Ο Νίκος και ο Στράτος ήταν αδέρφια. Ο Νίκος ήταν ζωγράφος και ο Στράτος ήταν γλύπτης. Στην παρέα τους προστέθηκαν ο Αλέξης που ήταν δημοσιογράφος- ποιητής, ο Λάζαρος που ήταν συγγραφέας και ο ξάδερφός του Γιάννης, που ήταν τραγουδιστής. Μια κοινή μοίρα τους ένωνε όλους.  Ήταν ατάλαντοι και αποτυχημένοι στον τομέα τους. Η επίδοσή τους στις τέχνες τους ήταν κάτω του μετρίου και πολλές φορές τα έργα τους έμεναν απούλητα ή δεν δεχόταν κανένας να τα εκδώσει. Ειδικά ο Γιάννης, δεν έβρισκε δισκογραφική εταιρεία να αναλάβει τα τραγούδια του.

Συγκατοικούσαν σε ένα σπίτι, το οποίο ήταν ετοιμόρροπο, κι αυτό διότι ήταν απένταροι. Ούτε τσιγάρο δεν είχαν να καπνίσουν. Ανέλαβε ο δήμος να τους δίδει φαγητό μην πεθάνουν από την πείνα, διότι έδιδε συσσίτια σε άπορες οικογένειες. Ακόμα και στον έρωτα ήταν αποτυχημένοι. Καμία γυναίκα δεν τους πλησίαζε, γιατί πίστευαν πως ήταν κακορίζικοι και θα τις μετέδιδαν τις αναποδιές τους.

Απορούσαν, γιατί να συμβεί αυτό σ’ αυτούς; Έβλεπαν τον κόσμο να χαίρεται αυτά τα Χριστούγεννα κι εκείνοι θα έτρωγαν πάλι από το συσσίτιο του δήμου. Ευτυχώς, που υπήρχε κι αυτό.

Κάθισαν στο σπίτι τους και η βροχή ήταν δυνατή και έμπαινε μέσα. Τους έβρεξε τα κρεβάτια Αποφάσισαν να πάνε έξω να περπατήσουν, να δουν τις βιτρίνες και να χαρούν αυτό που οι άλλοι χαίρονται, με νοερό τρόπο. Μάλιστα, ο Λάζαρος ήταν λάτρης της καλής κουζίνας και πήγαινε έξω από ψησταριές και ρουφούσε τον καπνό από τα μισοψημένα κρέατα, και χόρταινε. Μάλιστα, μια μέρα είδε ένα πεταμένο ένα μισοσβησμένο τσιγάρο και το ρουφούσε με λαχτάρα.

Του κατέβηκε μια ιδέα και ήθελε να την πει και στους άλλους, φτάνει να έβρισκαν τα υλικά που χρειάζεται για να εκτελέσει αυτό που είχε στο μυαλό του. Απόψε θα έτρωγαν βασιλικά.

Πήγαν σε ένα κατάστημα ψαρικών ειδών και οι δύο απασχόλησαν με ερωτήσεις τον πωλητή, οι υπόλοιποι έκλεψαν δολώματα και πετονιές. Σκέφτηκαν να ψαρέψουν κανένα ψάρι, αλλά δυστυχώς και σ’ αυτό στάθηκαν άτυχοι. Τουλάχιστον προσπάθησαν να ξεγελάσουν την ατυχία τους, αλλά όσο την ξεγελάνε εκείνη τους ακολουθεί και δεν τους αφήνει να ανασάνουν.

Πήγαν σε ένα παγκάκι να καθίσουν ενός αναψυκτηρίου. Ο σερβιτόρος τους κάλεσε να καθίσουν μέσα για να μην βραχούν. Δεν τους ήξερε και πίστευε ότι θα έπαιρναν κάτι, ότι ήταν πελάτες. Εκείνοι δεν σκεφτήκανε ότι το έκανε για να πάρουν κάτι. Έπιασε το μπλοκάκι και περίμενε να πάρει παραγγελία. Όταν το κατάλαβαν ήταν πια αργά. Είχαν πέσει στην παγίδα.

– Τι θα θέλατε να σας φέρω;

– Φέρε μου έναν καφέ μέτριο με γάλα είπε ο Λάζαρος.

– Είσαι τρελός. Πώς θα τα πληρώσουμε; Όλο ιδέες είσαι, είπε ο Γιάννης φοβισμένος σιγανά, για να μην ακούσει τίποτα ο σερβιτόρος.

– Μια πορτοκαλάδα είπε ο Νίκος

– Μια γκαζόζα είπε ο Στράτος.

– Μια κόκα κόλα είπε ο Αλέξης

– Εσείς κύριε, τι θα πάρετε;

– Ας λείπει το βύσσινο. Είπε ο Γιάννης.

Ο σερβιτόρος δεν άκουσε καλά και έγραψε βυσσινάδα.

Όταν τα ήπιαν ο Νίκος είπε:

– Φέρε το λογαριασμό!

– Αμάν μας έκαψες, τι κάνουμε τώρα; Είπε ο Γιάννης.

– Άμα δεν μιλάς είναι καλύτερα. Άσε τον αρχηγό να αποφανθεί.

Ο Λάζαρος είδε το λογαριασμό σαν να του φάνηκε ασήμαντο το ποσό και έκανε να πιάσει το πορτοφόλι του.

– Θα έχεις και ρεγάλο είσαι πολύ εξυπηρετικός. Του είπαν.

– Καλοσύνη σας κύριε.

Μετά από λίγο ο Λάζαρος τάχα πανικόβλητος δήλωσε ότι έχασε το πορτοφόλι του.

– Αμάν μας κατακλέψανε, τώρα τι θα κάνω; Πώς θα σε πληρώσω;

– Οι κύριοι; Είπε φοβισμένος ο σερβιτόρος. Δεν έχουν χρήματα;

– Εγώ είχα τα λεφτά. Τώρα, τι θα κάνουμε;

Ο σερβιτόρος πήγε να τους αναφέρει στο αφεντικό του και μέχρι να κάνει αυτή την κίνηση οι λαγοπόδαροι φίλοι έγιναν καπνός.

Ο Γιάννης, ο πιο φιλότιμος, έπιασε το λογαριασμό στα χέρια και σκέφτηκε να γίνει ζητιάνος, προκειμένου να πληρώσει. Ήθελε, όταν πήγαινε να δώσει λόγο στο Θεό, να είναι εντάξει. Η βυσσινάδα δεν του άρεσε, αλλά έπρεπε να δώσει τα 15 ευρώ πάση θυσία κρυφά από τους άλλους. Μάζεψε 20 ευρώ ολόκληρη την ημέρα και πήγε στο αναψυκτήριο και τα έδωσε όλα. Αυτό το γεγονός χώρισε τον κόσμο που ήταν εκεί σε δύο κόμματα. Οι μισοί τον εκτίμησαν και είπαν ότι δεν χάθηκαν οι τίμιοι. Οι υπόλοιποι τον ονόμασαν χαζό ή κορόιδο. Δεν τον ένοιαζε τι θα έλεγε ο κόσμος, αλλά να τα έχει καλά με τη συνείδησή του. Οι άλλοι όταν έμαθαν τι έκανε τον ονόμασαν ανθρωπάκι. Δεν ήξερε αν είναι ανθρωπάκι, αλλά το προτιμούσε αν οι άνθρωποι είναι όπως οι φίλοι του.

Δυστυχώς,  η κομπίνα ήταν γλυκιά γι’ αυτούς. Έπρεπε πάση θυσία να αγωνιστούν για να επιζήσουν με άτιμα μέσα. Ο Αλέξης σκέφτηκε να ληστέψουν μια τράπεζα. Έπρεπε να τα καταφέρουν. Ο Γιάννης δεν ήθελε να λάβει μέρος. Πήγε όμως μαζί τους, γιατί δεν ήθελε να τους αφήσει μόνους. Το έκανε με βαριά καρδιά. Το σχέδιο το μελετούσανε από πολύ καιρό. Έπρεπε να πετύχουν. Οι συνθήκες της ζωής τους ήταν άθλιες, αλλά ο Γιάννης ήταν ικανοποιημένος από το φαγητό που έτρωγε. Δεν ήθελε κάτι παραπάνω.

Η μέρα που έγινε η ληστεία έφτασε. Ο Γιάννης ήταν τσιλιαδόρος, σαν πιο δειλός που ήταν. Δεν έβαλαν όμως το κατάλληλο πρόσωπο. Μόλις είδε το περιπολικό την κοπάνησε και κρύφτηκε σε ένα στενό σοκάκι, βλέποντας τους αστυνομικούς να σέρνουν με χειροπέδες τους τέσσερις φίλους του. Ένιωσε χάλια. Είναι μάταιο να κρύβεται, διότι όλοι οι ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί θα πουν ότι ένας απ’ αυτούς αγνοείται. Εκείνοι θα μιλήσουν. Θα τον κατονομάσουν και θα δώσουν τα στοιχεία του. Έπρεπε να παραδοθεί. Ναι, έτσι θα έπαιρνε ελαφρυντικά και θα τον άφηναν ελεύθερο.

Όμως κι εδώ στάθηκαν άτυχοι, διότι την ίδια ιδέα μ’ αυτούς την είχανε άλλοι, που κατάφεραν να ληστέψουν πρώτοι την τράπεζα, πήραν όλα τα χρήματα και έφυγαν σαν κύριοι. Βλέποντας αυτούς οι αστυνομικοί να φορούν κουκούλες και να φωνάζουν “Ληστεία” τους έπιασαν, αλλά οι υπάλληλοι φώναζαν ότι άλλοι είναι οι κλέφτες, αλλά αυτοί την πλήρωσαν.

Γέλασαν με την καρδιά τους και τους άφησαν ελεύθερους και όταν ο Γιάννης πήγε να παραδοθεί, οι αστυνομικοί θεώρησαν ότι αυτός έκανε τη γερή μπάζα και έμεινε στο κρατητήριο ολόκληρη νύχτα. Όταν το κατάλαβε, εκλιπαρούσε τους αστυνομικούς να τον αφήσουν, διότι ήταν μαζί με τους άλλους. Τους αποτυχημένους.  Ο Γιάννης τους φάνηκε αρνάκι και θεώρησαν ότι έπεσε θύμα των άλλων. Του είπαν πως θα τον άφηναν ελεύθερο, αν τους οδηγούσε στους πραγματικούς κλέφτες. Ο Γιάννης τους είπε ότι είναι τραγουδιστής και δεν είχε ιδέα από αυτά τα πράγματα. Υποσχέθηκε να βοηθήσει αν τον άφηναν ελεύθερο. Όμως ένας αστυνομικός κρυφά τον παρακολουθούσε και είδε που πήγε.

Έφθασε στο σπίτι αλαφιασμένος και κουρασμένος και έκλαιγε. Οι άλλοι τον είπαν ηλίθιο. Μήπως δεν ήταν; Μπορούσε να το είχε σκάσει και να μην περνάει όσα περνάει.

Η ώρα πέρασε. Ο αστυνομικός κατάλαβε ότι δεν είχε σχέση με τους πραγματικούς κλέφτες κι έφυγε.

Η βροχή σταμάτησε και αποφάσισαν να βγουν πάλι έξω.

Ο Νίκος κατά λάθος έστρεψε το βλέμμα του στον ουρανό. Είδε ένα αντικείμενο να κινείται με μεγάλη ταχύτητα και να κατευθύνεται από τον ουρανό προς τη γη. Έκανε μια ευχή “Να γίνουν όλοι ταλαντούχοι και να πλουσιέψουν”, γιατί το πέρασε για πεφταστέρι. Πεφταστέρι όμως δεν ήταν και το ήξερε καλά. Αυτό το αντικείμενο πριν πέσει ήταν στρογγυλό με ροζ φώτα γύρω γύρω που δημιουργούσε ένα παράλληλο κύκλο, τον ένα μέσα στον άλλο. Ευτυχώς πρόλαβε να το δει.

— Είναι εξωγήινοι, σκέφτηκε. Έπρεπε να πάνε στο μέρος που έπεσε το παράξενο αντικείμενο. Έπρεπε να το δουν από κοντά, να το μελετήσουν, να στείλουν στη ΝΑSA φωτογραφικό υλικό.

— Αχ καημένε Νίκο όνειρα που κάνεις! Πού θα βρεις τις φωτογραφίες; Φωτογραφική μηχανή δεν έχεις, τρομάρα σου, ούτε δεύτερη αλλαξιά να βάλεις έχεις, το φαγητό λειψό. Από την άλλη, κινδυνεύεις να χαρακτηριστείς από τους φίλους σου ψεύτης και φαντασιόπληκτος. σκέφτηκε πάλι ο Νίκος. Όμως έπρεπε να το κάνει, έπρεπε να μοιραστεί μαζί τους αυτή την εμπειρία. Έπρεπε να τους πει τι είδε απόψε στον ουρανό. Ξέρει ότι το είδε, ότι δεν το φαντάστηκε. Όμως κινδυνεύει να μην γίνει πιστευτός απο κανέναν.

– Τι έγινε Νίκο, γιατί σώπασες ξαφνικά; Πού ταξιδεύει ο νους σου;

-…

Δεν έβρισκε να τους πει τα κατάλληλα λόγια.

– Μοιάζεις σαν να είδες φάντασμα. Η συμπεριφορά σου αυτό δείχνει.

– Πώς σας φαίνομαι δηλαδή;

– Η όψη σου είναι φοβισμένη. Έχεις ένα ύφος περίεργο, τι είδες;

– Θα σας το πω, αλλά θέλω να με πιστέψετε, αλλιώς σωπαίνω.

– Πες μας, μας έφαγε η περιέργεια.

Όταν τους διηγήθηκε τι είδε, έφαγε φάπες. Κανένας δεν πίστεψε αυτό που είδε.

– Το ήξερα, γι’ αυτό σιωπούσα.

– Κι ας πούμε ότι πράγματι είδες αυτό το αντικείμενο. Ξέρεις ποιο είναι το ακριβές σημείο που μπορεί να έχει πέσει;

– Τι να πέσει βρε παιδιά, η ατμόσφαιρα θα το έχει διαλύσει είπε ο Γιάννης.

Ακόμα κι αυτό να μη γίνει οι εξωγήινοι, βάσει των υπολογισμών μου, δεν θα αντέξουν τα μικρόβια και θα πεθάνουν. Οι συνθήκες της γης δεν μοιάζουν με τις δικές τους. Το οξυγόνο γι’ αυτούς μπορεί να είναι βαρύ και να αργοπεθαίνουν. Για μας είναι ζωογόνο. Γι’ αυτούς μπορεί να μην είναι. Ο κάθε οργανισμός είναι κατασκευασμένος βάσει των συνθηκών που επικρατούν στον κάθε πλανήτη… Είπε ο Γιάννης.

Ο Λάζαρος τραγούδησε ένα μελωδικό τραγούδι και μαγεύτηκαν να τον ακούνε.

– Ρε παιδιά μου ήρθε μια ιδέα. Αφού ο Γιάννης έχει τόσες γνώσεις και δεν έχει καλή φωνή δεν θα μπορούσε να γίνει αυτός συγγραφέας και εγώ που έχω καλή φωνή να γίνω εγώ ο τραγουδιστής; Είπε ο Λάζαρος, που απόρησε με τον εαυτό του πως ξαφνικά απέκτησε καλή φωνή. Μάλιστα, δεν ξανατραγούδησε για να το ανακαλύψει.

Οι φίλοι αλληλοκοιτάχτηκαν περίεργα.

– Αυτή η λάμψη σας έκανε να το σκεφτείτε αυτό. Πιστέψτε με, υπάρχει πραγματικά.

– Παιδιά όσα είπα δεν τα ήξερα. Κάτι με φώτισε να τα πω.

– Πιστεύω πως θα πετύχουμε αν κάνει ο ένας το επάγγελμα του άλλου είπε ο Στράτος. Απλά δεν διαλέξαμε σωστά επαγγέλματα. Δεν ψάξαμε που πραγματικά είχαμε κλίση. Δεν ήμασταν άτυχοι, οι επιλογές που κάναμε ήταν επιζήμιες για μας.

Ο καθένας σκέφτηκε πως θα μπορούσε να δοκιμάσει το επάγγελμα του άλλου. Πρώτα όμως θα πήγαιναν να δουν πού έπεσε αυτό το διαστημόπλοιο, αν πραγματικά ήταν διαστημόπλοιο.

Δεν μπόρεσαν να το βρουν και αναζητώντας το βρεθήκανε σε ένα μέρος με πολλά αυτοκίνητα, όπου ρωτώντας κάποιον έμαθαν ότι εδώ γινόταν το γλέντι ενός γάμου.

– Εδώ θα φάμε με την ψυχή μας . Είπαν. Έχει δωρεάν φαγητά!

– Πρέπει να μάθουμε το όνομα του γαμπρού. Θα το παίξουμε φίλοι.

– Όλο την κομπίνα έχετε στο μυαλό σας.

– Εσύ δεν λαχταράς να φας; Άλλωστε θα ευχηθούμε στο ζευγάρι να ζήσουν ευτυχισμένοι. Δεν μπορεί να μας διώξουν. Δεν κάνουμε κακό. Είναι γρουσουζιά να διώξεις κάποιον την ημέρα του γάμου σου. Θα μας χαρίσουν τρόφιμα, θα τους χαρίσουμε τις ευχές μας. Υπάρχει καλύτερο δώρο από τις ευχές για ένα νεόνυμφο ζευγάρι;

– Έτσι που θα μας δουν θα πουν κακορίζικοι μας εύχονται και θα φτύνουν τον κόρφο τους. Γιατί νομίζεις δεν μας πλησιάζει καμιά γυναίκα; Αν λύσουμε το οικονομικό πρόβλημα και την γκαντεμιά μας οι γυναίκες θα μας πλησιάσουν.

– Πήγαινε πλύσου. Μ’ αυτό το όνειρο θα ζεις.

– Εγώ λέω να πούμε ότι πράγματι είμαστε ζητιάνοι και πεινάμε. Είπε ο Γιάννης

– Εγώ σκέφτηκα κάτι άλλο. Θα πούμε ότι είμαι τραγουδιστής και θα διασκεδάσουν οι άνθρωποι μαζί μου αν πω δυο τραγουδάκια. είπε ο Λάζαρος.

– Ναι, ένας κουρελής θα πιστέψουν ότι είναι τραγουδιστής.

– Αυτό που είπε ο Γιάννης είναι το σωστό και αυτό θα κάνουμε. Θα πούμε ότι πεινάμε. Είπε ο Λάζαρος.

Μπήκανε μέσα και ο νεαρός της υποδοχής δεν τους άφησε να μπουν. Εκείνοι φώναζαν έντονα και η νύφη άκουσε τη φασαρία και πήγε να δει τι συμβαίνει.

– Ποιοι είναι αυτοί και τι θέλουν;

– Νύφη μου όμορφη, ήθελα να σου ευχηθώ για το γάμο σου, να είσαι ευτυχισμένη. Είμαστε περαστικοί και πεινάμε είπε ο Γιάννης.

– Πεινάνε οι άνθρωποι, γιατί κάνεις τόσο σαματά αγριάνθρωπε! Ελάτε σ’ ένα τραπεζάκι απόμερο μόνοι σας. Μακριά από τους καλεσμένους και τα αδιάκριτα βλέμματα, να φάτε με την ησυχία σας και να μην σας ενοχλήσει κανείς.

– Τι συμβαίνει αγάπη μου; Είπε ο γαμπρός που έφτασε εκείνη την ώρα

Του εξήγησε τι είχε συμβεί και ποιοι ήταν αυτοί.

Έδωσαν τις ίδιες ευχές και σ’ αυτόν.

– Θα τους κρατήσεις; Τι θα πει ο κόσμος που θα τους δει; Είναι αλήτες.

– Μάλλον είναι λάθος μου που σε παντρεύτηκα.

– Σοβαρέψου τώρα, θα χαλάσουμε το γάμο μας και θα διαλύσουμε την αγάπη μας για 5 κουρελήδες;

– Αυτοί οι κουρελήδες έχουν καλύτερα αισθήματα από σένα.

– Καλά, ας τους βοηθήσουμε λοιπόν με άλλο τρόπο. Αν θέλουν, δώσε τους λίγο φαγητό να πάρουν μαζί τους, αλλά αν μείνουν θα είναι λάθος.

– Εντάξει, τώρα μιλάς λογικά.

– Μην τσακώνεστε, ας κάνετε ό,τι είπε το παλικάρι. Τι θέλουμε εμείς οι αλήτες σ’ ένα τόσο αριστοκρατικό γάμο με όλη την αφρόκρεμα καλεσμένη; Ήταν λάθος μας να έρθουμε.

– Δεν το είπα για να σας προσβάλλω, αλλά η κοινωνία μας ξέρετε…

– Ναι,  καταλαβαίνουμε.

Ο Γιάννης κοίταζε την αδερφή της νύφης και εκείνη τον κοίταζε κρυφά, αλλά μετά κατέβασε το βλέμμα της σαν να έκανε κάτι άπρεπο ή απαγορευμένο. Πάντως, έριχνε κρυφές ματιές.

Ο σερβιτόρος μάζεψε πέντε πακετάκια από καλεσμένους που δεν ήρθαν και τους τα προσέφεραν με την άδεια του ζευγαριού. Ευτυχώς, υπήρχε άφθονο φαγητό και σήμερα επιτέλους κατόρθωσαν να φάνε και να χορτάσουν. Αύριο, έχει ο Θεός.

Η βροχή δυνάμωσε και οι φίλοι μη έχοντας ομπρέλα έτρωγαν τη βροχή. Το σπίτι τους θα είχε γίνει εκ νέου λίμνη. Πόσο λαχταρούσαν ένα άνετο διαμέρισμα με όλες τις ανέσεις! Τουλάχιστον απόψε έφαγαν μέχρι σκασμού. Σ’ αυτό το γάμο είχαν πλουσιοπάροχο γεύμα, αλλά τους φάνηκε αταίριαστο το ζευγάρι. Αυτοί θα τη διαλύσουν τη σχέση τους απόψε. Έπρεπε να το καταλάβουν πιο νωρίς να μην παντρευτούν. Πάλι έπεσαν έξω. Το ζευγάρι ξέχασε το συμβάν και ήταν πολύ αγαπημένο κι ας τους έδωσαν στιγμιαία αυτή την εντύπωση. Σχήμα λόγου ήταν αυτό. Χωρίζει εύκολα ένα ζευγάρι για ψύλλου πήδημα; Όχι, βέβαια.

Περνούσαν έξω από τα σπίτια και έβλεπαν τις οικογένειες συγκεντρωμένες στα σπίτια. Παιδιά χαρούμενα γύρω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Κόσμο στα μαγαζιά. Κάποιο μαγαζί είχε προσφορά ότι τα δίνουν όλα τσάμπα.
Εκείνοι μη ξέροντας ότι τσάμπα εννοούσαν πολύ χαμηλές τιμές, γέμισαν ένα καρότσι πράγματα και κινδύνεψαν να χαρακτηριστούν κλέφτες για μια παρερμήνευση. Τους εξήγησαν ότι έπρεπε να βάλουν τη λέξη σχεδόν τσάμπα για να λυθεί η παρεξήγηση. Λυπήθηκαν γι’ αυτό και τους ανάγκασαν να βάλουν πίσω τα πράγματα στη θέση τους. Πέρασε πολύ ώρα να το κάνουν αυτό.

Τότε σκέφτηκαν την ιστορία το κοριτσάκι με τα σπίρτα. Πω! Πω! Πόσο έμοιαζαν σ’ αυτή την ηρωίδα.  Σίγουρα, το τέλος τους θα είναι πιο γρήγορο.

Έφυγαν και προχώρησαν προς ένα μέρος. όπου έμεναν άστεγοι άνθρωποι. Τους είδαν να τρώνε και σκέφτηκαν ότι είναι καλύτερα να μένουν εδώ. Παλιά ήταν σταθμός τρένων, αλλά τώρα έγινε στέκι για τους άστεγους. Εδώ είναι πιο ζεστά από το σπίτι τους, δεν μπαίνει μέσα η βροχή. Ήταν παράδεισος. Είδαν μια κλειστή πόρτα και την άνοιξαν. Είδαν ένα κομπιούτερ εκεί αναμμένο. Ήταν ξεχασμένο και άρχισαν σε μια άδεια δισκέτα όλη τη νύχτα να γράφουν το νέο τους έργο. Ο Γιάννης ανέλαβε να το κάνει αυτό. Όταν το τελείωσε ο Λάζαρος έγραψε 4 τραγούδια και μάλιστα τα εκτύπωσε στον εκτυπωτή. Άφησε κενό σε κάθε στροφή για να σχηματίσει τις νότες. Σε ένα συρτάρι βρήκε έναν μαρκαδόρο και τα κατάφερε. Ήταν γεννημένος να γίνει μουσικός. Η μουσική ήταν στο αίμα του. Η μελοποίηση και οι στίχοι ήταν εντελώς δικοί του. Για μια στιγμή, σκέφτηκε να διασκεδάσει τους άστεγους με τα τραγούδια του. Του έλειπε όμως μια κιθάρα. Είδαν ένα τυφλό να παίζει έναν ακανόνιστο ρυθμό. Του ζήτησε ευγενικά να του την παραχωρήσει για λίγο. Αφού ήταν για λίγο, δέχτηκε.

Το τι έγινε δεν μπορείτε να φανταστείτε όταν άρχισε να τραγουδά ο Λάζαρος. Όλοι μαζεύτηκαν να τον ακούσουν. Από τα γύρω σπίτια, από τα πάρκα, από παντού. Εκείνη τη στιγμή ένας εκπρόσωπος μιας δισκογραφικής εταιρείας περνούσε τυχαία, άκουσε το τραγούδι του και μαγεύτηκε και ήθελε να συνεργαστεί μαζί του. Έπρεπε να βρει ακόμη περίπου 6-7 τραγούδια για να γίνει cd. Εκείνος έκανε το δύσκολο για να ανέβει το κασέ και όταν έφθασε στο σημείο να πάρει ένα ικανοποιητικό ποσό έδωσαν τα χέρια.

– Εγώ θα σας σώσω. Είπε ο Λάζαρος

– Εγώ έχω γράψει ένα έργο με τίτλο: ” Τα δάκρυα της πληγωμένης μάγισσας” Ήθελα να δώσω στο κοινό την εντύπωση ότι ακόμα και οι μάγισσες, που μπορούν να κάνουν τα πάντα, δεν μπορούν να είναι πάντα ευτυχισμένες. Πώς σας φαίνεται σαν ιδέα, θα αρέσει; Είπε ο Γιάννης εντελώς προβληματισμένος.

– Τι να σου πούμε, εσύ πρέπει να πιστέψεις πρώτα στον εαυτό σου και μετά έρχονται όλα τ’ άλλα. Πήγαινε στον εκδότη που πήγαινα εγώ και μου τα απέρριπτε το ένα μετά το άλλο.

– Γιατί, για ν’ απορρίψει και το δικό μου;

– Δεν χάνεις τίποτα να δοκιμάσεις. Αν φοβάσαι, δεν κάνεις τίποτα. Αν δεν τολμήσεις, πως θα ξέρεις ότι αρέσει το έργο σου, αν δεν προβληθεί;

– Έχεις δίκιο. Θα του κάνω αύριο μια επίσκεψη.

– Καλή ιδέα. Αν δεν αρέσει αυτό πάρε κάποιο άλλο. Μη χαλάς την καρδιά σου Γιάννη. Αν δεν ρισκάρεις, τίποτα δεν σου χαρίζεται σ’ αυτή τη ζωή και η ζωή όπως βλέπεις έχει απαιτήσεις.

Ο Γιάννης το πρωί μπήκε σε ένα γραφείο και μόλις τον είδε ο εκδότης έγινε έξαλλος. Τον πρόσβαλε και τον έβρισε άσχημα. Ο Γιάννης έψαχνε την έξοδο να φύγει. Δεν του γέμισε το μάτι ότι ήταν νέος συγγραφέας, κι όταν του είπε γιατί τον θέλει, εκείνος τον ονόμασε κλέφτη, ότι έκλεψε τα χειρόγραφα από τον πραγματικό συγγραφέα, διότι τα σκισμένα και ταλαιπωρημένα ρούχα του ήταν μια παραφωνία γι’ αυτόν. Δεν μπορεί ένας νέος συγγραφέας να μπαίνει σε έναν εκδοτικό οίκο μ’ αυτά τα χάλια!

Εκείνος έφυγε λυπημένος. Δυστυχώς, έναν αλήτη ποτέ δεν τον παίρνουν στα σοβαρά. Όπου και να πάει είναι παρείσακτος. Όλες οι πόρτες είναι κλειστές γι’ αυτόν. Αυτή η κοινωνία που είναι μέλος της, αυτή η ίδια κοινωνία τον διώχνει.

Γύρισε πίσω λυπημένος.

– Περιμένετε να γίνω τραγουδιστής, να πάρουμε ρούχα της προκοπής, αφού τα ρούχα κάνουν τον άνθρωπο, και ύστερα θα αρχίσουμε συνεργασία. Ο παραγωγός θα μου δώσει χρήματα να αγοράσω κουστούμι. Θα στο δανείσω να πας. Θα δεις ότι θα σου συμπεριφερθεί με άλλο τρόπο.

– Δεν ξαναπάω σ’ αυτόν τον τράγο που με έστειλες. Θα βρω άλλον.

– Ωραία, θα σε φτιάξω και θα σε κάνω φιγουρίνι εγώ. Και θα σε δεχτούν, και το έργο σου θα διαβαστεί και θα εγκριθεί, όπως του αξίζει. Αν βέβαια το αξίζει.

– Το πιστεύεις αυτό που λες Λάζαρε;

– Και βέβαια Γιάννη μου, το ρωτάς;

– Τι κάνεις εκεί; Είπε ο Νίκος στον Στράτο που τον έβλεπε να ζωγραφίζει με μαρκαδόρο ένα χαρτί του εκτυπωτή.

– Ζωγραφίζω. Δηλαδή τι ζωγραφίζω. Μουτζούρες έκανα.

– Αν λες μουτζούρες αυτό το αριστούργημα, πως θα πρέπει να ειπωθεί το τερατούργημα; Αυτό είναι καταπληκτικό. Τι ύφος, τι σχέδιο!

– Στράτο μπορεί για γλύπτης να μην έκανες, αλλά είσαι ένας καταπληκτικός ζωγράφος.

Ζωγράφισε το μέλλον όλων κι αυτό τους έκανε να ανατριχιάσουν.

Είδαν τον Γιάννη γαμπρό στην εκκλησία, τον Αλέξη διασωληνωμένο σ’ ένα κρεβάτι που δεν έμοιαζε να είναι νοσοκομείου, τον εαυτό του δεν τον ζωγράφισε. Τον Νίκο να κρατά ένα μικρόφωνο ενός μεγάλου καναλιού και να προσπαθεί να πάρει μια συνέντευξη και τον Λάζαρο να φεύγει μ’ ένα αεροπλάνο και να τους αποχαιρετά.

Ο Αλέξης ανατρίχιασε όταν είδε το δικό του μέλλον.

– Θα πεθάνω;

– Κανείς δεν ξέρει.

– Ας αφήσουμε τώρα τις ανοησίες! Λαμβάνετε υπόψη σας τις χαζομάρες που ζωγράφισα; Είστε σοβαροί;

– Μακάρι να έχεις δίκιο, αλλά πολύ φοβάμαι ότι τα όσα ζωγράφισες είναι μια αλήθεια, που όλοι αργά ή γρήγορα θα αντιμετωπίσουμε.

Ο Γιάννης με τη βοήθεια του Λάζαρου έβαλε τα ρούχα που του δάνεισε και πήγε σε άλλο εκδοτικό οίκο. Εκεί είδε έναν κύριο πολύ ήρεμο να τον καλωσορίζει και να του λέει ευγενέστατα να περάσει μέσα. Του προσέφεραν και καφεδάκι.

– Πόσο κάνει; Είπε τρομαγμένος.

– Είναι προσφορά του εκδοτικού μας οίκου φίλε μου.

– Δηλαδή είναι δωρεάν ε;

– Βέβαια, δεν είμαστε καφετέρια να πάρουμε χρήματα.

— Επιτέλους! Θα πιω με την ησυχία μου το καφεδάκι μου χωρίς να τρέχω σαν κυνηγημένος.

– Μήπως έχετε και μια τυροπιτίτσα;

– Όχι φίλε μου, μόνο καφέ προσφέρουμε.

— Κάτι είναι κι αυτό, από το ολότελα.

– Ευχαριστώ.

Πραγματικά, εδώ βρήκε ένα περιβάλλον εντελώς διαφορετικό από το άλλο και θα του μείνει η απορία αλήθεια, αν ερχόμουν με τα ίδια ρούχα θα είχα την ίδια αντιμετώπιση; Αλήθεια ποιος θα μπορούσε να του απαντήσει σ’ αυτό; Κανείς!
Δεν ήθελε να ξέρει ποια είναι η αλήθεια. Μετράει η προθυμία του εκδότη να διαβάσει το κείμενο και να δεχτεί να το κάνει βιβλίο, αν αρέσει, αν είναι ευχάριστο. Αν του έλεγε ό εκδότης ότι είναι ωραίο, πραγματικά θα τον ταξίδευε σε κόσμους μαγικούς, στο αμπέλι του εβδόμου ουρανού, την ευτυχία, για να γευτεί το μεθυστικό της ποτό. Αυτό ήταν το όνειρό του αυτή τη στιγμή. Τον ρώτησε αν έχει τηλέφωνο για να τον ειδοποιήσει, αλλά εδώ ένιωσε άσχημα. Ο άλλος εκδοτικός οίκος δεν ειδοποιούσε τηλεφωνικά. Πήγαινε ο ίδιος ο συγγραφέας και νοιαζόταν για να μάθει αν αρέσει το έργο του. Τώρα τι να πει ότι δεν έχει τηλέφωνο;

Έδωσε το τηλέφωνο της σπιτονοικοκυράς, εκείνη που είχε το ερείπιο που ζούσαν, θυμάστε; Εκείνη όταν το έμαθε δέχτηκε να τους εξυπηρετήσει. Έτσι, θα πλήρωναν και τα ενοίκια που της χρωστούν. Αλλά τι ενοίκιο να πληρώσεις σε ένα σπίτι που είναι ετοιμόρροπο, που το βλέπει ο ήλιος και το πλημμυρίζει η βροχή; Είτε κατοικούσαν μέσα, είτε έξω, ένα και το αυτό. Βολεύτηκαν πολύ στο σταθμό. Εκεί τουλάχιστον ήτανε ζεστά.

Ήταν παραμονή Χριστουγέννων. Η πλάση όλη γιόρταζε την γέννηση του θεαθρώπου. Ο Αλέξης πήγε να αγοράσει κάτι να φάνε, διότι είχαν πια χρήματα. Συνέβαλε ο Λάζαρος πολύ σ’ αυτό. Το συσσίτιο πια το έχασαν, διότι ο Γιάννης πήγε μετά την επιτυχία τους να δηλώσει ότι μπορούνε πια να συντηρηθούν μόνοι τους και να το δώσουν σε κάποιον άλλο που το έχει πραγματικά ανάγκη. Μετά πέρασε από τον εκδοτικό οίκο να μάθει τι έγινε; Θα δημοσιευτεί το έργο του;
Ο Λάζαρος μαζί με τον Νίκο το βράδυ θα πηγαίνανε για πρώτη φορά σ’ ένα τηλεοπτικό σταθμό για να μάθει ο κόσμος το νέο αστέρι που γεννιέται και να ακούσει τα νέα του τραγούδια. Την παρουσίαση της εκπομπής θα την έκανε ο Νίκος. Εκεί που έπιασε τις παρτιτούρες είδε με αυτόματη γραφή να προστίθενται μόνα τους και να αφαιρούνται κάποια λόγια. Τα αποστήθισε και είδαν ότι τα νέα τραγούδια ήταν καλύτερα από τα πρώτα. Τι έγινε, δεν ήξερε να πει. Αφού τα ενέκριναν, αυτό είχε σημασία. Το Μάρτιο θα είχε το δικό του δίσκο. Με την αυτόματη γραφή γράφτηκαν τα τραγούδια που υπολείπονταν και μάλιστα ήταν ένα είδος μουσικής που άρεσε στον παραγωγό και του είπε ότι θα του κάνει αύξηση, διότι φοβόταν μην τον πάρει καμιά άλλη δισκογραφική εταιρεία, τόσο πολύτιμος που ήταν. Αυτό ο Λάζαρος το εκμεταλλεύτηκε στο έπακρον, με αποτέλεσμα ο παραγωγός να βάλει βαθιά το χέρι στη τσέπη.

Ο Γιάννης έφτασε πολύ χαρούμενος. Ο εκδότης δέχτηκε να του εκδώσει το μυθιστόρημα, αλλά διαβάζοντας το ξανά είδε ότι πρόσθεσε κάποια χωρία που δεν σκέφτηκε ότι έπρεπε να μπουν. Ο Γιάννης νόμιζε ότι τα πρόσθεσε ο εκδότης, αλλά όταν είδε το αρχικό του κείμενο στο κομπιούτερ τρελάθηκε.

– Θεέ μου, εγώ τα έγραψα; Πότε, δεν το θυμάμαι. Εδώ κάτι μεταφυσικό κρύβεται.

– Αυτό το πρόσεξα και στα δικά μου τραγούδια. Είπε ο Λάζαρος.

– Εγώ τι να πω, οι μουτζούρες μου έγιναν πίνακες που έδειχναν το μέλλον σας, είπε ο Στράτος.

– Αν δηλαδή ο Αλέξης καταπιαστεί με την γλυπτική και ο Νίκος με τη δημοσιογραφία θα πετύχουν.

– Ο Αλέξης δεν είναι καλά ψυχολογικά. Από τότε που είδε τον εαυτό του σε κρεβάτι διασωληνωμένο πιστεύει ότι θα πεθάνει.

– Όμως εγώ θα του φέρω πηλό και μάρμαρο και θα του φτιάξω τη ψυχολογία.

– Το μέλλον μπορούμε να το αλλάξουμε, δεν το ξέρετε; Είπε ο Λάζαρος.

– Το μέλλον δεν αλλάζει δυστυχώς. Παίρνεις τον αντίθετο δρόμο και κάτι σε φέρνει στον άλλο. Ακόμα και η ελεύθερη βούληση δεν σε οδηγεί σε άλλο δρόμο, αλλά σε φέρνει σε εκείνο το σημείο. Το έχω παρατηρήσει.

Πέρασε η ώρα και ο Αλέξης δεν επέστρεφε. Εκείνοι άρχισαν να ανησυχούν πραγματικά. Δεν τον είχαν βρει. Μήπως εκείνο το μέλλον που είδαν επαληθεύτηκε; Δεν ήθελαν με τίποτα να το πιστέψουν.

Σε λίγο τον είδαν να έρχεται χαρούμενος.

– Τι έγινες βρε Αλέξη, μας έφαγε η αγωνία.

– Πήγα σε ένα μαγαζί και πήρα είδη γλυπτικής, δεν σας έφερα τίποτα να φάτε, συγνώμη. Έπρεπε να φτιάξω κάποια έργα. Στο ερειπωμένο μας σπίτι θα τα δείτε να εκτίθενται. Πιστεύω, ότι θα μοσχοπουληθούν. Ελάτε να τα δείτε.

– Βλέπω τη ζωή μας ν’ αλλάξει και το πρόσεξα από εκείνη την ημέρα που έκανα εκείνη την ευχή στο στρογγυλό πράγμα με τα φωτάκια γύρω γύρω.

– Δεν επήγαμε τελικά να δούμε τι είναι.

– Ό,τι κι αν είναι μας έκανε μεγάλο καλό, δεν συμφωνείτε;

Όταν πήγαν να τα δουν ο Αλέξης σταυροκοπιόταν.

– Αυτά τα κόκκινα αγαλματάκια δεν τα έφτιαξα εγώ, το ορκίζομαι παιδιά. Είναι καταπληκτικά. Τα άλλα είναι τα δικά μου, τα μαύρα. Θα τρελαθώ, κάποιος μου παίζει ένα περίεργο παιχνίδι.

– Ό ίδιος ακριβώς παίζει και σε μας το ίδιο παιχνίδι. Εγώ θα φτιάξω κι άλλα έργα και θα ανοίξω γκαλερί. Εκεί μέσα μπορείς να βάλεις κι εσύ τα γλυπτά σου. Είπε ο Στράτος.

Την Πρωτοχρονιά οι πέντε φίλοι πήγαν στα μπουζούκια και ευχαριστήθηκαν. Ο Λάζαρος ακόμη δεν έπιασε δουλειά σε κέντρο κι έτσι άκουγε τους άλλους τραγουδιστές. Σε μια στιγμή, ο τραγουδιστής ζήτησε από τον Λάζαρο να ανέβει στην πίστα και το τι έγινε στο κέντρο κανείς δεν μπορούσε να το φανταστεί. Ο κόσμος παρασύρθηκε στους ρυθμούς του. Ο ιδιοκτήτης του κέντρου του πρόσφερε δουλειά. Έτσι ο εν λόγω τραγουδιστής θα είχε το λαϊκό μέρος και το νεανικό θα ήταν αρμοδιότητα του Λάζαρου. Η ζωή του έβλεπε να αλλάζει και δεν μπόρεσε να το πιστέψει.

Στα μέσα Ιανουαρίου τυπώθηκε και το βιβλίο του Γιάννη. Ο Γιάννης στο μεγαλύτερο βιβλιοπωλείο της πόλης καθόταν σε περίοπτη θέση και υπέγραφε αυτόγραφα. Ανάμεσα στις θαυμάστριες ήταν μια κοπέλα που τον έβλεπε και αναστέναζε. Ήταν η αδερφή της νύφης. Εκείνος τη γνώρισε και της χαμογέλασε. Κι εκείνη δεν μπόρεσε να τον ξεχάσει. Άλλωστε, από τότε δεν πέρασε πολύς καιρός.

– Τι θα γράψουμε εδώ, τι όνομα;

– Ελεονόρα.

– Στην αγαπημένη μου θαυμάστρια Ελεονόρα…. Θα σε ξαναδώ;

– Έτσι γράφεις; Είπε γελώντας

– Όχι, αυτό το ρωτάω εγώ.

Εκείνη του έδωσε το τηλέφωνό της και απόμενε να την κοιτάζει. Όλες του μιλούσαν να τις δει, αλλά αυτός δεν είχε μάτια παρά μονάχα γι’ αυτήν.

Τον Απρίλιο ο Αλέξης αγόρασε κινητό αλλά κανείς ακόμα δεν ήξερε το νούμερό του, τι περίεργο έλαβε μια κλήση.

– Είστε ο κύριος Αλεξίου;

– Ο ίδιος.

– Είμαι αυτός που σε έφτασε στο σημείο που βρίσκεσαι. Είναι δικά μου τα κόκκινα αγαλματάκια. Αυτά θα τα μοσχοπουλήσεις και θα πάρεις τα μισά. Τα άλλα μισά απ’ τα κέρδη μου ανήκουν.

– Ποιος είσαι, πού πρέπει να σε βρω;

– Έλα στη χωματερή, εκεί θα βρίσκομαι. Μόλις καταφέρεις  να τα πουλήσεις εκεί θα βρίσκομαι  και θα σε περιμένω. Επειδή παρακολουθώ τη ζωή σου, θα μου φέρεις τα μισά. Ούτε περισσότερα, ούτε λιγότερα.

– Είστε παράξενος, το ίδιο και η φωνή σας.

– Δεν πιστεύω να φοβάσαι!

– Αν δεν έρθω τι θα κάνεις;

– Θα τα πάρω πίσω και αυτά, και τη δύναμή σας. Θα γίνετε πειναλέοι όπως και πριν. Τι αντιδράς; Άλλωστε, θα κερδίσεις πολλά έτσι. Αυτό θα γίνει μόνο μια φορά. Μετά όλα τα κέρδη θα μείνουν σε σένα. Θέλω να δω πόσο κρατάτε το λόγο σας. Αν εμπιστεύτηκα τα σωστά πρόσωπα.

– Και τι θα κερδίσετε;

– Έχουμε κάνει κλήρωση και θα κρατήσουμε για να μελετήσουμε κάποιον από σας. Είμαστε κάτοικοι του πλανήτη Χ. Πολλά έτη φωτός μακριά από τη γη. Είμαστε αθάνατοι  για τον δικό μας πλανήτη, γι’ αυτό καταφέραμε να φτάσουμε τόσο μακριά. Είμαι ανθρωπολόγος και θέλω να κάνω μια έρευνα. Τη ζητά το πανεπιστήμιό μου. Οι σκοποί μου είναι ειρηνικοί. Δεν θα σας πειράξουμε. Εσύ κληρώθηκες και για λίγο καιρό θα μείνεις κοντά μας. Μετά θα φύγεις, θα φύγουμε και δεν θα σε ξαναενοχλήσουμε. Αυτό είναι το τίμημα της ευχής που έκανε ένας από σας.

– Και γιατί δεν παίρνετε αυτόν που έκανε την ευχή και πρέπει να έρθω εγώ;

– Πάψε! Αυτός είναι ο νόμος μας, εσύ είσαι ο εκλεκτός μας, λοιπόν, θα έρθεις;

– Θα έρθω, τι να κάνουμε; Αφού δεν γίνεται αλλιώς!

– Είσαι λογικός, γι’ αυτό θα πας μπροστά κι εσύ και οι άλλοι.

Ο Αλέξης θυμήθηκε το σκίτσο του Στράτου. Θα γινόταν πείραμα στα χέρια των εξωγήινων. Τώρα, τι έπρεπε να κάνει; Έπρεπε να μιλήσει στους άλλους. Τίποτα τελικά δεν γίνεται χωρίς τίμημα και τώρα το ήξερε καλά αυτό.

Ο Αλέξης τελικά δεν το συζήτησε με τους άλλους. Δεν ήθελε να τους χαλάσει την ηρεμία. Έβλεπε το Στράτο να ζωγραφίζει. Το Γιάννη να κρατά την Ελεονόρα αγκαλιά και να ετοιμάζουν το γάμο τους, τον Νίκο να ετοιμάζει τις ερωτήσεις για τη συνέντευξη που επρόκειτο να πάρει και τον Λάζαρο, αφού πουλήθηκαν όλοι οι δίσκοι του, να ετοιμάζεται να πάει στην Αυστραλία για μια περιοδεία. Όλα έγιναν όπως τα ζωγράφισε ο Στράτος. Εκείνη την ημέρα ο Στράτος βρισκόταν σε έκσταση όταν ζωγράφιζε. Τώρα τον έβλεπε να ζωγραφίζει ζώα, τοπία, ηλιοβασιλέματα κ.λ.π. συγκεντρωμένος με ιδιαίτερη μαεστρία. Μια μέρα, τη μέρα που θα πουληθούν τα αγαλματάκια του, θα έφευγε χωρίς να τους πει τίποτα. Ευχόταν να αργήσει να έρθει αυτή η μέρα, αλλά δυστυχώς η ευχή του δεν έπιασε. Ήταν τόσο όμορφα και καλοδουλεμένα, που άμεσα πουλήθηκαν και μάλιστα δεν έφτασαν για όλους. Μάζεψε 50.000 ευρώ και σε ένα βαλιτσάκι τοποθέτησε τα 25.000 ευρώ για να τα πάρει ο εξωγήινος. Όλα ήταν έτοιμα για να γίνει αυτή η συνάντηση. Όλοι πρόσεξαν ότι ο Αλέξης δεν τρώει, σχεδόν δεν μιλά και είναι κλεισμένος στον εαυτό του. Δεν τόλμησαν να ρωτήσουν τι έχει. Δεν ήξεραν ότι απόψε έπρεπε να θυσιαστεί και να πέσει στα χέρια των τρελών που θα τον έκαναν δικό τους. Δεν  τους μίλησε γι’ αυτό.

— Ας ήμουν φτωχός και ας ήμουν πειναλέος! Θα ήμουν ευτυχισμένος. Δεν μου έφτανε το φαγάκι μου, ήθελα τα πλούτη. Φάε πλούτη τώρα! Φάε!

Το επόμενο κιόλας πρωί έφτασε στο ακριβές σημείο που έδωσαν ραντεβού με τον εξωγήινο κρατώντας σε μια βαλιτσούλα τα λεφτά και υπήρχε απόλυτη ερημιά. Δεν είδε κανέναν, παρά μονάχα βουναλάκια από σκουπίδια και ένιωσε μια δυσάρεστη μυρωδιά να απλώνεται στο χώρο.

– Φίλε ήρθα όπως σου υποσχέθηκα, που είσαι;

– … Δεν του απάντησε κανένας και θεώρησε πως ήταν φάρσα και ήταν έτοιμος να φύγει.

Είδε όμως κάτι που τον έκανε να ανατριχιάσει και να ακινητοποιηθεί. Ο ήλιος χάθηκε και το τοπίο έγινε μαύρο και γύρισε το βλέμμα του στον ουρανό. Είδε έναν ιπτάμενο δίσκο να χαμηλώνει και στο τέλος έφτασε στο έδαφος. Μια πορτούλα είδε να ανοίγει και μια φωνή να του λέει:

– Μπες γρήγορα μέσα, γιατί θα μπουν μικρόβια στο σκάφος και θα πεθάνουμε.  Αν έρθουμε σε επαφή με τα μικρόβια της γης θα χάσουμε την αθανασία που μας προσφέρει ο δικός μας πλανήτης. Εκείνος είδε να ανάβουν τα ροζ  φώτα και μια ανεμόσκαλα φάνηκε στο χώρο. Την ανέβηκε και είδε ένα κακομούτσουνο ανθρωπάκι να τον καλωσορίζει στον χώρο και να του λέει:

– Βλέπω έφερες τα λεφτά.

– Μάλιστα, μετρημένα ένα προς ένα. Είναι 25.000 ευρώ

– Πάρ’ τα σου ανήκουν. Είναι η πληρωμή σου για να μείνεις για 3 μέρες κοντά μας.

– Πολλά δίνετε για τρεις μέρες.

– Μη βιάζεσαι να χαρείς, για τον πλανήτη μας είναι 3 μέρες για τη γη να κάνω τον υπολογισμό..,… είναι 300 μέρες, σχεδόν ένας χρόνος. Τόσο θα μείνεις κοντά μας.

– Γιατί διαλέξατε εμένα;

– Διότι μας άρεσες.

– Είμαι καταδικασμένος λοιπόν να μείνω πειραματόζωό σας.

– Μην το βλέπεις έτσι. Δεν θέλαμε να σου το πούμε, αλλά αυτό θα γίνει. Οι άλλοι είναι υγιέστατοι, εσύ είσαι πολύ άρρωστος και δεν το ξέρεις. Είμαστε από τον πλανήτη Χ γιατροί. Στον πλανήτη μας ο καρκίνος του παχέως εντέρου είναι ιάσιμος. Κάτι που στο δικό σας δεν είναι ακόμα. Είμαστε τεχνολογικά και ιατρικά ανώτεροι. Αν μείνεις, θα σου κάνουμε κάποιο δώρο. Ή ένα ρομπότ που θα σε βοηθάει, ό,τι του ζητήσεις θα στο κάνει, αλλά να ξέρεις ότι αν πάει νερό πάνω του δεν αντέχει. Θα το τρίβεις μόνο με ένα στεγνό σφουγγαράκι. Αν όμως δεν θέλεις το φίλο μας θα εμφυτεύσουμε σε σένα τις δυνάμεις του και θα ξεχωρίζεις από όλα τα πλάσματα της γης.

– Είμαι άνθρωπος. Δεν θέλω να ξεχωρίζω.

– Πολύ ωραία. Θα γίνει το πρώτο. Ανάψτε την οθόνη να δούμε τι κάνουν οι άλλοι.

– Ανησυχούν αρχηγέ. Έχουν ξεσηκωθεί να τον ψάξουν.

– Να πάρει η οργή! Αυτό δεν το υπολογίσαμε. Λοιπόν φίλε, θα μου κάνεις μια χάρη. Θα πας και θα τους δώσεις αυτό το ποτό να σε ξεχάσουν.

– Δεν θα με ξεχάσουν για πάντα ε;

– Μην είσαι ανόητος! Θα  σε ξεχάσουν για ένα έτος γήινο περίπου. Για να κάνουμε ανενόχλητοι τη δουλειά μας. Μετά θα επανέρθεις στον κόσμο, θα επιστρέψεις στον πλανήτη σου  και θα σε  θυμηθούν.  Τώρα, θα τους κεράσεις και θα γυρίσεις πίσω. Δεν σε συμφέρει να μη γυρίσεις. Θα πεθάνεις! Θα χάσετε τις δυνάμεις σας!!! Δυνάμεις  και ταλέντα που σας προσφέραμε εμείς.

– Είστε πολύ καλοί θα γυρίσω. Θα μείνω κοντά σας όσο θέλετε.

– Τώρα μιλάς λογικά.

– Λύστε μου μια απορία. Πώς  ξέρετε ελληνικά και πώς μιλάτε, αφού δεν έχετε στόμα;

– Συνεννοούμαστε με τον εγκέφαλο. Έχουμε έναν μεταφραστή εμφυτευμένο και μιλάμε όλες τις γλώσσες.

– Κατάλαβα. Λέω μια πρόταση, μεταφράζεται στη γλώσσα σας αυτόματα και το αντίθετο γίνεται όταν μιλάτε εσείς.

– Ναι, έτσι ακριβώς γίνεται η συνεννόησή μας. Πήγαινε να κάνεις όσα σου ζητήσαμε και σε παρακαλώ ως το βράδυ να είσαι εδώ για να αρχίσουμε τη θεραπεία.

– Ο Γιάννης παντρεύεται τον Ιούνιο. Δεν θα είμαι στο γάμο του;

– Αφού θα του δώσεις το ποτό δεν θα σε θυμάται. Θα ανάψουμε την οθόνη και θα τον δεις σε ζωντανή μετάδοση ξαπλωμένος. Όταν σε θυμηθεί θα του εμφυτεύσουμε  τη σκέψη ότι ήσουν εκεί για να μη θυμώσετε. Άστα όλα πάνω μας.

– Καταπληκτικό! Πώς μπορέσατε να φτάσετε τόσα έτη φωτός μακριά;

– Δεν είμαστε θνητοί. Γινόμαστε όμως όταν πατήσουμε στο γήινο έδαφος.

– Νικήσατε το θάνατο;

– Ναι. Δεν γεννιόμαστε όμως πια. Όσοι μείναμε -μείναμε.

– Λειτουργείτε αντίθετα με μάς.

– Έχουμε και κοινά και διαφορές. Όλο τον καιρό που θα είσαι μαζί μας θα μάθεις πολλά για μας και θα μάθουμε για σένα. Η πραγματική αιτία που σε θεραπεύουμε, είναι διότι χρειαζόμαστε κάποια στοιχεία για το ανθρώπινο γένος. Θέλουμε να συντάξουμε μια έκθεση με θέμα την ανθρώπινη υγεία, την κατασκευή σας, και τις ιδιοτροπίες σας.

– Πότε πρέπει να φύγω;

– Τώρα αμέσως θα πας. Αύριο το πρωί, τέτοια ώρα, θα είσαι πάλι εδώ.

– Θα είμαι, να είστε σίγουροι. Τους είπε και τον άφησαν στο μέρος που τον βρήκαν.

Ο Αλέξης είδε στη γνωστή καφετέρια καθισμένους το Γιάννη με την Ελεονόρα, το Στράτο και το Νίκο ο Λάζαρος έλειπε.

– Καλώς τα τα παιδιά!

– Τι έγινες παιδάκι μου, τι απάθεια είναι αυτή, ανησυχούσαμε για σένα. Πού ήσουν όλη τη νύχτα; Έτσι κάνουν οι φίλοι;

– Είχα κάτι δουλειές να τελειώσω. Πού είναι ο Λάζαρος;

– Πήγε να βγάλει το εισιτήριό του, το βράδυ φεύγει στην Αυστραλία. Θα έρθει από ώρα σε ώρα.

– Θα σας κεράσω κάτι τώρα που γύρισα. Δεν θέλω να το αρνηθείτε.

– Οτιδήποτε είναι από σένα είναι καλοδεχούμενο.

– Θα περιμένω να έρθει και ο Λάζαρος.

– Ναι, αυτό είναι το σωστό.

Ο Αλέξης, όταν επέστρεψε κι ο Λάζαρος,  πήγε να πάρει τυρόπιτες και μοίρασε το ποτό σε 5 μερίδες. Έχυσε το ποτό μέσα στο τυρί και το έκανε ένα σώμα. Οι τυρόπιτες έγιναν ροζ, αλλά σε κλάσματα δευτερολέπτου οι τυρόπιτες ξαναπήραν το φυσικό τους χρώμα. Θα έδινε μία στην Ελεονόρα και τις υπόλοιπες στους τέσσερις φίλους του. Εκείνος δεν επιτρεπόταν να δοκιμάσει. Πήρε μια σκέτη τυρόπιτα για τον εαυτό του για να φανεί ότι κάτι τρώει κι αυτός.  Όλοι έφαγαν και ήθελαν κι άλλη. Μόλις τις έφαγαν εκείνος πέρασε από μπροστά τους, κάθισε στο τραπέζι τους για να τους δοκιμάσει και η Ελεονόρα ρώτησε.

– Ποιος είσαι κύριε που κάθισες στη θέση μας;

– Δεν με γνωρίζετε;

– Άντε στρίβε! Είπε ο Νίκος και εκείνος χαμογελαστός έφυγε από κοντά τους και έμεινε σε ένα ξενοδοχείο,  για να πάει στο μέρος που τον περίμεναν οι εξωγήινοι το επόμενο πρωί.

Εκείνοι συζητούσαν στη γλώσσα τους.

— Καλά, γιατί του είπαμε τέτοιο ψέμα ότι πάσχει από καρκίνο; Γιατί δεν του είπαμε την αλήθεια ότι κληρώθηκε να είναι το πειραματόζωό μας;

— Βρε ανόητε αν του λέγαμε την αλήθεια δεν θα ήθελε να έρθει.

— Και αν πάνω στην απελπισία του πάει σε κάποιο νοσοκομείο να κάνει πραγματικές εξετάσεις, ποια θα είναι η θέση μας;

— Δεν θα το κάνει. Αν μάθει ότι δεν είμαστε γιατροί, αλλά ανθρωπολόγοι θα τιναχτεί το σχέδιο όλο στον αέρα.

— Θα ρωτήσουμε το ρομπότ που βλέπει το μέλλον.

— Φί-λοι μου εί-ναι   σ’ έ-να     ξε-νο-δο-χείο    και   α-να-παύ-ε-ται.                       Δεν σκέ-φτη-κε    κα-θό-λου    να    πά-ει στο    νο-σο-κο-μεί-ο   για     ε-ξε-τά-σεις. Το μέλ-λον   του    εί-ναι    κο-ντά μας. Θα    έρ-θει. Μην    α-νη-συ-χεί-τε.              Θα  μεί-νει για 3    μέ-ρες    δι-κές   μας,    ό-πως    συμ-φω-νή-σα-με.

— Δεν μπορούμε να τον κάνουμε μόνιμο κάτοικο του πλανήτη μας;

— ΕΙ-ΣΤΕ     Α-ΝΟ-Η-ΤΟΙ!     ΕΙ-ΝΑΙ     ΘΝΗ-ΤΟΣ   ΔΕΝ   ΘΑ       ΑΝΤΕ-ΞΕΙ   ΤΟ-ΣΗ       ΔΙΑ-ΔΡΟ-ΜΗ.      ΤΟ      ΒΙΟ-ΛΟ-ΓΙ-ΚΟ       ΤΟΥ       ΡΟ-ΛΟ-Ι      ΕΙ-ΝΑΙ ΠΡΟ-ΣΑ-ΡΜΟ-ΣΜΕ-ΝΟ    ΜΕ ΤΙΣ     ΣΥΝ-ΘΗ-ΚΕΣ     ΤΗΣ ΓΗΣ!!! Είπε οργισμένο το ρομπότ.

— Συγνώμη

— Να    έ-χε-τε     υ-πο-μο-νή!

—Εγώ όμως του είπα την αλήθεια όταν του τηλεφώνησα ποιοι είμαστε και τι θέλουμε και πάλι ήρθε. Δεν χρειαζόταν να μεταχειριστείτε αυτό το ψέμα.

— Βρε ηλίθιε, γιατί δεν μας το είπες; Απορώ μαζί του πώς δεν μας είπε ότι άλλα λέτε στο τηλέφωνο άλλα τώρα;

— Έχει χαρακτήρα ο άνθρωπος. Δεν ήθελε να μας προσβάλλει.

— Όχι, βλέποντας τι γκάφα έκανα,  προσπάθησα μόνος μου να τον κάνω να ξεχάσει τι ακριβώς του είπα στο τηλέφωνο.

— Παλικάρι μου!

Έσβησαν το ρομπότ και τον περίμεναν. Δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα άλλο, παρά να περιμένουν. Τώρα ηρέμησαν, ήξεραν ότι είχε την επιθυμία να ζήσει και η ζωή του μετρούσε περισσότερο απ’ όλα, όποιο κι αν ήταν το τίμημα.

Το σκηνικό επαναλήφθηκε για ακόμη μια φορά. Ο Αλέξης πήγε στο σκάφος τους και έμεινε για 1 χρόνο μαζί τους. Έμαθε πολλά για τις συνήθειές τους, για τις σκέψεις τους και εκείνοι έγραψαν ένα βιβλίο για τις συνήθειές του. Όλο του έλεγαν ότι κοντεύει η θεραπεία και ότι θα γίνει καλά. Όπως του υποσχέθηκαν είδαν τον γάμο του φίλου του κι εκείνοι έγραψαν ορισμένες πληροφορίες για την έγγαμη ζωή των ζευγαριών και τους μίλησε για το σεξ. Μάλιστα οι εξωγήινοι έβλεπαν την σεξουαλική ζωή του ζευγαριού από την οθόνη τους χωρίς εκείνοι και ο Αλέξης να το γνωρίζουν. Είδαν το Λάζαρο να κάνει καριέρα στην Αυστραλία, έπειτα στην Αμερική. Είδαν το μέλλον του Στράτου που δεν το κοινοποίησα, γιατί είναι μια έκπληξη. Ο Στράτος άνοιξε μια γκαλερί, την οποία είχε μόνος του. Τότε γνώρισε μια συνάδερφό του από την Ολλανδία. Έμαθε Ολλανδικά και την παντρεύτηκε. Ο Αλέξης έφυγε από το διαστημόπλοιο, αλλά δεν πήγε πια να βρει τους φίλους του. Δεν ήξερε άλλωστε, πού μπορούσε να τους βρει. Έφτιαξε τη ζωή του κι αυτός. Δεν παντρεύτηκε, αλλά συζούσε με μια κοπέλα που ήταν κατά του γάμου, αγόρασε ένα μεγάλο σπίτι με πισίνα και ζούσε με το ρομπότ που του χάρισαν οι εξωγήινοι. Ο Νίκος έκανε δική του εκπομπή στην τηλεόραση και παντρεύτηκε μια τηλεπαρουσιάστρια. Ξέχασα κανέναν; Δεν νομίζω!

Είδαν ότι άλλαξε η ζωή τους. Και μαζί και χώρια κατάλαβαν ότι δεν ήταν πια αποτυχημένοι. Απλά, δεν ήξεραν τι έπρεπε να κάνουν. Ενώ ήξεραν ότι ήταν αθάνατοι για τον πλανήτη τους, δεν τους εκμεταλλεύτηκαν καθόλου να τους πάρουν μικρόβια και να τους σκοτώσουν, γιατί τους έκαναν μεγάλο καλό.  Κι εκείνοι κράτησαν το λόγο τους κι έφυγαν την ημέρα που ορίσανε να γίνει αυτό.  Ξέχασα να πω ότι κάθε φορά που έμπαινε ο γήινος, όπως τον έλεγαν στο διαστημόπλοιο, έμπαινε σε θάλαμο απολύμανσης απο τα μικρόβια πριν τον δουν.  Ναι, ήξεραν ότι ήταν η μόνη αδυναμία τους. Χωρίς αυτούς, θα ήταν ασήμαντοι. Οι γνώσεις από εδώ και πέρα ήταν πια δικές τους. Εκείνοι έκαναν την αρχή, αλλά από εκεί και πέρα απέκτησαν την εμπειρία και ό,τι δημιούργησαν ήταν μόνο από το δικό τους κεφάλι και οι εξωγήινοι πήραν αυτό που ήθελαν. Δεν τους βγήκε όμως σε κακό. Θα μπορούσε να γίνει το αντίθετο, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία που δεν θα ήθελα να τη διηγηθώ,  διότι ήθελα να  έχει καλό τέλος.

 

Οι αποτυχημένοι

Αφήστε μια απάντηση

Πριν αφήσετε κάποιο σχόλιο διαβάστε τα εξής:

 
  • - Τα σχόλια σας θα πρέπει να εγκριθούν από τους διαχειριστές της ιστοσελίδας πριν δημοσιευτούν.
  • - Παρακαλούμε χρησιμοποιήστε Ελληνικούς χαρακτήρες, σχόλια γραμμένα σε greeklish δεν θα εγκρίνονται.
  • - Όνειρα που βλέπετε Σάββατο βράδυ προς ξημερώματα Κυριακής δεν θα εξηγούνται. Αν σ' αυτή την ημερομηνία γράφετε όνειρα άλλων ημερών αυτό υποχρεωτικά πρέπει να επισημαίνεται, για να λαμβάνουν απάντηση και τα όνειρα αυτά. Όταν όμως γράφετε όνειρα με Κυριακάτικη ημερομηνία και είναι άλλων ημερών, πρέπει να γίνεται υποχρεωτική επισήμανση αυτού, ώστε να παίρνουν άμεσα απάντηση, αποφεύγοντας την ερώτηση αν είναι Κυριακάτικο. Όταν δεν υπάρχει επισήμανση, θα θεωρούνται Κυριακάτικα και δεν θα παίρνουν απάντηση.
  • - Όνειρα που βλέπετε Σάββατο βράδυ προς ξημερώματα Κυριακής δεν θα εξηγούνται.
  • Διαβάστε τους όρους χρήσης μας
  • - Να είστε υπομονετικοί, οι χρήστες που απαντούν στα σχόλια σας είναι εθελοντές και θα σας απαντήσουν μόλις μπορέσουν.
  • -Παρακαλούμε διαβάστε τους παραπάνω όρους πριν καταχωρήσετε κάποιο σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο