Απόψε ήταν μια εφιαλτική νύχτα για την Ευαγγελία. Τα όνειρα της ήταν ταραγμένα. Ταραγμένος νους, ταραγμένα όνειρα βλέπει. Δεν έδωσε σημασία. Ήταν παντρεμένη 3 χρόνια με το Μηνά, αλλά η μόνη του βλέψη ήταν η δουλειά του και πως θα της εξασφαλίσει μια καλύτερη ζωή, αλλά πάντα ήταν ανικανοποίητη, διότι δεν της έδινε τίποτα, ήταν γκρινιάρης και τσιγκούνης. “Θα τα πάρεις άμα πεθάνω. Τώρα τίποτα δεν σου ανήκει”, της έλεγε πάντα και την έκανε να βλασφημεί την ώρα και τη στιγμή που τον παντρεύτηκε. Αλλιώς της είχε πρωτοπαρουσιαστεί. Έμεινε μόνη και έγκυος και η συμβίωσή της με έναν σύζυγο τύραννο της στερούσε στιγμές ευτυχίας. Οι μόνες υπέροχες στιγμές ήταν οι λίγες συνευρέσεις με τον εραστή της τον Άγγελο. Άραγε, πώς θα αντιδρούσε ο Μηνάς αν μάθαινε ότι το παιδί που περιμένει δεν είναι δικό του; Άραγε, πώς θα το έπαιρνε; Θα του έλεγε ότι συνευρέθηκαν την ημέρα που είχανε πάει στη δεξίωση του Παπαδόπουλου που είχε πιει πολύ. Πάλι με καβγά έφυγε στην Θεσσαλονίκη για συνέδριο. Πως μπορεί ένας άνθρωπος που έλεγε ότι την αγαπούσε, ότι ήταν η ζωή του να αλλάξει τόσο πολύ; 3 χρόνια πέρασαν πώς θα άντεχαν να ζήσουν μαζί μια ζωή, αφού η αγάπη έπαψε και από τις δύο πλευρές να υπάρχει και η παγωνιά απλώθηκε μέσα στις καρδιές τους; Ο έρωτας γι’ αυτόν έκαιγε τις ημέρες που έκλεινε μια υπόθεση και η στιγμή που γέμιζε το χρηματοκιβώτιο με λεφτά. Και πάντα της έλεγε “Δες ό,τι υπάρχει εδώ είναι δικό σου”.

Εκείνη ποτέ δεν ευχήθηκε το θάνατό του, αλλά απόψε η μοίρα έπαιξε το δικό της παιχνίδι. Καθισμένη στην αγκαλιά του Άγγελου παρακολουθούσε το δελτίο ειδήσεων. Όταν ξαφνικά, άκουσε την είδηση που ανάγγελλε το τραγικό δυστύχημα που σημειώθηκε πριν 3 ώρες. Η αμαξοστοιχία που επέβαινε ο Μηνάς ανετράπη, με αποτέλεσμα να χάσει τη ζωή του αυτός και ακόμα 30 άτομα. Πολλοί όμως επέζησαν και διηγήθηκαν στην τηλεόραση τον εφιάλτη, όπως τον έζησαν οι ίδιοι. Δεν ένιωσε ούτε χαρά ούτε λύπη στο άκουσμα αυτής της είδησης. Μόνο ένα δάκρυ κύλησε στα μάτια της. Δεν ήξερε πώς έπρεπε να αντιδράσει. Ένα παράξενο σφίξιμο ένιωσε όταν άκουσε ότι το όνομα του άνδρα της ήταν ανάμεσα στους νεκρούς. ” Νεκρός ο Μηνάς; Είναι δυνατόν!” Κι όμως είμαστε θνητοί. Κανείς δεν ξέρει το τέλος του. Ο Μηνάς όμως το ήξερε. Διαρκώς γι’ αυτό μιλούσε. Πάντα του έλεγε να πάψει. Όμως εκείνος ήξερε το ένιωσε, κάποιος του μίλησε, δεν ήξερε να πει.

Από τις σκέψεις την έβγαλε η γλυκιά φωνή του Άγγελου

– Τι σκέφτεσαι; Μήπως θέλεις να φύγω. Μήπως θέλεις να σε αφήσω μόνη; Μια τέτοια στιγμή η παρουσία μου είναι περιττή.

– Μην με κάνεις να σε βλέπω σαν ηλίθιο Άγγελε. Είναι δυνατόν να τιμήσω έναν άνδρα, τον οποίο τον κεράτωνα ασυστόλως εν ζωή μαζί σου; ποιον κοροϊδεύω;

– Ο κόσμος όμως θα μας κρίνει, θα πει πολλά.

– Το ξέρω πρέπει να πάω στο νοσοκομείο, θα τον έχουν στο νεκροτομείο τώρα. Πρέπει να τον αναγνωρίσω.

– Ναι είναι μια υποχρέωση που πρέπει να κάνεις. Μήπως θέλεις να έρθω μαζί σου;

– Τώρα μιλάς σωστά. Αγκάλιασε με Άγγελε, φίλησε με, τώρα σε έχω περισσότερη ανάγκη.

– Ναι, είσαι πια ελεύθερη. Εγώ δεν θα σε κάνω να κλάψεις ποτέ.

– Σε πιστεύω αγάπη μου. Είναι μαγεία η κάθε στιγμή που ζω μαζί σου.

Το ζευγάρι μιλούσε αλλά δεν ήξεραν ότι στην απέναντι πολυθρόνα καθόταν μια απρόσωπη παρουσία.

—Μάλιστα, η αγαπημένη μου γυναικούλα πανηγυρίζει με τον εραστή της τον χαμό μου. Τι όμορφη πραγματικά που θα είναι η ζωή της χωρίς εμένα! Εγώ ήμουν ο ηλίθιος που δούλευα τόσα χρόνια για να τα φάει αυτός με την γυναίκα μου. Αν γύριζε ο χρόνος πίσω θα ήμουν διαφορετικός!

Ο χρόνος όμως δεν γυρνούσε πίσω κι εκείνος ήθελε να την εκδικηθεί αλλά μια μαύρη παρουσία ήρθε για να τον πάρει και ένας κεραυνός κόντεψε να τον χτυπήσει, αλλά δεν το έκανε. Σαν να του δόθηκε μια δεύτερη ευκαιρία να επανορθώσει.

— Συγνώμη Θεέ μου το βλέπεις δίκαιο αυτό να γίνεται;

— Όπως ξέρεις τέκνο μου εσύ τα προκάλεσες όλα αυτά. Αν τα έτρωγες με τη γυναικούλα σου και ήσουν περισσότερο μαζί της… ξέρεις τι εννοώ, κανείς Άγγελος δεν θα την είχε πάρει γιατί θα αγαπούσε εσένα.

— Έκανα πολλά λάθη στη ζωή μου, είναι αργά πια να επανορθώσω. Το ξέρω.

Είδε ένα τούνελ και άκουγε αιθέρια μουσική. Όμως η ψυχή του ήταν βαριά σαν μολύβι και δεν μπορούσε να μπει ούτε καν στη διαδικασία να το διασχίσει. Έμεινε στη γη. Ήταν πολύ πονεμένος.

Πήγε στο σημείο που έγινε το ατύχημα. Είδε το τρένο κομματιασμένο και νεκρά κορμιά διαμελισμένα να περισυλλέγονται. Το δικό του σώμα ήταν γερό. Τουλάχιστον σ’ αυτό στάθηκε τυχερός. Μπόρεσαν να το πάρουν στο νεκροτομείο. Πήγε την ώρα που η γυναίκα του έκανε την αναγνώριση.

– Λοιπόν κυρία μου, αυτός είναι ο σύζυγός σας; Είδαμε την ταυτότητά του, αλλά δεν μπορούμε να προβούμε σε καμιά ενέργεια αν δεν μας την επιβεβαιώσετε κι εσείς, η νόμιμη σύζυγός του.

— Νόμιμη σύζυγός; Υπήρξα άραγε ποτέ;

-… έκανε μια πολύωρη παύση και δεν απαντούσε. Έπιασε το κεφάλι της σαν να ζαλιζόταν. Ποτέ δεν ένιωσε πιο χάλια και η λέξη αυτή τριβέλιζε κατ’ εξακολούθηση στο νου της. Νόμιμη σύζυγος, νόμιμη σύζυγός…..

– Τι πάθατε; Μήπως δεν αισθάνεστε καλά; Να σας φέρω ένα ποτήρι νερό;

– Όχι είμαι μια χαρά, θα κάνω το καθήκον μου. Έτσι αρμόζει σε μια νόμιμη σύζυγο. Συμφωνείτε;

-…

– Προχωρήστε, βγάλτε το σεντόνι είμαι έτοιμη για όλα.

– Είστε σίγουρη;

– Μάλιστα! Αυτός είναι!

– Θα σας ξαναρωτήσω είστε σίγουρη;

– Μάλιστα. Τον άνδρα μου δεν ξέρω;

– Ευχαριστούμε πολύ και συγνώμη για την ταλαιπωρία.

Έγραψαν μια ταμπελίτσα με το όνομά του και την κρέμασαν στο πόδι του. Αυτή η δοκιμασία είχε τελειώσει.

Ο νεκρός σαν ψυχή κοίταξε τον Άγγελο. Πήγε να του δώσει μια μπουνιά. Δεν πέτυχε καθόλου να τον ακουμπήσει.

— πρέπει να προσπαθήσεις να φτιάξεις τη ζωή που χάλασες και να κριθείς με επιείκεια στη επουράνια δίκη που θα γίνει. Άκουσε μια φωνή.

— Θα κάνεις δίκη θεέ μου;

— Δεν είμαι ο Θεός, αλλά ένας άγγελός του. Εγώ σου μίλησα προηγουμένως. Έκανα λάθη σαν εσένα. Δεν πρόλαβα να σου σώσω τη ζωή και θα σώσω τη ψυχή σου για να γλιτώσω την κόλαση. Μην κάνεις τα λάθη μου. Οι αμαρτωλοί δεν ακούνε ποτέ τη φωνή του Θεού.

— Φανερώσου να σε δω.

 — Λοιπόν ανήκεις στους νεκρούς. Πήγες να δώσεις μπουνιά στον Άγγελο. Ποιο ήταν όμως το σφάλμα του αναλογίστηκες;

— Κανένα. Αυτός την αγάπησε πραγματικά και της έδωσε όσα της στέρησα εγώ.

— Τώρα μιλάς λογικά. Ξέρεις ότι βλέπεις τη ζωή των ζωντανών, όπως εκείνοι βλέπουν τηλεόραση; Είσαι θεατής, δεν μπορείς να επέμβεις, εκτός από τη στιγμή που θα σου ζητηθεί από το Θεό. Τότε το κανάλι θα ανοίξει και θα εμφανιστείς.

Όλα αυτά σου φαίνονται περίεργα. Μην σε τρομάζει αυτό. Θα συνηθίσεις.

Σ’ ένα δρόμο άγνωστο περπατούσε μια ψυχή. Κρύο και βροχή δεν ένιωθε. Ήταν όμως πολύ φαρμακωμένος. Δεν την αγαπούσε, αλλά δεν περίμενε να μάθει ότι τον απατούσε. Ποτέ δεν την έδειρε, αλλά πάντα τη χτυπούσε με λόγια και βρισιές και του είχε πει πολλές φορές ότι μπορεί να μην με δέρνεις, αλλά τα λόγια σου είναι μαχαίρια που μου κομματιάζουν την καρδιά και μαστίγια που μελανιάζουν το κορμί. Είδε μπροστά του όλη του τη ζωή σαν ταινία. Είδε τον πατέρα του να του μαθαίνει από μικρό παιδί τι σημαίνει οικονομία, είδε τους δασκάλους να του μιλάνε για την αποταμίευση. Είδε τις γκόμενές του να τον αφήνουν, επειδή δεν τους πρόσφερε ποτέ ένα δώρο της προκοπής. Γιατί δεν αγαπάνε σήμερα; Γιατί το συμφέρον πρέπει να είναι πάνω απ’ όλα; Και έφτασε στο σημείο να δει την γυναίκα, που νόμιζε ότι ήταν πιστή, να κρύβεται στην αγκαλιά του εραστή της ακόμα και τη στιγμή που πληροφορήθηκε το θάνατό του.

Για μια στιγμή είδε καθισμένο τον άγγελό του σε ένα παγκάκι και τον περίμενε.

—Ευτυχώς έχουμε το πλεονέκτημα να μην βρεχόμαστε κάθισε.

—Θέλω να φύγω από εδώ, δεν θέλω να βλέπω τίποτα και κανένα.

—Η γυναίκα σου δεν ήταν πλεονέχτρα, απλά ήθελε τα απαραίτητα για να ζήσει. Όπως βλέπεις ο Άγγελός είναι πιο φτωχός από σένα, αλλά βλέπεις χαίρεται τα βασικά αγαθά κοντά του. Εσύ όλο χρήματα αποθήκευες.

— Αυτή ήταν η μοίρα μου. Τώρα που μου τα λες δεν μπορώ να το αλλάξω. Γιατί δεν πας σε όλους αυτούς που εργάζονται και δεν χαίρονται τίποτα να τους δώσεις αυτό το μήνυμα, να τους πεις χαρείτε τη ζωή, γιατί θα έρθει ο χάρος να σας πάρει και θα έρθει ο γκόμενος να τα ξεκοκαλίσει, αυτός που ξέρει να τρώει απ’ τα έτοιμα;

— Έπρεπε μόνος σου να το καταλάβεις αυτό. Η γυναίκα μοιάζει σαν το λουλούδι αν δεν την περιποιηθείς ή θα μαραζώσει ή θα ελπίζει να πέσει στα χέρια κάποιου άλλου κηπουρού που θα την φροντίσει, κάτι που δεν κατάφερες εσύ. Καμιά γυναίκα δεν είναι στη φύση της άπιστη, Οι συνθήκες την αναγκάζουν. Ή θα περιμένει καρτερικά το τέλος της κοντά σου ή θα αλλάξει προσκέφαλο. Η γυναίκα σου ήθελε να ζήσει και προτίμησε το δεύτερο. Δεν το κάνουν όλες αυτό. Αν μια γυναίκα είναι άπιστη φταίει ο άνδρας της, αλλά φταίει κι αυτή που τον πίστεψε.

—Ευτυχώς που δεν μπορώ να κλάψω.

—Έχω κάνει λάθη κι εγώ. Είμαι η αντίθετη περίπτωση. Η γυναίκα μου ήταν πιστή, τέλεια, υποταγμένη σε μένα, αλλά εγώ την απατούσα ασύστολα με άλλες, γιατί μια δεν κάλυπτε τις ανάγκες μου. Το έχω μετανιώσει πικρά όμως.

— Κατάλαβα γιατί διάλεξες εμένα.

—Μπα όχι μόνο εσένα. Θα πρέπει να σωθούνε 10 άτομα, που πέθαναν οι εννέα 30 ετών και ο ένας 55 ετών και είμαστε μόνο δύο. Πρέπει ακόμα 8 να προστεθούν και μετά θα γίνει κάτι εξαιρετικό που δεν έχει ξαναγίνει. Θα ζήσουμε και οι 10 για ορισμένα γήινα έτη σε μια άλλη γη και θα έχουμε μια δεύτερη ευκαιρία να επανορθώσουμε. Θα πάμε σε ένα άλλο παράλληλο σύμπαν δηλαδή και θα είμαστε οι πιο σωστοί άνθρωποι. Έτσι οι ψυχές μας θα πάνε στην απέναντι όχθη σβήνοντας για πάντα τον παλιό κακό εαυτό μας.

—Καταπληκτικό! Πως θα ξέρουμε ότι αυτά τα άτομα είναι που πρέπει να σώσουμε;

— Θα το νιώσουμε. Άκουσε, κανονικά ήταν δικό μου το λάθος που άλλαξε το σχέδιο του Θεού. Κανονικά έπρεπε να σωθείς, αλλά δεν πρόλαβα κι επειδή έχεις ακόμα ζωή ο Θεός σε στέλνει σε ένα άλλο παράλληλο σύμπαν. Εκεί η γυναίκα σου δεν είναι με τον Άγγελο. Σ’ αγαπά και την αγαπάς τρελά. Δεν είναι έγκυος, αλλά μετά θα μείνει από σένα και το παιδί θα είναι δικό σου. Δεν θα θυμάσαι αυτή τη ζωή, αλλά στην αρχή αποσπάσματα αυτής.  Μετά θα την ξεχάσεις ολότελα.   Τα παιδικά σου χρόνια θα είναι τα ίδια. Μετά το γάμο σου θα αλλάξει το σκηνικό. Η δουλειά σου δεν θα πηγαίνει καλά. Ακόμα και το ξεροκόμματο θα το μοιράζεστε. Εκείνη τη ζωή θα θυμάσαι μόνο  τελικά, και θα κριθείς όταν ξαναπεθάνεις βάσει εκείνης και όχι αυτής της ζωής.

— Γιατί να πληρώσουν και οι άλλοι 8 το σφάλμα σου; Και μίλησες για δίκη. Τι δίκη είναι αυτή και γιατί κατηγορούμαι;

— Άλλαξαν τα πράγματα σου είπα. Δεν θα γίνει δίκη. Θα βρούμε άλλους 8 με βεβαρημένη ζωή. Είναι άνθρωποι που οι περισσότεροι απ’ αυτούς πλήγωσαν πολύ τις γυναίκες τους, οι υπόλοιποι υπέπεσαν σε άλλα λάθη που ζημίωσαν πολύ τους ίδιους και τις ψυχές τους.

— Θεέ μου νιώθω ότι ένας νέος 30 ετών ήπιε χάπια τώρα θα αυτοκτονήσει, γιατί του έστειλε γράμμα η κοπέλα του ότι χωρίζουν, επειδή ήταν βίαιος και κακός, την χτυπούσε και της φερόταν απάνθρωπα. Γιατί να σώσω αυτό το κτήνος;

— Εντολή του Θεού. Εμείς δεν υπήρξαμε τόσο κτήνη. Θα τον συνετίσουμε και στο άλλο σύμπαν θα είναι τρυφερός και καλός σύντροφος. Τρέχα λοιπόν, τι με κοιτάς; Ελπίζω να τον προλάβεις.

— Ξέρω τι θα κάνω ευχαριστώ φίλε.

Στάθηκε στο νοσοκομείο και είδε μια κατάμαυρη ψυχή. Η δική του ήταν λαμπερή, απλά λίγο βαριά. Δεν ήθελε να εμφανιστεί, γιατί τον ενοχλούσε και μόνο που τον έβλεπε.

— Που πας Κυριάκο; Του είπε.

— Ποιος είσαι και τι θέλεις; Τι μου κάνατε; Πού είναι το σώμα μου;

— Ήταν επιλογή σου να αυτοκτονήσεις το ξέχασες;

— Αυτό είναι προσωπική μου υπόθεση. Βγες να σε δω δεν μ’ αρέσει το κρυφτούλι.

— Εδώ είμαι, τι με θέλεις;

— Εσύ είσαι λαμπερός σαν χρυσάφι κι εγώ μοιάζω με κάρβουνο. Είμαι κατάμαυρος.

—  Γκριζωπός είσαι, όχι μαύρος. Κατά τα έργα του καθένας… Μη νομίζεις μπορεί να είμαι λαμπερός, αλλά δεν είμαι αναμάρτητος. Η ψυχή μου είναι βαριά σαν το μολύβι και αδυνατώ να περάσω απέναντι.

— Τώρα θα πάω στην κόλαση ε;

— Όχι ο Θεός έχει τα κέφια του και σκέφτηκε να σου δώσει μια δεύτερη ευκαιρία.

— Καλοσύνη του αν και δεν το αξίζω.

Ο αέρας φυσούσε δυνατά. Το κρύο ήταν τσουχτερό. Όλοι μαζεύτηκαν στα σπίτια τους, αλλά οι τρεις ψυχές προχωρούσαν βαδίζοντας χωρίς να νιώθουν τίποτα, χωρίς να κρυώνουν. Το ρολόι της εκκλησίας χτύπησε 3.

— Αχ τέτοια ώρα θα έπαιρνα το μεσημεριανό μου στο σπιτάκι μου παρέα με εκείνη. Εκείνη θα μου είχε στρωμένο το κρεβάτι να πάρω τον υπνάκο μου, κι αντί γι’ αυτό εγώ ξαπλωμένος μιλούσα με την Ντέζη και την Πάττυ με μηνύματα για να μην ακούσει εκείνη. Τρομάρα μου! Ποτέ δεν εκτίμησα το μεσημεριανό της. Πάντα έτρεχα με λαχτάρα να ακούσω εκείνες. Είπε ο Σταύρος.

Θα μου πείτε ποιος είναι ο Σταύρος. Είναι ο πρώτος της παρέας, αυτός που μέχρι το προηγούμενο λεπτό δεν ξέρατε το όνομά του. Αυτός που απατούσε ασύστολα τη γυναίκα του. Ο Σταύρος, ο Μηνάς και ο Κυριάκος σταμάτησαν τη συζήτηση. Είδαν ένα αυτοκίνητο να πέφτει στο ποτάμι.

— Τρέξτε ο τέταρτος της παρέας είναι εδώ.

— Ο Πέτρος;

— Πράγματι, είναι ο Πέτρος.

— Αυτός τι έκανε;

— Ήταν αλκοολικός και χαρτοπαίκτης. Πάλι πιωμένος είναι. Έφυγε χωρίς τη δική μας βοήθεια. Αυτός έχασε τη γυναίκα του σε τροχαίο και κακοποιεί την κόρη του όταν δεν έχει λεφτά.

— Πώς τα ξέρεις βρε Σταύρο, σε θαυμάζω. Είπε ο Κυριάκος.

 — Είναι γνωστός μου. Ήμασταν φίλοι όσο ζούσε,  ήμουν ο δικηγόρος στις υποθέσεις του, αλλά όταν άλλαξε χαρακτήρα και  τελείωσαν  οι  υποθέσεις του πάψαμε. Χαθήκαμε κιόλας κι έτσι δεν μπόρεσα να τον συνετίσω εν ζωή, θα το κάνω μεταθανάτια. Θεέ μου, δεν είναι μόνος του έφερε το ρεμάλι τον Ισίδωρο μαζί του. Μ’ ένα σμπάρο δυο τριγώνια.

— Γίναμε πέντε λοιπόν. Τον ξέρεις Κυριάκο;

— Τοκογλύφος μέχρι αηδίας. Μη μου πείτε να σώσω αυτό το κτήνος, μου έχει ρουφήξει μέχρι το μεδούλι. Μάλιστα, αυτός μου έφαγε μια μεζονέτα. Άφησε τη γυναίκα του για μια Βουλγάρα. Αρνούμαι να τον βοηθήσω.

Τότε το σκηνικό άλλαξε βρέθηκαν μέσα στη θάλασσα παγιδευμένοι. Είχαν εξοργίσει το Θεό.

— Μην κρίνετε για να μην κριθείτε ακούστηκε μια φωνή.

Δεν είπαν τίποτα άλλο και βρέθηκαν πάλι στο παρκάκι που είχαν καθίσει πριν.

Είδαν δύο σκιές να κατευθύνονται προς το μέρος τους. Η μια ήταν  σκούρα γκρίζα προς το μαύρο, και η άλλη εντελώς μαύρη.

— Που βρίσκομαι! Κυριάκο παλιόφιλε εσύ εδώ; Σταύρο και εδώ σε συναντώ;

— Ναι, βουνό με βουνό δεν σμίγει. Είπε ο  Κυριάκος.

— Πέτρο, εσύ εδώ; Ο τελευταίος που περίμενα να βρω εδώ είσαι εσύ.

— Ναι Σταύρο δυστυχώς έτσι τα έφερε η κατάρα.

Τελικά το παγκάκι γέμισε με τους τρεις φίλους, οι άλλοι δύο μιλούσαν σε όρθια στάση. Βέβαια δεν ήταν ορατοί από κανέναν.

Οι παλιότεροι μιλούσαν και εξηγούσαν στους νεότερους το σχέδιο που θα έβαζαν σε εφαρμογή, αυτό θα γίνει μόλις εμφανιστεί και ο δέκατος, ο βουλευτής.

Μιλούσαν πολλή ώρα, ώστε νύχτωσε για τα καλά. Ήταν μεσάνυχτα, ένας σκύλος τους αντιλήφθηκε και γάβγιζε δυνατά. όλη τη νύχτα. Δεν σταματούσε να γαβγίζει. Ένας ένοικος της διπλανής πολυκατοικίας του φώναζε.

– Βρε κοπρόσκυλο δεν πας παραπέρα να ουρλιάζεις; Τι θέλεις; Μας έπρηξες. Κοιμάται ο κόσμος τέτοια ώρα. Αν δεν σταματήσεις θα σου ρίξω φόλα.

— Έννοια σου και από τον ύπνο θα το βρεις.

— Ποιος είναι αυτός;

— Δολοφόνος, σκότωσε τη γυναίκα του και ποτέ δεν αποδείχτηκε η ενοχή του.

— Ο έκτος της παρέας;

— Όχι, αυτός θα ζήσει ακόμα λίγες μέρες. Θα είναι ο ένατος. Θα πάθει συγκοπή στον ύπνο του. Θα κάτσουμε όλοι μαζί πάνω του και θα τον σκάσουμε.

— Μα εμείς δεν επεμβαίνουμε στον κόσμο αυτό, έτσι δεν είπες Σταύρο;

— Αυτό σου είχα πει Ρε Μηνά ότι θα γίνει μόνο όταν πηγαίνουμε να πάρουμε κάποιες ψυχές. Σε άλλες επεμβαίνουμε σε άλλες όχι.

— Καταπληκτικό!

— Αχ ρε Πέτρο, όλα καταπληκτικά σου φαίνονται.

— Από τότε που πέθανα έγινα άνθρωπος.

— Γιατί πριν τι ήσουν;

— Απάνθρωπος.

Προχώρησαν οι πέντε φίλοι και πήγαν στην Αθήνα.

Είδανε τον κόσμο να πηγαινοέρχεται αγχωμένος. Τα μαγαζιά ήταν κλειστά. Είχε γίνει μια διαδήλωση σήμερα. Παντού φωνές, παντού συνθήματα. Και στο έδαφος ήταν πεσμένος αιμόφυρτος ένας αστυνομικός.

— Ο έκτος;

 — Ναι, ο κλέφτης. Έπαιρνε χρήματα από τις κομπίνες που έκανε και τα κατέθετε σε ελβετικές τράπεζες. Φυσικά δεν έδινε τίποτα στη γυναίκα του. Αυτή τον κάρφωσε στην αστυνομία και κόντεψε να βρει το μπελά της καταλαβαίνετε γιατί;

— Φυσικά και καταλαβαίνω πληρώθηκαν αδρά.

— Είναι άδικο να βασανίζομαι. Δεν έχω κάνει τίποτα απ’ αυτά και δέρνομαι σαν κατάδικος. Απλά δούλευα σκληρά και τα μάζευα για να τα πάρει η γυναίκα μου όταν πεθάνω και βλέπω τώρα την τιμωρία μου να προσπαθώ να βοηθήσω κτήνη. είπε ο Μηνάς.

— Που να δεις τον επόμενο!  Μπουμπούκι!!!

Τελικά είδαν σαν πίσσα αυτή τη ψυχή. Δεν μπόρεσε να τους πει κουβέντα, Τους κοίταξε και αναστέναξε. Ήθελε να μείνει μόνος. Μάταια προσπάθησαν να του πουν δυο κουβέντες. Δεν άκουγε κανένα. Μόνο οι σκέψεις τον βασάνιζαν.

 — Αχ κατακαημένε Δημήτρη τι σου έμελλε να πάθεις. Μια ζωή μάζευες στη γη θησαυρούς. Που είναι τώρα τα πλούτη σου;

Οι φίλοι τον κοίταξαν με οίκτο. Ήξεραν τι είχε πει και ήθελαν να τον  ακουμπήσουν,  αλλά ήταν τόσο βρώμικος που δεν μπόρεσαν να τον πλησιάσουν. Έκαναν πέρα και τον άφησαν λίγο μόνο του να συνέλθει.

Οι πέντε φίλοι πήγαν στον Κορυδαλλό σε ένα κελί και είδαν έναν ισοβίτη στην προσπάθειά του να δραπετεύσει. Όμως ήταν πολύ ψηλά το κελί του και τα σεντόνια που έδεσε  έλυσαν με αποτέλεσμα να πέσει στο κενό και να βρεθεί στο έδαφος. Αυτή η ψυχή δεν ήξεραν τι κρίματα είχε και πήγαν να δουν τα βιβλία της αστυνομίας.

— Είναι δυνατόν σκότωσε τη γυναίκα του και την έβαλε σε σακούλες σκουπιδιών. Την έφαγαν τα σκυλιά. Πώς μπορούν να υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι;

— Θεέ μου εγώ τη σκότωνα καθημερινά με λόγια. Είπε ο Μηνάς.

— Αυτή η ψυχή δεν βγαίνει. Τι θα κάνουμε; Είναι δύσκολο να αποχωριστεί από  το σώμα της. Έχει κάνει κακό στον εαυτό του και σε άλλους.

— Καλά ο φύλακας άγγελός του που είναι;

—Μάλλον έπινε μπύρες.

Σε λίγο είδαν τη ψυχή να βγαίνει,  αλλά είχε αγκάθια. Αγκάθια σουβλερά που όταν τα ακουμπούσες δεν μπορούσες να ανασάνεις γιατί θα σε έπνιγαν ή και θα σου διέλυαν την ψυχή.

Άφησαν κι αυτόν μόνο του μέσα στην απόγνωσή του για να συνέρθει και πήγαν να βρουν τον Δημήτρη. Ο Δημήτρης ήθελε να κλάψει αλλά δεν μπορούσε. Ήταν διαλυμένος. Έτσι τουλάχιστον ένιωθε και πήγε στο όνειρο της καλής του να της ζητήσει νερό, αλλά εκείνη δεν του έδωσε γιατί εξαιτίας του κόντεψε να πάει φυλακή.

Εκείνος πήγε με τους άλλους να βρουν τον ισοβίτη, εκεί που τον έχουν αφήσει. Κατάλαβε ότι υπάρχει χειρότερη περίπτωση από τη δική του κι ανακουφίστηκε.

— Πάμε στην εκκλησία; Είπε ο Σταύρος

— Πώς σου ήρθε αυτό; Ρώτησε ο Κυριάκος.

— Έχω λόγο σοβαρό.

— Και να σκεφτείς ότι στη ζωή μου δεν έχω πατήσει ποτέ στην εκκλησία. Τρόπος του λέγειν ποτέ. Μικρός ήμουν παπαδάκι. Είπε ο Πέτρος.

— Ναι μεγάλος μας τα χάλασες.

— Ας μπείτε εσείς οι δύο πρώτοι που έχετε λαμπερές ψυχές.

— Να σκεφτείτε ότι ο επόμενος είναι εκπρόσωπος της εκκλησίας.

— Τι;;;;; Είπαν και οι 6 μαζί.

—Ο όγδοος της παρέας παπάς;

—Όχι απλά παπάς, πήγαινε για δεσπότης!

—Αμάν Παναγία μου λυπήσου τους εκπροσώπους σου. Τι έκανε;

— Όταν εξομολογούσε καταλαβαίνετε…

— Έκλεβε;

— Μάλιστα. Είχε ένα σύστημα. Έλεγε στις πιστές του να βγάλουν οτιδήποτε κρατάνε μαζί τους και είναι του σατανά. Χρήματα, κοσμήματα κλπ.

—Καλά και γιατί είναι στην όγδοη κλίμακα;

— Επιβαρύνεται επειδή είναι εκπρόσωπος της εκκλησίας και δεν αρμόζει σε έναν τέτοιο άνθρωπο να κάνει αυτά που κάνει. Η κλεψιά είναι αμαρτία, διότι ό,τι κλέψεις δεν το χαίρεσαι, αλλά κάτι χάνεις κι εσύ και πάνω απ’ όλα την αξιοπρέπειά σου. Έστω να κλέψεις για 150 € και να σκοτώσεις έναν άνθρωπο και να χορτάσεις την πείνα σου. Τα 150 € αύριο θα τελειώσουν. Τι θα κάνεις θα ξαναγίνεις φονιάς; Για πόσες μέρες θα υπάρχουν αυτά τα χρήματα; 1-2 μέρες. Αξίζει το τίμημα αυτό για ένα πιάτο φαί; Γίνε ζητιάνος πιο καλά. Κάτι θα πάρεις. Όχι κλέφτης.

Όταν πήγε να κοιμηθεί μετρούσε τα λεφτά του και τα τοποθέτησε στο ντουλαπάκι που ήταν πάνω από το κρεβάτι του. Απόψε έγινε ένας σεισμός. Το ντουλαπάκι που έκρυβε τα κοσμήματά του άνοιξε απότομα, γιατί από την βιασύνη του δεν το έκλεισε καλά, και έπεσε όλος του ο θησαυρός και τον καταπλάκωσε. Αυτό ήταν το τέλος του φιλάργυρου παπά.

Η ψυχή του έφυγε με δυσκολία από το σώμα του πέρασε 1 εβδομάδα για να βγει και ήταν αργοκίνητη. Δεν άντεχαν να την βλέπουν. Θα έπρεπε να έκανε κι άλλα που δεν γνώριζαν. Μόνο μια κλεψιά δεν φανερώνει μια τόσο επιβαρυμένη ψυχή.
Δεν τους μιλούσε, ούτε τους πλησίαζε. Οι 7 φίλοι τον έβλεπαν με αηδία.
Ο Θεός δεν τον άφησε να γίνει δεσπότης. Ήταν ανάξιος!!!!

Του είπαν για το σχέδιο του Θεού κι εκείνος ψέλλισε:

— Ώστε υπάρχει σωτηρία για μένα, μεγάλο το όνομα του υψίστου! Είπε και τον είδαν πια με συμπάθεια.

— Ξέρετε που πάμε τώρα; Είπε ο Σταύρος.

— Να πάρουμε τη ψυχή αυτού που έβριζε το σκυλάκι.

— Ναι, ο φίλος μας.

— Καλά, μόνο τη γυναίκα του σκότωσε γιατί βρίσκεται στο προτελευταίο σκαλοπάτι;

— Δεν τα ξέρετε καλά τα πράγματα ήταν και παιδόφιλος

—Αμάν δηλαδή πήγαινε με μικρά παιδιά;

— Συγκεκριμένα με μικρά αγόρια. Έχει ολόκληρη ιστοσελίδα. Η αστυνομία βρήκε υλικό με φωτογραφίες και dvd. με γυμνά αγόρια να σπαράζουν στα χέρια του τέρατος κι αυτός να ικανοποιεί τις σαρκικές του ορέξεις.

— Φρίκη!

— Εγώ είχα ακούσει ότι είχε ερωμένη,

— Ναι και μάλιστα του καθαρίζει το σπίτι αυτή είχε Aids και του το μετέδωσε. Βρίσκεται σ’ αυτή την κλίμακα, διότι το μετέδωσε σε πολλά παιδιά.

— Και ο Θεός ζητά να τον συγχωρήσει;

— Εγώ πιστεύω, ότι αυτό το σχέδιο δεν είναι του Θεού αλλά του σατανά.

— Ας έρθει και ο δέκατος και βλέπουμε.

— Πότε θα πεθάνει να δούμε τι ψυχή έχει.

— Απόψε τα μεσάνυχτα την ώρα που θα κάνει τα όργιά του, θα πάμε και θα τον σκάσουμε.

Ήρθαν σε ένα σπίτι καθαρό αλλά με πολύ βρωμιά. Έλαμπε από πάστρα. Είδαν το τέρας σε τρελό πάθος να χαριεντίζεται με την καθαρίστρια.

— Αρρωστημένη κατάσταση δεν μένω ούτε λεπτό εδώ.

— Περίμενε. Στάσου ήρθαμε για μια αποστολή και πρέπει να τελειώσουμε μια ώρα αρχήτερα.

— Τι μου ζητά ο Θεός να δώσω έλεος σ’ αυτό το κτήνος τον Σταμάτη;

— Κι όμως πρέπει Μηνά μου;

— Ξέρεις τι βλέπω; Ότι είμαι ο πιο αναμάρτητος απ’ όλους σας εδώ,  και άδικα βασανίζομαι από τις τύψεις που έχω.

— Αν έχεις εσύ τύψεις τι πρέπει να λένε αυτοί που έχουν κρίματα που δεν διορθώνονται. Ο επόμενος, ο βουλευτής, έχει καταχραστεί τα λεφτά του κράτους σε διάφορες μικρούλες είναι παιδεραστής, στέλνει Ρωσίδες και Βουλγάρες στην … καταλαβαίνεις και μάλιστα εμπορεύεται ναρκωτικά. Δίνει σε μικρά παιδιά ναρκωτικά.

— Ό ίδιος τα δίνει;

— Όχι βέβαια αυτός είναι ο εγκέφαλος υπεράνω κάθε υποψίας.

— Ζούμε σε μια βρώμικη κοινωνία.

— Τώρα το πήρες χαμπάρι;

Επιτέλους βγήκε η ψυχή του ένατου εκλεκτού του Σταμάτη. Αυτή τους τρόμαξε, ήταν σάπια. Αγκομαχούσε, όσο ζούσε, και τώρα δεν ήξεραν αν θα επιζήσει. Πως θα πήγαινε σε ένα άλλο σύμπαν; Αυτός δεν μπορεί να σύρει τα πόδια του.

—Φανταστείτε τι θα γίνει με το βουλευτή. Αυτός πώς θα φύγει; Ποιο θα είναι το τέλος του;

— Θα έχει το πιο εξευτελιστικό τέλος που του αρμόζει.

— Δηλαδή;

— Από τι πάει ο γέρος;

— Από πέσιμο.

— Όχι το άλλο. Θα πάθει δηλητηρίαση θα έχει διάρροια και δεν θα τον προλάβουν.

— Τι εξευτελιστικό τέλος για έναν βουλευτή.

— Πράγματι.

Σε λίγο ο Σταύρος είδε μια ψυχή να φαίνεται πολύ κουρασμένη, να σέρνει βαριές αλυσίδες που ήταν απέραντες κι εκείνη τις τραβούσε. Ήταν μαύρη και δεν μπορούσε να μιλήσει, να βρει ηρεμία. Και οι δέκα ψυχές πορεύτηκαν με κάποιο προορισμό. Βάδιζαν μαζί και προχωρούσαν το μακρύ τους ταξίδι. Πρώτος ήταν ο Σταύρος και τελευταίος ο Αντώνης ο Βουλευτής. Περίμεναν την στιγμή που θα αντίκριζαν τον άγγελο που θα τους οδηγούσε στη νέα τους ζωή.

Ο Μηνάς ένιωσε ότι κάτι τον ρουφούσε και τον έστελνε πίσω. Έπεφτε και στο τέλος τρομαγμένος βρέθηκε στο κρεβάτι του. Ήταν λουσμένος από τον ιδρώτα. Η καρδιά του στα στήθη παλλόταν με ένταση. Η ανάσα του γοργή. Ηρεμία δεν μπορούσε να βρει. Ήθελε να καπνίσει ένα τσιγάρο, αλλά άλλαξε γνώμη. Αρκέστηκε να πιει ένα ποτήρι εμφιαλωμένο νερό, που είχε αφήσει από την προηγούμενη νύχτα στο κομοδίνο του.

– Ω Θεέ μου, τι εφιάλτης ήταν αυτός; Όνειρο ήταν δόξα τω Θεώ! Είπε ο Μηνάς και είδε στο κρεβάτι ξαπλωμένη δίπλα του την Ευαγγελία

— Όνειρο ζω, είναι εκείνη δίπλα μου ή από την πολλή χαρά που έχω βλέπω  παραισθήσεις; Είναι η Ευαγγελία αυτή, η δική μου Ευαγγελία; Ω Θεέ μου, αλήθεια είναι.

– Τι έγινε αγάπη μου; του είπε εκείνη.

– Αυτό προσπαθώ να διαπιστώσω. Είναι όνειρο ή ήρθα σε άλλη διάσταση;

– Τι είναι αυτά που λες;

– Κι εσύ, δεν είσαι με τον Άγγελο;

– Ποιον Άγγελο, παραλογίζεσαι; Ρίξε νερό στο πρόσωπό σου να συνέρθεις.

– Ναι, ευτυχώς ήταν όνειρο, είσαι δική μου.

– Τι ώρα είναι; Πω! Πω! Θα χάσεις το τρένο. Σήκω να ετοιμαστείς πρέπει να πας στη Θεσσαλονίκη για συνέδριο. Μου είχες πει να σε ξυπνήσω 7 το πρωί και είναι 7.30 μη μου βάλεις πάλι τις φωνές δεν το αντέχω.

– Ξέρεις, το σκέφτηκα καλά, δεν θα πραγματοποιήσω αυτό το ταξίδι.

– Δεν είσαι καλά, για να δω έχεις πυρετό;

– Όχι είμαι μια χαρά. Ποτέ δεν ήμουν καλύτερα. Σκέφτηκα πως είμαι και εγώ άνθρωπος όλο δουλειά, δουλειά, βαρέθηκα. Είμαι και άνθρωπος. Πρέπει να δουλεύω για να ζω όχι να ζω για να δουλεύω. Αντ’ αυτού, θα πάμε μια εκδρομή οι δυο μας σήμερα και θα χαρούμε τη ζωή και τον έρωτά μας. Άλλωστε, από έρωτα παντρευτήκαμε. Τι λες;

– Και η κατάρτισή σου; Είπες ότι αυτό το συνέδριο ήταν σημαντικό, θα μιλήσουν διακεκριμένοι επιστήμονες.

– Πιο σημαντικός είναι ο γάμος μου. Ας μείνουμε στο σκοτάδι, όλα πρέπει να τα ξέρουμε; Λοιπόν ετοιμάσου να φύγουμε.

– Δεν ξέρω τι να πω, τα έχω χαμένα. Σήμερα ένιωσα ότι σ’ αγαπώ πολύ, αλλά δεν θέλω να αφήσεις τη δουλειά σου για μένα.

– Δεν θα την αφήσω, απλά θα έχω περισσότερο χρόνο για μας.

– Εισακούστηκαν οι προσευχές μου.

– Είσαι έγκυος;

– Πώς σου ήρθε τώρα αυτό; Αφού έχουμε να κάνουμε… Δεν μπορώ να μείνω έγκυος από τον κρίνο.

– Άσε, έχω επηρεαστεί από το όνειρο που είδα. Αυτό θα το διορθώσουμε.

-Μα τι όνειρο πια είδες που σε αναστάτωσε τόσο πολύ;

Της το διηγήθηκε με κάθε λεπτομέρεια.

– Μάλιστα και με είδες με τον Άγγελο αγκαλιά και έγκυο ε;

– Είναι υπαρκτό πρόσωπο;

– Όχι σου ορκίζομαι στη ζωή μου δεν ξέρω κανέναν Άγγελο, σε ό,τι έχω ιερό. Να μην βραδιαστώ.

– Είναι δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο και με τη σκέψη ότι σας ονειρεύτηκα μαζί αναστατώθηκα.

– Θα μπορούσα να το κάνω αλλά.

– Αλλά τι… Τι σε εμποδίζει; Εγώ σου στερούσα τα πάντα. Τώρα δεν με νοιάζει να βγάλω λιγότερα λεφτά. Ακόμα και το ξεροκόμματο θα το μοιραζόμουν ευχαρίστως μαζί σου.

– Δεν το έκανα γιατί ξέρω ότι κάτι θα αλλάξει. Πάντα πίστευα ότι μια μέρα θα ξυπνήσεις και θα δεις την αλήθεια. Ούτε η σύζυγος θέλει να την παραμελείς, ούτε και η δουλειά σου. Καταλαβαίνεις τι εννοώ.

– Απόλυτα!

– Ξέρεις τι σκέφτομαι, αν άλλαξε η ζωή η δική σου και οι 9 που είδες σώθηκαν.

– Λες να είναι υπαρκτά πρόσωπα;

– Θες να το ερευνήσουμε; Τον Πέτρο τον γνωρίζω είναι άνδρας της φίλης μου της Μαρίας.

– Μα αυτού η γυναίκα πέθανε και βασάνιζε την κόρη του..

– Όχι η Μαρία είχε ένα ατύχημα χθες, αλλά σώθηκε την τελευταία στιγμή από θαύμα. Κοιμόσουν Έτσι πιστεύω ότι ο Πέτρος δεν έχει λόγους να γίνει χαρτοπαίκτης ούτε πότης ούτε να βασανίζει την κόρη του.

– Ο Βουλευτής Χαριδόπουλος Αντώνης είναι εντάξει;

– Χθες είπαν στις ειδήσεις ότι βρίσκεται στο νοσοκομείο με τροφική δηλητηρίαση. Κάποιος του έριξε κάτι στο φαγητό για να μην πιάσει μια σπείρα ναρκομανών. Ενώ είναι άλλοι ένοχοι για τα εγκλήματά του, τα φορτώσανε σ’ αυτόν. Πρέπει να προσέχει το παλικάρι. Είναι 30 ετών. Όσο κι εσύ.

– Όλα είναι αντίθετα απ’ ό,τι τα ονειρεύτηκα. Πρέπει να βρω τον Σταύρο, τον παπά, τον Ισίδωρο, τον ισοβίτη, τον γκρινιάρη με το σκύλο, τον αστυνομικό.

– Ένας αστυνομικός χθες ομολόγησε ότι έκανε όλα αυτά και επέστρεψε τα χρήματα στους παθόντες. Η γυναίκα του τον δέχτηκε πίσω.

– Πότε έγινε αυτό;

– Χθες στις ειδήσεις των 9. Ένα εικοσιτετράωρο κοιμάσαι. Δεν σε ξύπνησα. Φαινόσουν κουρασμένος.

– Ω Θεέ μου τι όνειρο ήταν αυτό; Πάω στον παπά να εξομολογηθώ και να μάθω τι έγινε. Εσύ στο μεταξύ να είσαι έτοιμη για να αρχίσουμε μια νέα ζωή.

– Μπορούμε να μάθουμε τι απέγινε ο Ισίδωρος. Είναι φίλος του Πέτρου.

Δεν πρόλαβαν να κάνουν αυτή την κίνηση κι έλαβαν ένα τηλεφώνημα. Ήταν ο Ισίδωρος. Φαινόταν κλαμένος σαν να είχε μετανοήσει για ό,τι έκανε. Ζήτησε από το Μηνά να βρει τον Κυριάκο για να του επιστρέψει τους τόκους και τη μεζονέτα που κέρδισε με άτιμα μέσα. Ήθελε, όπως του είπε να εξιλεωθεί, γιατί κατάλαβε ότι περισσότερο μετρά η φιλία. Έδιωξε τη Βουλγάρα από το σπίτι, για να μην επαληθευτεί το όνειρο. Από την στιγμή αυτή έγιναν φίλοι. Υποσχέθηκαν ο ένας στον άλλο όταν συναντηθούν να δώσουν τα χέρια και να αγκαλιαστούν.

Όταν πήγε στον παπά για να εξομολογηθεί είδε τον ισοβίτη να φιλά το χέρι του παπά και να κλαίει. Να του ζητά εξομολόγηση και ο παπάς να του αρνείται.

– Καλημέρα, δεν είσαι ο ισοβίτης;

– Ήμουν. Ο θεός είναι μεγάλος φίλε μου, τους φώναζα είμαι αθώος, δεν την σκότωσα εγώ. Όλα ήταν εναντίον μου, μέχρι που ο ικανός δικηγόρος μου βρήκε την άκρη. Το πρωί βρήκα άλλο δικηγόρο τον Σταύρο  Αντωνιάδη. Αυτός βρήκε την άκρη. Έπειτα, έφυγε.

– Καλά και τι έγινε;

– Εγώ απλά τη χτύπησα γιατί έμαθα ότι είχε εραστή. Εκείνος την κομμάτιασε. Τον έπιασαν, ήταν εξαφανισμένος, έπεσε σε αντιφάσεις. Επιτέλους, είμαι ελεύθερος. Στο τέλος, ομολόγησε ότι αυτός ήταν ο ένοχος. Έπεσαν σε δικαστική πλάνη. Όλα ήταν εναντίον μου. Με βοήθησε πολύ σ’ αυτό ο δικηγόρος μου ο Σταύρος Αντωνιάδης όπως σου ξαναείπα.

– Πες μου γι’ αυτόν.

– Με πήρε τα χαράματα τηλέφωνο. Τακτοποίησε το θέμα μου. Μόλις τελειώσει αυτή η υπόθεση θα πάει στην Ιταλία για 15 μέρες. Είπε στη γυναίκα του για όλα τα παραστρατήματά του. Της είπε ότι την αγαπά και ζήτησε συγνώμη για όσα της έκανε. Ότι από εδώ και πέρα θα είναι πιστός σύντροφος. Τι να σου λέω τώρα, άλλωστε τι σε ενδιαφέρουν εσένα όλα αυτά.

– Ναι, τι με ενδιαφέρουν. Ο παπάς γιατί είναι τόσο χαρούμενος;

– Είχε μπλεξίματα με γυναίκες και τον υπόκοσμο και τα τακτοποίησε όλα. Μου θυμίζει η ιστορία του την χριστουγεννιάτικη ιστορία του Ντίκενς. Μα τι τον έπιασε και επέστρεψε όλα τα κλοπιμαία με τόκο; Λες να ονειρεύτηκε τα 3 φαντάσματα;

– Ίσως κατάλαβε πως ό,τι δεν του ανήκει, ποτέ δεν φέρνει την ευτυχία. Ευτυχία είναι να έχεις ελαφριά ψυχή. Τι έπαθες παπά μου;

 – Τι να σας πω βρε παιδιά είδα απόψε στον ύπνο μου ότι με πνίξανε τα ίδια τα λεφτά μου. Άδικο τέλος για έναν παπά δεν βρίσκετε; Σε 10 χρόνια θα γίνω δεσπότης, διότι τώρα είμαι μικρός σε ηλικία. Πρέπει να προετοιμάζομαι γι’ αυτό. Έχω μια αποστολή που πρέπει να διεκπεραιώσω καθαρή τη καρδία. Πρέπει να φωνάξουν άξιος και θέλω να ακούσω αυτή τη λέξη από το στόμα του ποιμνίου μου.

– Ναι σε καταλαβαίνω. Θα με εξομολογήσεις;

– Όχι τέκνο μου δεν έχω τη δύναμη να το κάνω. Πρέπει πρώτα να ζητήσω συγχώρεση από το Θεό για την κατρακύλα μου. Έλα σε μια εβδομάδα που μπορεί να με  συγχωρήσει ο Θεός.

– Να πηγαίνω τώρα γιατί έχω μια δουλίτσα.

Ο Μηνάς πέρασε έξω από το σπίτι του ανθρώπου που έβριζε τον σκύλο. Τον είδε να καλεί τις γάτες της γειτονιάς και να τις ταΐζει κονσέρβα.

– Ταΐζετε τις γατούλες ε; Θα πρέπει να είστε καλός άνθρωπος.

– Όχι ήμουν ο χειρότερος άνθρωπος. Έχω κάνει πολλά λάθη στη ζωή μου και φορτώθηκα πολλά. Κάλυπτα βλέπεις τον γιό μου. Έμπλεξε με τον αλήτη τον φίλο του τον Κυριάκο και τον έκανε σαν τα μούτρα του. Ο Κυριάκος έγινε άλλος άνθρωπος. Πήρε το πρωί τηλέφωνο το γιο μου και του είπε ότι θα στείλει ένα γράμμα στην Φωτεινή, την κοπέλα του, για να του δώσει μια νέα ευκαιρία να επανορθώσει. Όλοι αξίζουμε μια δεύτερη ευκαιρία έτσι γιέ μου;

– Έτσι. Μίλησε μου άνθρωπέ μου. Βγάλε όσα έχεις μέσα σου. Έλα να καθίσουμε να μου τα πεις. Ίσως νιώσεις καλά.

– Τι να σου πω. Έγινε κάποιο λάθος στις εξετάσεις μου στο νοσοκομείο και με έβγαλαν φορέα της αρρώστιας αυτής, αλλά φορέας είναι ο γιος μου, που σωτηρία δεν έχει. Πήγαινε με μικρά παιδιά και το πήρα πάνω μου για να μην φυλακιστεί. Η καρδιά του πατέρα βλέπεις!

– Εσείς είχατε ένα υγιεινό δεσμό με την καθαρίστρια;

– Δεν είναι καθαρίστρια, η μάνα του είναι. Υπήρξε ιερόδουλη. Δεν την παντρεύτηκα ποτέ. Δεν ήθελε το γάμο. Ντρεπόμουν να του πω ότι έχει μια τέτοια μάνα και διεδόθη ότι σκοτώθηκε η γυναίκα μου.

– Πω! Πω! Δράμα!!

— Τελικά όλοι τους δεν ήταν καθάρματα. Είχαν πέσει σε συγκυρίες. Οι αληθινοί όμως ένοχοι ποτέ δεν έχουν μια δεύτερη ευκαιρία. Πρέπει κάθε άνθρωπος να είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του. Πρέπει να σκεφτεί το κάθε τι που θα πράξει τι αντίκτυπο θα έχει γι’ αυτόν και την οικογένειά του.

– Να σε φιλέψω κάτι;

– Έχω αργήσει και με περιμένει η γυναίκα μου. Μια άλλη φορά.

Ο Μηνάς του έσφιξε το χέρι.

Άφησε πίσω του ό,τι τον πονούσε. Σημασία είχε αυτή η μέρα. Είδε τη γυναίκα του αναστατωμένη να κρατά μια εφημερίδα.

– Τι έπαθες αγάπη μου;

– Διάβασε εδώ. Έχει ένα δισέλιδο αφιέρωμα. Δες τι θα μπορούσες να είχες πάθει αν ταξίδευες.

– Ω Θεέ μου το τρένο που θα έπαιρνα για να πάω στη Θεσσαλονίκη δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό του.

– Πράγματι, καταλαβαίνεις από τι γλίτωσες;

– Μόνο που μαζί με μένα γλίτωσαν και οι άλλοι.

Αυτή ήταν η πιο υπέροχη στιγμή στη ζωή του. Έπρεπε να το χαρεί γιατί μια μέρα θα φύγει απ’ αυτή τη ζωή και θα έπρεπε να δώσει λόγο στο Θεό. Κάτι θα έπρεπε να του πει. Τώρα ξέρει τι θα του πει. Τότε τον είχε βρει απροετοίμαστο.

 

Οι δέκα εκλεκτοί

Αφήστε μια απάντηση

Πριν αφήσετε κάποιο σχόλιο διαβάστε τα εξής:

 
  • - Τα σχόλια σας θα πρέπει να εγκριθούν από τους διαχειριστές της ιστοσελίδας πριν δημοσιευτούν.
  • - Παρακαλούμε χρησιμοποιήστε Ελληνικούς χαρακτήρες, σχόλια γραμμένα σε greeklish δεν θα εγκρίνονται.
  • - Όνειρα που βλέπετε Σάββατο βράδυ προς ξημερώματα Κυριακής δεν θα εξηγούνται. Αν σ' αυτή την ημερομηνία γράφετε όνειρα άλλων ημερών αυτό υποχρεωτικά πρέπει να επισημαίνεται, για να λαμβάνουν απάντηση και τα όνειρα αυτά. Όταν όμως γράφετε όνειρα με Κυριακάτικη ημερομηνία και είναι άλλων ημερών, πρέπει να γίνεται υποχρεωτική επισήμανση αυτού, ώστε να παίρνουν άμεσα απάντηση, αποφεύγοντας την ερώτηση αν είναι Κυριακάτικο. Όταν δεν υπάρχει επισήμανση, θα θεωρούνται Κυριακάτικα και δεν θα παίρνουν απάντηση.
  • - Όνειρα που βλέπετε Σάββατο βράδυ προς ξημερώματα Κυριακής δεν θα εξηγούνται.
  • Διαβάστε τους όρους χρήσης μας
  • - Να είστε υπομονετικοί, οι χρήστες που απαντούν στα σχόλια σας είναι εθελοντές και θα σας απαντήσουν μόλις μπορέσουν.
  • -Παρακαλούμε διαβάστε τους παραπάνω όρους πριν καταχωρήσετε κάποιο σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο