνατό του. Αν όμως δεν κατάφερνε να λύσει το μυστήριο αυτό μέσα σε τρείς νύχτες, τότε θα πλήρωνε την αποτυχία με τη ζωή του.

Σύντομα παρουσιάστηκε ένας πρίγκιπας και δήλωσε πως έχει την ικανότητα να λύσει το μυστήριο. Τον δέχτηκαν στο παλάτι με πολλές τιμές. Το βράδυ, τον οδήγησαν στο δωμάτιο που ήταν δίπλα στην κάμαρα που κοιμόντουσαν οι βασιλοπούλες. Έτσι θα μπορούσε να κατασκοπεύει τις βασιλοπούλες και να δεί πού πήγαιναν τη νύχτα. Και για να μην του ξεφύγουνε χωρίς να τις πάρει είδηση, άφησαν την πόρτα του δωματίου του ανοιχτή. Μα όσο περνούσε η ώρα τα ματια του πρίγκιπα βάραιναν σιγά-σιγά, και σε λίγο τον πήρε ο ύπνος. Όταν ξύπνησε ήταν πρωϊ πια και συνειδητοποίησε ότι οι βασιλοπούλες είχαν φύγει κι έλειπαν όλη τη νύχτα, γιατί οι σόλες των παπουτσιών τους ήταν γεμάτες τρύπες. Η δεύτερη και η τρίτη νύχτα πέρασαν με τον ίδιο τρόπο, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Έτσι ο πρίγκιπας πλήρωσε με τη ζωή του την αποτυχία του, σύμφωνα με τους όρους που είχε θέσει ο βασιλιάς. Ύστερα απ’αυτόν παρουσιάστηκαν κι άλλοι πολλοί, μα κανένας δεν μπόρεσε ν’ανακαλύψει τί συνέβαινε, και όλοι το πλήρωναν με τη ζωή τους.

Πέρασε καιρός. Μια μέρα ένας στρατιώτης βάδιζε στον δρόμο που οδηγούσε στην πρωτεύουσα εκείνου του βασιλείου. Είχε πληγωθεί στον πόλεμο και δεν υπηρετούσε πιά στον στρατό. Όπως περπατούσε συνάντησε μια ηλικιωμένη γυναίκα.

– Πού πάς καλό μου παλικάρι; τον ρώτησε.

– Κι εγώ ο ίδιος δεν ξέρω, της απάντησε. Και πρόσθεσε αστειευόμενος: Θα ήθελα ν’ανακαλύψω πού πάνε κάθε νύχτα οι πανέμορφες κόρες του βασιλιά. Βλέπεις, πολύ θα ήθελα να γίνω βασιλιάς.

– Δεν είναι και πολύ δύσκολο παιδί μου, του είπε η γριά. Πρόσεξέ με καλά και θα πετύχεις. Έχεις χρυσή καρδιά και σου αξίζει. Πρόσεξε να μην πιείς το κρασί που θα σου προσφέρουν πρίν πέσεις για ύπνο, και όταν πέσεις στο κρεβάτι να κάνεις πως κοιμάσαι βαθιά.

Την ίδια στιγμή του έδωσε έναν κοντό μανδύα και του είπε:

– Όσο θα φοράς αυτόν τον μανδύα θα είσαι αόρατος. Έτσι θα μπορέσεις, χωρίς να σε δούν οι βασιλοπούλες να τις ακολουθήσεις και να δείς πού πάνε.

Ο στρατιώτης άκουσε προσεκτικά την καλή συμβουλή της γριάς. Δίχως δισταγμό παρουσιάστηκε μπροστά στον βασιλιά και δήλωσε πως είχε διαβάσει την προκήρυξη, και θέλει κι αυτός να προσπαθήσει να ξεδιαλύνει το μυστήριο. Τον δέχτηκαν με τις ίδιες τιμές που δέχτηκαν και τους προηγούμενους, και του έδωσαν να φορέσει βασιλικά φορέματα.

Το βράδυ τον οδήγησαν στο δωμάτιο δίπλα στην κάμαρα των αδερφών. Την ώρα που ετοιμάζονταν να ξαπλώσει ήρθε σ’αυτόν η μεγαλύτερη βασιλοπούλα και του πρόσφερε ένα ποτήρι με κρασί. Εκείνος προσποιήθηκε πως έπινε το κρασί, το έχυσε όμως με τρόπο στο σφουγγάρι που έκρυβε κάτω από το σαγόνι του. Έτσι κατάφερε να μην πιεί ούτε μία σταγόνα. Ύστερα ξάπλωσε στο κρεβάτι του και ύστερα από λίγο άρχισε να ροχαλίζει, σαν να βρισκόταν σε βαθύ ύπνο.

Οι δώδεκα βασιλοπούλες άκουσαν το ροχαλητό του και ξέσπασαν σε γελια. Η μεγαλύτερη τους είπε:

– Κρίμα! Κι αυτός ο απερίσκεπτος θα χάσει την ζωή του. Μα ποιος του φταίει;

Έπειτα σηκώθηκαν από τα κρεβάτια τους, άνοιξαν ντουλάπες και συρτάρια και έβγαλαν με τα πιο θαυμαστά και εντυπωσιακά φορέματα. Στάθηκαν μπροστά στον καθρέπτη και άρχισαν να ντύνονται και να χτενίζονται, ενθουσιασμένες γιατί σε λίγο θα πήγαιναν να διασκεδάσουν.

Μόνο η μικρότερη ήταν ανήσυχη:

– Δεν ξέρω τί έχω. Μπορεί να με κοροϊδέψετε, μα έχω ένα παράξενο προαίσθημα. Κάτι κακό θα μας συμβεί, κάποιον κίνδυνο βλέπω πάνω απ’τα κεφάλια μας.

– Είσαι κουτή, της απάντησε η μεγαλύτερη. Πάντα έτσι φοβάσαι. Ξέχασε πόσα βασιλόπουλα ήρθαν εδώ άδικα; Και φοβάσαι αυτόν τον στρατιώτη; Μα ούτε το υπνωτικό δεν χρειαζόταν να του δώσουμε. Δεν βλέπεις πόσο χοντροκέφαλος είναι; Αποκλείεται να πετύχει.

Όταν ετοιμάστηκαν όλες έριξαν μία ματιά στον στρατιώτη. Είχε κλειστά τα μάτια του και δεν έκανε την παραμικρή κίνηση. Βεβαιώθηκαν όλες τότε ότι δεν είχαν τίποτα να φοβηθούν.

Αμέσως η μεγαλύτερη πλησίασε ένα από τα κρεβάτια και το χτύπησε ελαφρά. Αμέσως άνοιξε το πάτωμα και το κρεβάτι χάθηκε. Μια σκάλα παρουσιάστηκε στη θέση του και οι βασιλοπούλες, η μία μετά την άλλη άρχισαν να κατεβαίνουν.

Ο στρατιώτης που είχε δεί τα πάντα, χωρίς να διστάσει έριξε στους ώμους του τον μαγικό μανδύα και τις ακολούθησε. Καθώς κατέβαινε πίσω από την μικρότερη χωρίς να το θέλει πάτησε το φόρεμά της.

Εκείνη αναφώνησε κατατρομαγμένη:

– Τί ήταν αυτό; Ποιος πάτησε το φόρεμά μου;

– Μην γίνεσαι παράλογη, της είπε η μεγαλύτερη. Θα πιάστηκε σε κανένα καρφί της σκάλας.

  Κατέβηκαν βαθιά μέσα στη γη και έφτασαν σ’ένα θαυμάσιο μονοπάτι γεμάτο με δέντρα. Όλα τα φύλλα τους ήταν ασημένια και λαμποκοπούσαν. Ο στρατιώτης έκοψε ένα μικρό κλαδί για να μπορέσει ν’αποδείξει πως πέρασε από εκεί. Την στιγμή που έσπασε το κλαδάκια ακούστηκε ένα δυνατό κράκ.

Η μικρότερη κόρη τρόμαξε:

– Φοβάμαι! φώναξε. Δεν ακούσατε έναν θόρυβο σαν να έσπασε κάποιος ένα κλαδί;

– Όλα μας χαιρετούν θριαμβευτικά που μπορέσαμε και ξεφύγαμε και πάλι, είπε η μεγαλύτερη.

Προχώρησαν, ώσπου έφτασαν σ’ένα άλλο κατάφυτο μονοπάτι, όπου όλα τα δέντρα είχαν φύλλα από χρυσάφι. Πέρασαν και το δεύτερο μονοπάτι κι έφτασαν σ’ένα τρίτο. Κι αυτό ήταν γεμάτο δέντρα, μα τα φύλλα τους ήταν από διαμάντια. Και από το δεύτερο και το τρίτο μονοπάτι ο στρατιώτης έκοψε από ένα κλαδάκι, και κάθε φορά ακουγόταν ένα κράκ που έκανε την μικρή βασιλοπούλα ν’αναπηδά από φόβο. Μα η μεγαλύτερη αδερφή πάντα της καθησύχαζε και την διαβεβαίωνε πως ήταν ο θριαμβευτικός χαιρετισμός του δάσους. Προχώρησαν ακόμα βαθύτερα ταχύνοντας το βήμα τους, κι έφτασαν σε μία μεγάλη λίμνη. Στην όχθη της λίμνης ήταν δεμένες δώδεκα μικρές βάρκες, και μέσα στην καθεμία κάθονταν από ένας όμορφος πρίγκιπας. Περίμεναν τις βασιλοπούλες. Καθώς πλησίασαν ο καθένας έβαλε από μία στη βαρκούλα του. Μπήκε μαζί και ο αόρατος στρατιώτης, και κάθισε μαζί με την μικρότερη βασιλοπούλα.

Ύστερα από λίγο ο πρίγκιπας είπε:

– Δεν ξέρω γιατί, μα σήμερα η βάρκα μου είναι πολύ πιο βαριά. Πρέπει να τραβώ κουπί με όλη μου τη δύναμη για να καταφέρω να προχωρήσω.

– Αναρωτιέμαι τί να συμβαίνει, είπε η βασιλοπούλα. Ίσως να είναι ο ζεστός αέρας που φταίει. Σήμερα έχει πολλή ζέστη.

Στην απέναντι όχθη της λίμνης υψώνονταν ένας ψηλός και κατάφωτος πύργος. Σάλπιγγες και άλλα όργανα ηχούσαν χαρούμενα και ο γλυκόλαλος ήχος έφτανε στ’αυτιά τους και τους μάγευε. Τα βασιλόπουλα βγήκανε από τις βάρκες τους και σε λίγο ο κάθε πρίγκιπας χόρευε με την αγαπημένη του.

  Και ο στρατιώτης μας χόρευε κι αυτός χωρίς να τον καταλάβει κανένας. Και κάθε φορά που η μικρή βασιλοπούλα διψούσε και πήγαινε να πιάσει ένα ποτήρι, ο στρατιώτης προλάβαινε κι έπινε όλο το κρασί, κι έτσι όταν το έφερνε στα χείλη της η βασιλοπούλα έβρισκε το ποτήρι άδειο. Αυτό την κατατρόμαξε πάλι. Μα η μεγαλύτερη αδερφή της πάντα την καθησύχαζε.

Έτσι χόρεψαν ως τις τρείς το πρωϊ. Τα παπούτσια τους από τον πολύ χορό τρύπησαν και αναγκάστηκαν να σταματήσουν. Τα βασιλόπουλα τις έφεραν με τις βαρκούλες τους στην απέναντι όχθη. Αυτή τη φορά ο στρατιώτης αόρατος κάθισε δίπλα στην μεγαλύτερη αδερφή. Όταν βγήκαν από τις βάρκες η καθεμία αποχαιρέτησε τον πρίγκιπά της και υποσχέθηκαν να επιστρέψουν και το επόμενο βράδυ.

Την ώρα που έφταναν στα υπόγεια σκαλοπάτια του παλατιού ο στρατιώτης έτρεξε μπροστά, ανέβηκε πρώτος, ξάπλωσε στο κρεβάτι του, και όταν οι βασιλοπούλες έφτασαν στο δωμάτιό τους, αργοπορημένες κάπως απ’την κούραση τον βρήκαν να κοιμάται. Οι βασιλοπούλες τότε είπαν:

– Κοιμάται ο άκακος! Άδικα ανησυχήσαμε, ούτε που μας πήρε είδηση!

Ύστερα έβγαλαν τα όμορφα φορέματά τους, τα έβαλαν τα τρύπια λερωμένα παπούτσια τους κάτω από τα κρεβάτια τους και ξάπλωσαν να κοιμηθούν.

Την άλλη μέρα το πρωϊ ο στρατιώτης αποφάσισε να μην πεί τίποτα στον βασιλιά. Ήθελε να παρακολουθήσει τις βασιλοπούλες στον παραμυθένιο νυχτερινό τους περίπατο γι’άλλη μία φορά, ώστε να είναι απόλυτα σίγουρος. Έτσι πήγε μαζί τους και την δεύτερη και την τρίτη νύχτα. Όλα έγιναν όπως την πρώτη φορά. Οι βασιλοπούλες χόρεψαν μέχρι που τα παπούτσια τους τρύπησαν και χάλασαν. Την τρίτη νύχτα ο στρατιώτης πήρε μαζί του κι ένα ποτήρι του κρασιού, θα το χρησιμοποιούσε ως στοιχείο για να μην μείνει καμία αμφιβολία στον βασιλιά. Όταν έφτασε η ώρα και τον κάλεσε ο βασιλιάς πήρε μαζί του τα τρία κλαδάκια με τα ασημένια, τα χρυσά και τα διαμαντένια φύλλα, και το ποτήρι του κρασιού και παρουσιάστηκε στον βασιλιά. Οι δώδεκα βασιλοπούλες περίεργες ν’ακούσουν τί θα έλεγε ο στρατιώτης στον πατέρα τους κόλλησαν τ’αυτιά τους στην πόρτα.

Ο βασιλιάς ρώτησε:

– Πού πήγαν οι κόρες μου και πέρασαν τη νύχτα; Πού χάλασαν τα παπούτσια τους;

Κι εκείνος του απάντησε:

– Μέσα σ’έναν μεγαλόπρεπο πύργο βαθειά μέσα στη γή, και χόρευαν με δώδεκα πρίγκιπες.

Και την ίδια στιγμή παρουσίασε τις αποδείξεις. Ο βασιλιάς διέταξε να φέρουν αμέσως τις κόρες του και τις ρώτησε αν ο στρατιώτης έλεγε την αλήθεια. Οι βασιλοπούλες είδαν πως ανακάλυψε το μυστικό τους και πως δεν θα κέρδιζαν τίποτε αν έλεγαν ψέματα. Αναγκάστηκαν λοιπόν να τα ομολογήσουν όλα.

Τότε ο βασιλιάς ρώτησε τον στρατιώτη ποια από τις κόρες του θα ήθελε για γυναίκα του. Εκείνος απάντησε με σύνεση:

– Δεν είμαι και τόσο νέος πια. Προτιμώ τη μεγαλύτερη.

Έτσι την ίδια μέρα γιορτάστηκε με μεγαλοπρέπεια ο γάμος τους και ο βασιλιάς σύμφωνα με την επίσημη διακήρυξή του έστεψε τον στρατιώτη διάδοχό του στον θρόνο. Οι γιορτές όμως του γαμπρού κράτησαν τόσες μέρες οσες και οι νύχτες που οι βασιλοπούλες είχαν χορέψει στον πύργο με τους δώδεκα πρίγκιπες.

Οι 12 πριγκίπισσες που χόρευαν

3 σχόλια στο Οι 12 πριγκίπισσες που χόρευαν

  • Τετάρτη, 13 Απρίλιος 2016 στο 08:21
    Σύνδεσμος

    πανέμορφο παραμύθι…
    τελικά ήταν τύχη που γνώρισε την γριά γυναίκα και τον βοήθησε έτσι ώστε να αλλάξει την μοίρα του ή τελικά ήταν το πεπρωμένο του , ότι τελικά έτσι και αλλιώς θα την συναντούσε ώστε να συμβάλει στην αλλαγή της ζωής του?
    και παρόλο τις συμβουλές της γριάς , δεν βιάστηκε να κάνει γρήγορες και απότομες κινήσεις , αλλά άφησε τον χρόνο να συμβαδίσει με την πραγματική ροή του χρόνου ώστε τα αποτελέσματα να βγουν άριστα στο προσφιλές του μέλλον.

    πολύ όμορφο και πάλι το παραμύθι..
    όσο για την κοπέλα που διάλεξε στην πρώτη έκδοση ίσως μαγεύτηκε από την προστασία που έδειχνε η μεγαλύτερη αδελφή προς την μικρή αδερφή της.
    και για την δεύτερη αδελφή ίσως να εννοεί ο συγγραφέας να μαγεύτηκε ο στρατιώτης από την αθωότητα ενός μικρού παιδιού που φοβάται μερικές φορές αναίτια και ήθελε με αυτόν τον τρόπο να την προστατεύει μια ζωή.

    Απάντηση
    • Τετάρτη, 13 Απρίλιος 2016 στο 10:40
      Σύνδεσμος

      Σ’ ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Είναι το αγαπημένο μου παραμύθι. Δεν σκέφτηκα ποτέ το μήνυμα που κρύβουν οι δύο εκδόσεις. Χαίρομαι που μας το παρουσίασες. Για την ερώτηση που θέτεις θα λάβεις απάντηση στο άρθρο Πεπρωμένο, μοίρα, ελεύθερη βούληση.

      Απάντηση
  • Πέμπτη, 3 Μάρτιος 2016 στο 15:00
    Σύνδεσμος

    Στη μια έκδοση πήρε τη μεγαλύτερη, στην άλλη τη μικρότερη. Αυτή είναι μια λεπτομέρεια που δεν νομίζω να χαλά την ομορφιά του παραμυθιού.

    Απάντηση

Αφήστε μια απάντηση

Πριν αφήσετε κάποιο σχόλιο διαβάστε τα εξής:

 
  • - Τα σχόλια σας θα πρέπει να εγκριθούν από τους διαχειριστές της ιστοσελίδας πριν δημοσιευτούν.
  • - Παρακαλούμε χρησιμοποιήστε Ελληνικούς χαρακτήρες, σχόλια γραμμένα σε greeklish δεν θα εγκρίνονται.
  • - Όνειρα που βλέπετε Σάββατο βράδυ προς ξημερώματα Κυριακής δεν θα εξηγούνται. Αν σ' αυτή την ημερομηνία γράφετε όνειρα άλλων ημερών αυτό υποχρεωτικά πρέπει να επισημαίνεται, για να λαμβάνουν απάντηση και τα όνειρα αυτά. Όταν όμως γράφετε όνειρα με Κυριακάτικη ημερομηνία και είναι άλλων ημερών, πρέπει να γίνεται υποχρεωτική επισήμανση αυτού, ώστε να παίρνουν άμεσα απάντηση, αποφεύγοντας την ερώτηση αν είναι Κυριακάτικο. Όταν δεν υπάρχει επισήμανση, θα θεωρούνται Κυριακάτικα και δεν θα παίρνουν απάντηση.
  • - Όνειρα που βλέπετε Σάββατο βράδυ προς ξημερώματα Κυριακής δεν θα εξηγούνται.
  • Διαβάστε τους όρους χρήσης μας
  • - Να είστε υπομονετικοί, οι χρήστες που απαντούν στα σχόλια σας είναι εθελοντές και θα σας απαντήσουν μόλις μπορέσουν.
  • -Παρακαλούμε διαβάστε τους παραπάνω όρους πριν καταχωρήσετε κάποιο σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο