Το παραμύθι αυτό είναι δικό μου.

Σήμερα οι νεράιδες άρχισαν το χορό. Το σκοτάδι έπεσε βαθύ στην πλάση.
Σε λίγο πρόβαλε στον ουρανό το ολόγιομο φεγγάρι, και έλουσε την λίμνη τους με το φως του. Ο φλοίσβος των κυμάτων έπαιζε το δικό του ρυθμικό τραγούδι, και το θρόισμα των φύλλων έσπαγε την καλοκαιρινή ζέστη και έδινε στη φύση λίγη δροσιά. Ήταν Αύγουστος.

Ναι, ήταν μια καλοκαιριάτικη νύχτα που κανείς άνθρωπος δεν μπόρεσε να αντιληφθεί και να νιώσει. Ησυχία απλώθηκε στο δάσος. Όλες οι νεράιδες έκαναν ένα κύκλο και με τα φτερά τους έκαναν μαγικούς ρυθμούς και με τα πόδια τους μαγικές φιγούρες. Στην μέση του κύκλου έβαλαν την μικρή Σοράγια,  η οποία τις ακολουθούσε και τα ξέπλεκα μαλλιά, που έπεφταν στα μάτια, δυσκολεύοντας την ορατότητά της, όμως λίγο την ένοιαζε. Σημασία είχε ότι διασκέδασε απόψε μέχρι το πρωί.

Απόψε υπήρχε μια απόλυτη ησυχία στη λίμνη που σύχναζαν μέσα στο δάσος, παίζοντας το ίδιο πάντα τραγούδι, τον ίδιο πάντα ρυθμικό σκοπό. Όμως, όλες οι νεράιδες δεν ήταν όμοιες. Ναι, ξεχώριζε μια, η μικρή Σοράγια. Όχι μόνο σε ηλικία και ομορφιά, αλλά είχε κάτι διαφορετικό από αυτές, είχε δύο φύσεις.

Η μικρή Σοράγια αντίκρισε για πρώτη φορά τη ζωή μέσα στη σπηλιά των νεράιδων. Εκείνη ήταν μισή νεράιδα, μισή άνθρωπος. Η ιστορία των γονιών της άρχισε πριν μερικά χρόνια όταν ένα παλικάρι του χωριού άρπαξε τη μητέρα της από την οικογένειά της κρυφά και μετά την ένωση τους γεννήθηκε εκείνη. Το ζευγάρι αυτό αγαπήθηκε πάρα πολύ δυνατά, έτσι τουλάχιστον πίστευαν ως εκείνη τη στιγμή, αφού για χάρη του η νεράιδα αρνήθηκε την νεραιδένια φύση της και αποφάσισε να γίνει ένας θνητός άνθρωπος, αλλά αυτή η απόφασή της ήταν και η καταδίκη της…
Ποτέ της δεν μπόρεσε με το παιδικό της μυαλό, η Σοράγια, να καταλάβει αν ήταν άνθρωπος ή νεράιδα. Ο πατέρας της έφυγε και η μητέρα της διαλέγοντας την ανθρώπινη φύση κακογέρασε. Χάθηκε η πηγαία ομορφιά. Βλέποντας την θωριά αυτή ο πατέρας της την αηδίασε και την εγκατέλειψε. Η μητέρα της πέθανε από τον καημό της, αφήνοντας τη Σοράγια μόνη. Το άτυχο μωράκι ανέλαβαν να μεγαλώσουν οι νεράιδες με όλη τη στοργή και την αγάπη τους. Υποσχέθηκε στον εαυτό της να μείνει για πάντα νεράιδα, για να μην έχει το άσχημο ριζικό της μητέρας της.

Η μικρή Σοράγια σώπασε ξαφνικά. Άκουσε κάποιο ήχο να πλησιάζει στο χώρο. Αυτός ο ήχος ακουγόταν εκκωφαντικός. Σταμάτησε το χορό στη μέση και το παράδειγμά της ακολούθησαν και οι άλλες. Τι άκουσε η μικρή Σοράγια; Αναρωτιόντουσαν. Σε λίγο ο ήχος ήταν πιο δυνατός, και άρχισε να φτάνει στα αυτιά μόνο της Σοράγιας. Η ανθρώπινη φύση της τη βοηθούσε να έχει αισθήσεις που εκείνες δεν είχαν. Εκείνη ξάπλωσε τρομαγμένη σε ένα κλαδί, άνοιξε τα φτερά της και προσπαθούσε να κάνει μεγαλύτερο θόρυβο, ώστε να σπάσει τη δύναμη του ήχου που δεν ήξερε από πού προερχόταν. Σε λίγο φάνηκε μπροστά τους ένα αυτοκίνητο και εκείνες πήγαν φοβισμένες να κρυφτούν, αλλά ξαφνικά τα φτερά της νεραιδούλας χάθηκαν και μετατράπηκε σε ένα φυσιολογικό παιδί, που δεν ξεχώριζε από τα άλλα.

Έμεινε ξαπλωμένη στο κλαδί της και παρατηρούσε το αυτοκίνητο να σταματάει στη λίμνη. Δεν μπόρεσε να δει ποιος οδηγάει, αλλά γνώρισε σαν συνεπιβάτη τον πατέρα της. Αυτόν τον άνθρωπο που μισούσε όσο τίποτα άλλο στον κόσμο. Αυτόν, που ήθελε να πληρώσει ακριβά όσα της έκανε. Αυτόν που της στέρησε την αγαπημένη της μανούλα. Εκείνος δεν γνώριζε την ύπαρξή της. Ευτυχώς, γεννήθηκε πριν η μητέρα της αποφασίσει να γίνει άνθρωπος, αλλιώς δεν θα μπορούσε να γεννήσει στην ανθρώπινη ηλικία που βρισκόταν, αυτό ήταν αδύνατον. Την ημέρα που θα του ανακοίνωνε ότι γεννήθηκε, εκείνη έγινε άνθρωπος. Δεν πρόλαβε να του ανακοινώσει ότι έχει μια κόρη, μια κόρη που την ύπαρξη της αγνοεί. Θεέ μου, τι ήθελε αυτός στην λιμνούλα της και γιατί τρόμαξε τις φίλες της μητέρας της; Ήθελε να τον ρωτήσει πολλά, αλλά τα δάκρυά της που κυλούσαν σαν ποτάμι δεν της επέτρεψαν να σκεφτεί κάτι περισσότερο να κάνει. Έμεινε εκεί, παγιωμένη στη θέση της και περίμενε να δει τι θα κάνει. Έπρεπε να της δώσει κάποιες εξηγήσεις. Έπρεπε να μάθει γιατί εγκατέλειψε τη μάνα της. Δεν μπορεί να έχει πέτρινη καρδιά. Κάτι άλλο κρύβεται, κάτι που έπρεπε οπωσδήποτε να μάθει. Αυτή την εκδοχή την άκουσε από τις νεράιδες. Έπρεπε όμως να μάθει και την άλλη πλευρά, να κρίνει ποια είναι η αλήθεια. Και αυτό θα επεδίωκε. Αυτή τη στιγμή τον έβλεπε να συζητά με έναν φίλο του και μάλιστα τον είδε κλαμένο. Είναι δυνατόν να είναι κλαμένος και να έχει πέτρινη καρδιά; Αυτά τα δύο δεν πάνε μαζί.

Η Σοράγια ήταν πέντε ετών σε ανθρώπινα χρόνια και είχε μυαλό ενήλικης, λόγω της νεραιδένιας φύσης που έχει. Έτσι μπορούσε να σκεφτεί σαν έναν ενήλικα και ακόμα καλύτερα.

Σαν μισός άνθρωπος η Σοράγια δεν μπόρεσε για πολύ ώρα να μείνει στο κλαδί. Αν και χοντρό κλαδί δεν την άντεξε, με αποτέλεσμα να πέσει και να βρεθεί στην οροφή του αυτοκινήτου. Ήταν η ευκαιρία που ζητούσε, θα έκανε παρέα με τον πατέρα της και θα του έλεγε σιγά σιγά ποια ήταν. Ευτυχώς ζούσε, αλλά απλά πονούσε.
“Τι σκληρό που είναι να είσαι άνθρωπος!” σκέφτηκε. Ναι, πόνεσε και για πρώτη φορά είδε αίμα. Ναι όταν ήταν άνθρωποι μπροστά έπαιρνε την ανθρώπινη φύση της, αλλά όταν ήταν μόνη γινόταν νεράιδα.

Ο πατέρας της και ο φίλος του έπαψαν την κουβέντα και πήγαν να δουν τι συμβαίνει. Είδαν το κοριτσάκι πολύ τρομαγμένο. Εκείνος το πήρε στην αγκαλιά του και με τρόμο ανακάλυψε ότι έμοιαζε με την γυναίκα που κάποτε είχε μοιραστεί τη ζωή του. Αυτό μπόρεσε να το δει με το φως του φεγγαριού. Απόψε κάποιο παιχνίδι του σκάρωσε η μοίρα. Αν ήξερε ποια ήταν, θα τρόμαζε πολύ. Ήδη τρόμαξε με την ομοιότητα. Είδε το παιδί σε ποια κατάσταση βρίσκεται και άκουσε να χτυπά η καρδιά του σαν τρελή.

– Πρέπει να την πάμε στο νοσοκομείο. Το παιδί είναι χτυπημένο. Είπε ο πατέρας της γεμάτος αγωνία, θαρρείς και επρόκειτο για το δικό του παιδί.

– Τι τους θέλεις τους μπελάδες; Δεν έχει τίποτα. Το γόνατό της έσχισε απλά με το χτύπημα, αφού έπεσε πάνω στην αντένα του αυτοκινήτου. Και μου τη στράβωσε κιόλας το παλιοκόριτσο.

– Εγώ θα κάνω το καθήκον μου.

– Αν πεθάνει θα γίνουν ανακρίσεις. Τον μπελά σου θέλεις;

– Καλά τι καρδιά έχεις; Είναι περίπου 5 χρονών. Κινδυνεύει στο δάσος μόνη της. Θα την πάρω σπίτι μου.

“Είναι δυνατόν να είναι αυτός ο πατέρας μου; Αυτός έχει διαμαντένια καρδιά” σκέφτηκε η μικρούλα.

– Ευχαριστώ πολύ κύριε. Έχετε παιδάκια;

– Όχι μικρούλα μου ζω μόνος. Εσύ έχεις γονείς; Θα ανησυχήσουν!

– Είχα έναν πατερούλη, αλλά δεν ξέρει την ύπαρξή μου, εγκατέλειψε την μητέρα μου την ημέρα της γέννησής μου. Η μανούλα μου πέθανε!

– Και ζεις μόνη;

Δεν μπορούσε να του μιλήσει για τις νεράιδες. Δεν είχε αυτό το δικαίωμα και δεν ήξερε τι να πει. Έμεινε σιωπηλή.

Μέσα στο αυτοκίνητο η Σοράγια δεν έβγαλε κουβέντα. Ο φοβισμένος φίλος του πατέρα της του είπε:

– Λοιπόν, θα σε πάρω στο νοσοκομείο, αλλά δεν θα πεις τίποτα για μένα. Δεν σε είδα σήμερα, δεν με είδες, κατάλαβες; Είπε και έτρεμε πολύ.

– Μα τι φοβιτσιάρης είσαι εσύ;

– Δεν θέλω να πάω στο νοσοκομείο. Είμαι καλά. Είπε το κοριτσάκι.

– Βλέπεις; Το παιδί έχει πιο πολύ μυαλό από σένα.

– Καλά,  πήγαινέ με σπίτι.

– Τώρα μιλάς σωστά. Είπε και καθώς έφτασαν δεν αντάλλαξαν πια καμία κουβέντα.

Το σπίτι του ήταν μια όμορφη μονοκατοικία μ’ έναν απέραντο κήπο. Είχε ζώα και φυτά που τα φρόντιζε ο ίδιος. Στο βάθος υπήρχε μια κούνια. Η μικρούλα ένιωσε για πρώτη φορά τι είναι να είσαι παιδί. Χάθηκαν εντελώς οι ενήλικες σκέψεις και δεν αναγνώριζε πια τον εαυτό της. Πραγματικά, είδε πώς είναι να είναι παιδί, ένιωσε σαν παιδί και της άρεσε αυτός ο νέος ρόλος που είχε. Για λίγο ξέχασε το μίσος που έτρεφε για τον πατέρα της, αλλά αγάπη δεν ήταν, ήταν σίγουρη γι’ αυτό.

– Ποιανού είναι αυτή η κούνια; Είπε το κοριτσάκι.

– Η κοπέλα που καθαρίζει το σπίτι μου την έφτιαξε για το κοριτσάκι της. Έρχεται από το σχολείο το μεσημέρι και περνά το χρόνο της παρέα με τα ζώα, όσο η μαμά της δουλεύει. Τις περισσότερες ώρες τις περνάει στην κούνια της και όταν την πάρει ο ύπνος η μανούλα της την βάζει στο κρεβάτι. Εκεί θα κοιμηθείς προσωρινά μέχρι να δω πού θα σε τακτοποιήσω.

– Τι εννοείτε θα με τακτοποιήσετε;

– Θα σε πάρω στο ορφανοτροφείο. Εκεί θα μεγαλώσεις σωστά. Μπορεί μαζί να ψάξουμε να βρούμε τον πατέρα σου. Έχει ευθύνες. Αυτό που σου έκανε τον κάνει παλιάνθρωπο στα μάτια μου.

– Δεν ήξερε την ύπαρξη μου.

– Μην τον δικαιολογείς. Άφησε την μητέρα σου, το ίδιο είναι.

– Εσείς αφήσατε ποτέ κάποια γυναίκα;

Τον είδε να κλαίει με μαύρο δάκρυ. Δεν έβγαλε κουβέντα, αλλά άφησε τα δάκρυά του να κυλήσουν ελεύθερα και έπλυναν το κουρασμένο του πρόσωπο.

– Δεν θα ήθελα να μιλήσω γι’ αυτό το θέμα. Είναι μια προσωπική πονεμένη ιστορία. Είσαι μικρούλα. Δεν θα καταλάβεις.

– Καταλαβαίνω πολύ περισσότερα από όσα πιστεύεις.

– Μου μιλάς στον ενικό. Έτσι θα ήθελα να μου μιλάς.

– Μην αλλάζεις κουβέντα. Πρέπει να μάθω. Έχω δικαίωμα να μάθω.

– Ποια είσαι; Με φοβίζεις!

Έβλεπε το κοριτσάκι να τον κοιτάζει με ανησυχία.

Πώς σε λένε;

– Σοράγια.

Εκείνη την ώρα έβαζε το ποτό του στο ποτήρι για να πιεί, να πάρει κουράγιο, να της μιλήσει και έσφιξε το ποτήρι τόσο δυνατά που μάτωσαν τα χέρια του, γιατί έσπασε μέσα σ’ αυτά.

– Έχεις το όνομα εκείνης, έχεις την μορφή εκείνης. Πάψε να με βασανίζεις!

Ποια είσαι; Τι θέλεις από μένα;

– Είμαι η κόρη σου.

– Η κόρη μου;;;;

– Εκείνη την ημέρα που την εγκατέλειψες θα σου έλεγε ότι ήρθα στον κόσμο. Δεν πρόλαβε. Εσύ τη σκότωσες, με τη φυγή σου. Σε μισώ! Είμαι μισή νεράιδα και μισή άνθρωπος και μπορώ να καταλάβω πολλά.

– Δεν την άφησα παιδί μου!

– Δεν την άφησες;;;;

– Ναι δεν την άφησα. Οι νεράιδες φταίνε για όλα. Αυτές έπρεπε να μισήσεις και όχι εμένα. Η μητέρα σου δεν πέθανε. Οι νεράιδες έκαναν μεγάλη ζημιά.

– Τι θέλεις να μου πεις;

– Θα σου πω όλη την ιστορία. Δεν έχω συμφέρον να σου πω ψέμα. Θα σου πω πού είναι η μητέρα σου. Δεν θα σου κρύψω την αλήθεια. Έχεις δικαίωμα να μάθεις. Πρέπει όλα να τα μάθεις. Για να πω όσα έχω να σου πω χρειάζεται το ανάλογο κουράγιο και δεν μπορώ να το βρω δυστυχώς. Πρέπει να πιώ. Πρώτα όμως να γιατρέψω την πληγή μου, γιατί λέρωσα το χαλί μου με το αίμα μου. Νιώθω ζαλάδες. Θα κοιμηθώ. Αύριο το πρωί υπόσχομαι να σου πω την αλήθεια. Πες μου όμως σου είπαν ότι σε εγκατέλειψα;

– Ναι μου είπαν ότι η μαμά αρνήθηκε την νεραιδένια φύση της, έγινε άνθρωπος, έγινε πολύ γριά, την αηδίασες και την εγκατέλειψες. Σε μίσησα, αλλά δεν ήξερα.

– Τις σκύλες! Αλίμονο! Πόσο κακό μου έκαναν. Να έχω πέντε χρόνια ένα παιδί, και να το αγνοώ, να μου στερούν την γυναίκα π’ αγαπώ; Είναι άδικο αυτό πόυ μου έκαναν. Όχι παιδί μου, όσα σου είπαν είναι ψέματα. Θα στο αποδείξω εν καιρώ. Γιατί δεν ζήτησες να δεις τον τάφο της; Εκεί θα μάθαινες την αλήθεια.

– Μου παρουσίασαν έναν τάφο.

– Που σίγουρα είναι κενοτάφιο. Αχ παιδί μου, πονέσαμε κι οι δύο άδικα!

“Πήγαινε πατερούλη μου να κοιμηθείς. Μην κλαις εγώ θα σε βοηθήσω και θα κάνω το δάκρυ σου χαμόγελο. Φτωχέ μου πατέρα πόσο υπέφερες!” σκέφτηκε εκείνη και τον είδε να κοιμάται χωρίς να πει πια την παραμικρή κουβέντα, χωρίς να τον ενοχλήσει. Πάντα κάτι δεν πήγαινε καλά μ’ αυτή την ιστορία, αλλά ποτέ δεν πήγε το μυαλό της τόσο μακριά.

Όλη τη νύχτα η Σοράγια έκανε ανήσυχο ύπνο. Πρώτη φορά κοιμόταν σε κρεβάτι. Ήταν η μόνη από τις νεράιδες που κοιμόταν, διότι ήταν μισός άνθρωπος, όμως οι ώρες που κοιμόταν ήταν λίγες κι αυτό ανησύχησε τον πατέρα όταν τα χαράματα στις 3 την είδε να στριφογυρίζει νευρικά στο δωμάτιο και να μην μπορεί να βρει ησυχία. Μάλιστα, ήταν η μόνη που χρησιμοποιούσε τουαλέτα, διότι όπως ξαναείπα ήταν μισός άνθρωπος. Ο πατέρας της μισάνοιξε την πόρτα και την κοίταζε και διαπίστωνε ότι ήταν ίδια εκείνη. Πολλές φορές τον έπιανε να κλαίει κι αυτό την έκανε να τον πιστέψει. Όμως είχε την ανάγκη να ακούσει από το στόμα του όλη την αλήθεια. Ποια ήταν αυτή η περιβόητη αλήθεια που αγνοούσε;

Είδε το παιδί να ντύνεται και στην πλάτη του είδε δύο χαρακιές. Τρόμαξε! Ποιος τόλμησε να σηκώσει χέρι πάνω της και να της αφήσει σημάδια; Μπήκε έξαλλος στο χώρο και εκείνη προσπάθησε να κρύψει με το άσπρο της φόρεμα τη γυμνία της. Όταν ήταν νεράιδα και κολυμπούσε γυμνή στη λίμνη δεν είχε το αίσθημα της ντροπής.

– Πως μπαίνεις έτσι; Τρόμαξα.

– Με συγχωρείς παιδί μου, αλλά… Θέλω να μάθω ποιος τόλμησε να σε χτυπήσει.

– Κανείς πατέρα.

-Δεν καταλαβαίνω! Και οι δύο βαθιές χαρακιές στο σώμα σου τι είναι;

-Είναι το μέρος που βγαίνουν τα φτερά μου όταν παίρνω την νεραιδένια φύση μου.

– Ναι, και η μητέρα σου έχει φτερά. Κάθισε θα ετοιμάσω πρωινό. Τι τρως συνήθως;

– Τους χυμούς από τα λουλούδια.

– Μέλι δηλαδή.

– Δεν καταλαβαίνω τι λες, αλλά φέρε να το δοκιμάσω.

– Θέλεις να σου φτιάξω ένα τοστ, με ένα ποτήρι γάλα να δοκιμάσεις;

– Βλέπουμε!

Όταν έφαγε για πρώτη φορά το τοστ γέλασε, γιατί της γαργαλούσε τον ουρανίσκο. Δεν ήξερε ότι έπρεπε να το μασήσει.

– Μάσησε παιδί μου. Κόβε μια μπουκιά με τα δόντια σου και μάσα το, έπειτα θα το καταπίνεις.

– Πλάκα έχει! Το μέλι που είπες;

Το ήπιε μονορούφι και της άρεσε.

– Αυτό δεν το πίνουν μονορούφι. Τρώνε λίγο με το κουταλάκι.

– Δεν μπορώ να αλλάξω τις συνήθειές μου ξαφνικά. Ποιος σου είπε ότι θέλω να είμαι άνθρωπος. Μόλις φύγεις και μείνω μόνη θα γίνω νεράιδα. Αν ήμουν μόνιμα νεράιδα και είχα μία φύση, όπως η μαμά, θα ήμουν μόνο νεράιδα.

– Καλά, μη θυμώνεις. Φάε ό,τι θέλεις, όπως θελεις και όσο θέλεις.

– Και τώρα τι κάνουμε μπαμπά;

– Τι θέλεις να παίξουμε;

– Μπαμπά, μου έδωσες χθες μια υπόσχεση. Το ξέχασες;

– Δεν το ξέχασα, αλλά προσπαθώ να μην το θυμάμαι. Είναι μια δύσκολη κίνηση αυτή και δεν ξέρω αν θα βρω ποτέ το κουράγιο να σου τα πω. Θα πρέπει να αντιμετωπίσεις θεριά για να φέρεις πίσω τη μητέρα σου. Η μητέρα σου είναι μόνο νεράιδα. Άνθρωπος δεν μπορεί να γίνει. Πώς λοιπόν έκανε την κίνηση να γίνει άνθρωπος και την είδα γριά και την αηδίασα; Επίσης σαν νεράιδα είναι αθάνατη. Πώς κατάφερε να πεθάνει;

– Είναι λογική η άποψή σου. Εγώ δεν το σκέφτηκα.

– Αυτές ελέγχουν το μυαλό σου και δεν σε αφήνουν να σκεφτείς λογικά. Το θολώνουν. Όσο είσαι άνθρωπος δεν το ελέγχουν όπως τώρα. Λοιπόν θα σου πω την ιστορία μου, αλλά αν κάποια στιγμή δεν μπορώ να συνεχίσω θα προσπαθήσω μόνος μου να βρω το κουράγιο να πω όσα θέλω να πω.  Δεν θα επέμβεις εσύ.

– Στο υπόσχομαι!

“Γνωριστήκαμε πριν έξι χρόνια. Είχα πάει εκδρομή με κάποιους φίλους στο δάσος. Την ώρα που οι φίλοι μου βρίσκονταν σε βαθύ ύπνο εγώ σηκώθηκα και πήγα στη λίμνη. Γδύθηκα και απόλαυσα μπάνιο κάτω από το φως του φεγγαριού. Οι νεράιδες με είδαν έτρεξαν και κρύφτηκαν. Εγώ είδα τη μικρότερη και της πήρα το πέπλο. Εκείνη με ικέτευε να της το δώσω πίσω, αλλά εγώ αρνήθηκα, με αποτέλεσμα να με ακολουθήσει και να ζήσει σπίτι μου. Εκείνη έμαθε να τρώει πρωινό και ζήσαμε αρκετό καιρό μαζί. Ποτέ δεν μου είπε ότι έμεινε έγκυος. Ούτε κατά διάνοια δεν σκέφτηκα κάτι τέτοιο.

– Ντρεπόταν να σου το πει.

– Σου έδειξε φωτογραφία μου, πώς ήξερες ποιος είμαι;

– Μόλις σε είδα από ένστικτο κατάλαβα ότι είσαι εσύ. Συνέχισε.

– Οι νεράιδες έμαθαν ότι είχαμε δεσμό και ήρθαν και φώναζαν να φύγω από τη ζωή της, αλλιώς θα με τύφλωναν ή θα μου έπαιρναν την λαλιά ή απειλούσαν ότι αν δεν φύγω μακριά θα την φυλάκιζαν στο ψηλό κάστρο. Εγώ για το καλό της αναγκάστηκα να φύγω κι εκείνοι φοβούμενοι μην επιστρέψω, την φυλάκισαν στις φυλακές του κάστρου. Εκεί βρίσκεται κλεισμένη μέχρι σήμερα και τραγουδάει τραγούδια λυπητερά. Θα σωθεί μόνο αν την σώσεις εσύ. Εσύ είσαι πιο τυχερή παιδί μου. Όταν αγαπήσεις θνητό μπορείς να πάρεις την ανθρώπινη μορφή κατ’ επιλογή σου.  Δεν ήξερα όμως ότι είχα απόγονο και δεν πίστευα ποτέ ότι θα σωθεί. Πάντα η προφητεία έλεγε ότι από δικό μου απόγονο θα σωθεί.

– Τώρα κατάλαβα γιατί με απομάκρυναν από σένα, για να μην μάθω την προφητεία και σωθεί από τα χέρια μου.

–  Ξέρω ότι κάποτε για έναν άνδρα θα αρνηθείς την νεραιδένια φύση σου. Αυτό γίνεται όταν έχεις δύο φύσεις. Δεν μπορείς να τις διατηρήσεις είσαι ένα τέρας. Σκέφτεσαι να γίνεις άνθρωπος λοιπόν;

– Αν την πάρω για πάντα θα εξαφανιστούν οι ουλές, αλλά θα γεράσω και θα γίνω θνητή. Αξίζει ένας άνδρας τόσο πολύ, ώστε να απαρνηθώ για πάντα την αθανασία και να ζήσω σαν άνθρωπος, να πονάω, να τρέχει το αίμα, να έχω αισθήματα και να τρώω πρωινό;

– Τόσο οδυνηρό ήταν;

– Όχι, αλλά ήταν κάτι καινούργιο και μέχρι να το συνειδητοποιήσω… καταλαβαίνεις. Και οι νεράιδες έχουν αισθήματα.

– Το ξέρω, αλλά όταν ερωτεύονται και πονέσουν βγαίνουν στην επιφάνεια τα αρνητικά αισθήματα που οι άλλες δεν έχουν. Όσο περνάει ο καιρός τόσο ο ψυχικός τους κόσμος μοιάζει με των ανθρώπων. Η μητέρα σου βρίσκεται σ’ αυτό το στάδιο και πολύ φοβάμαι ότι αν δεν προλάβεις θα έχει χάσει την ταυτότητά της και δεν θα μπορεί να συμπεριφερθεί ούτε σαν άνθρωπος ούτε σαν νεράιδα. Θέλω να σε βοηθήσω να την σώσεις, αλλά εγώ δεν έχω φτερά να πετάξω. Αν έρθω μαζί σου, η νεραιδένια φύση σου δεν πρόκειται να φανεί. Δεν κάνουμε τίποτα έτσι.

Πέρασε πολύ ώρα να καταστρώνουν τα σχέδιά τους. Έπρεπε να σώσουν την μητέρα της και να γίνουν μια κανονική οικογένεια. Τώρα ήταν μπερδεμένος ο ψυχικός της κόσμος. Ο πατέρας της δεν ήταν θύτης αλλά θύμα. Έπρεπε να συμμαχήσει μαζί του. Ήταν πια φανερό ότι της είπε την αλήθεια. Έπρεπε λοιπόν να τον πιστέψει.

Εκείνη έφυγε με σκοπό να αρχίσει η αναζήτησή της. Πέρασε αρκετή ώρα να ψάχνει το σωστό σημείο, ώστε να πάρει πίσω τη νεραιδένια της μορφή. Ταξίδεψε αρκετά μακριά και κάποτε πια κατάκοπη βρέθηκε σε έναν κήπο. Ξάπλωσε για λίγο στο γρασίδι και κοιμήθηκε και όταν ξύπνησε κάθισε μέσα σε ένα λουλούδι και πήρε αρκετό φαγητό μαζί της για το δρόμο. Σταμάτησε σε μια πηγή του ίδιου κήπου και ήπιε αρκετό νερό. Απόψε θα έμενε εκεί. Αν ήταν εκατό τοις εκατό νεράιδα θα ήταν εύκολο γι’ αυτήν να σώσει τη μητέρα της. Αυτή η διπλή φύση που έχει, δυσχεραίνει το έργο διάσωσης της μητέρας της, αλλά ήταν σίγουρη ότι κάποτε θα τα καταφέρει.
Τελικά, αποφάσισε να μη διανυχτερεύσει εκεί. Θα πήγαινε στο πλησιέστερο δάσος.

Πέταξε ψηλά σαν τα πουλιά και κοίταζε την φύση από ψηλά. Τα τζιτζίκια άκουσε να λένε το δικό τους τραγούδι. Η θάλασσα ήταν γεμάτη από κόσμο και ένας μικρούλης την είδε να πετάει και είπε:

– Κοίτα ένα ζουζουνάκι μαμά που πετάει στον ουρανό!

Σαν νεράιδα γινόταν όσο μεγάλη ή μικρή ήθελε. Έπρεπε να φύγει γρήγορα, γιατί θα έχανε την νεραιδένια της μορφή σε λίγα λεπτά και θα γκρεμοτσακιζόταν, επειδή την είδε ο μικρός. Αφού απομακρύνθηκε αρκετά δεν πήρε την ανθρώπινη μορφή της πίσω. Ευτυχώς, πρόλαβε. Σίγουρα δεν θα της άρεσε κάτι τέτοιο.

Έφτασε η νύχτα και άρχισε να χορεύει μόνη τον ασταμάτητο χορό. Φόρεσε το πέπλο της και τότε την είδε ο γόης του χωριού. Εκείνη σταμάτησε το χορό και έγινε πάλι άνθρωπος.

– Θα ορκιζόμουν ότι πριν λίγα λεπτά είχες φτερά. Είσαι μάγισσα;

– Ποιος είσαι και γιατί με ενοχλείς;

– Είμαι ο Δημήτρης, ο γιος του άρχοντα του τόπου.

– Εμένα με λένε Σοράγια και έρχομαι από τόπο μακρινό. Η μητέρα μου… Του διηγήθηκε όλη την ιστορία. Αυτός δεν την πίστευε.

– Και τώρα πού είναι τα φτερά σου;

– Γίνομαι νεράιδα όταν δεν υπάρχει κάποιος άνθρωπος. Σε παρακαλώ άφησέ με. Σε λίγο θα ξημερώσει και πρέπει να πάω στη μητέρα μου.

– Μείνε λίγο. Ακόμη θέλει δύο ώρες να ξημερώσει.

– Αφού δεν με πιστεύεις ποιο το όφελος;

– Θα σε αφήσω να φύγεις υπό έναν όρο. Θα μου δώσεις το πέπλο σου και είσαι ελεύθερη.

– Όχι, όχι αυτό. Αν πάρεις το πέπλο μου πρέπει να έρθω μαζί σου. Είμαι καταδικασμένη να αρνηθώ για πάντα την νεραιδένια μου μορφή. Λυπήσου με παλικάρι μου και άσε με να φύγω.

– Επιμένεις δηλαδή να συνεχίζεις αυτό το παραμύθι;

– Πού να σου ορκιστώ ότι λέω την αλήθεια; Εσύ ο ίδιος δεν μου είπες πριν ότι είδες τα φτερά μου;

– Καλά, ας πούμε ότι λες την αλήθεια. Τι θα μου δώσεις για να σ’ αφήσω ελεύθερη;

– Μόνο μια υπόσχεση. Θα έρθω να σε βρω στο ίδιο μέρος. Στο υπόσχομαι. Μόλις τελειώσω την αποστολή μου θα έρθω. Άσε με τώρα να φύγω.

– Να σε πιστέψω;

– Ναι. Οι νεράιδες δεν λένε ψέματα.

Κι όμως ήξερε ότι λένε. Του είπε ένα ψέμα. Ένα δάκρυ κύλησε απ’ τα μάτια της όταν σκέφτηκε πόσα ψέματα της είπαν οι φίλες της μητέρας της, που φίλες της δεν ήταν ποτέ τελικά.

– Πάρε το πέπλο σου, θα σε περιμένω. Μην με παρακαλάς. Φύγε πριν το μετανιώσω που σ’ άφησα να φύγεις.

Εκείνη έφυγε τρεχάτη και τότε του φάνηκε ότι την είδε να πετάει ψηλά στον ουρανό. Της κούνησε το χέρι και της ευχήθηκε να πάει στο καλό.

Μα τι έπαθε; Το φαντάστηκε όλο αυτό, την πήρε ο ύπνος; Τι όνειρο θεέ μου ήταν αυτό. Πέντε ετών κοριτσάκι ήταν και ονειρεύτηκε ένα τέτοιο όνειρο; Ναι, επρόκειτο για ένα όνειρο. Το κοριτσάκι κοιμόταν κάτω από ένα δέντρο στον κήπο. Ενώ ήταν κοριτσάκι δεν φοβόταν. Η νεραιδένια φύση της, της έδωσε δύναμη να αντέξει αυτή την στιγμή. Αν ήταν άνθρωπος θα είχε φοβηθεί. Είμαστε το τελειότερο ον και όμως έχουμε τόσες αδυναμίες. Άραγε, θα μπορούσε ποτέ να κατασκευαστεί κάτι τελειότερο από τους ανθρώπους;

Πήγε στο σοφό της περιοχής να της εξηγήσει το όνειρο.

– Εκεί που θα πας θα βρεις εμπόδια, αλλά στο τέλος θα καταφέρεις να σώσεις τη μαμά σου. Επειδή είσαι νεράιδα θα σου πω ότι το όνειρο αυτό είναι προφητικό. Αυτό το Δημήτρη θα τον γνωρίσεις. Τώρα είναι 5 ετών, μικρούλης κι αυτός. Για χάρη του θα απαρνηθείς τα πάντα.

– Όχι, ποτέ δεν θα γίνω άνθρωπος για κανέναν. Μ’ αρέσει αυτό που είμαι.

– Κι όμως παιδί μου το ριζικό σου αυτό γράφει. Θα γίνεις άνθρωπος.

– Μας υποχρέωσες! Είπε κι έκλαιγε με αναφιλητά γιατί της άρεσε η νεραιδένια φύση της.

Πράγματι, όταν είμαστε παιδιά έχουμε άλλες απόψεις. Αν στα πέντε μας χρόνια ερχόταν ένας μάγος και μας έλεγε το μέλλον μας, θα τον στέλναμε από εκεί που ήρθε και θα λέγαμε ότι είναι τρελός ή ατζαμής. Κατά τη γνώμη μου, στα πέντε μας χρόνια σκεφτόμαστε πιο ώριμα, διότι δεν μας έχει ποτίσει ο έρωτας και δεν μας έχει θολώσει το νου. Το μυαλό μας είναι καθαρό. Έτσι και η Σοράγια  αρνιόταν να πιστέψει ότι θα απαρνιόταν την αθανασία και την τελειότητα για έναν άνδρα.

Έφυγε από το σοφό γελώντας. Πήγε στο μέρος που πέρασε τη νύχτα και ήθελε να φύγει το γρηγορότερο από εκεί, γιατί είχε εκνευριστεί.

Όμως όσο εκνευριζόταν έχανε έδαφος. Δεν μπορούσε να πετάξει. Ένιωθε ανήμπορη να διανύσει μια τέτοια απόσταση, που άλλες φορές έκανε με ιδιαίτερη ευκολία. Σε λίγο χάλασε ο καιρός, βράχηκαν τα φτερά και αυτή η αναποδιά την ανάγκασε να καθυστερήσει την αναζήτησή της για μια μέρα. Έπρεπε να ηρεμήσει μέχρι να στεγνώσουν τα φτερά της.

“Αν ήμουν άνθρωπος θα ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Ακόμη κι αν θύμωνα θα είχα κάνει τη δουλειά μου. Τι αναποδιά είναι αυτή!”

Τότε,  είδε ένα φως από μακριά. Το ακολούθησε και είδε νεράιδες να μην μπορούν να πετάξουν από το πρωτοβρόχι που έβρεξε τα φτερά τους. Ήταν πια 11 Σεπτεμβρίου. Πάει ο ζεστός και ξέγνοιαστος Αύγουστος. Ένα δεκαπενθήμερο ταλαιπωρείται και δεν μπόρεσε να προσεγγίσει το κάστρο. Τότε είδε ότι μία μάγισσα την πρόσεξε και προσπάθησε να την αποφύγει, αλλά ήταν αδύνατον. Την αντιλήφθηκε.

– Για πού το έβαλες μικρή μου, είπε με όση αυστηρότητα μπορούσε, που έκανε την μικρή μας να φοβηθεί.

– Θέλω να φύγω. Άσε με ήσυχη, είσαι απαίσια!

– Δεν μιλάνε με αυθάδεια στην μάγισσα Ιζόλδη και για την ανυπακοή σου θα τιμωρηθείς!

– Τι θα κάνετε; Τι μπορείτε να μου κάνετε;

– Θα πάρεις αυτό το κλειδί, αφού φανταστείς σε ποιο μέρος το έχω κρύψει και θα βρεις το μυστικό που κρύβεται πίσω από την κλειστή πόρτα. Αν δεν μπορέσω να σ’ αντιληφθώ θα φύγεις κρυφά. Αν όμως σε αντιληφθώ την έχεις άσχημα!

– Γιατί μου είπατε ψέματα; Ξέρω ότι η μητέρα μου βρίσκεται εν ζωή είπε σε μια φίλη της μητέρας της που περνούσε εκείνη την ώρα.

Εκείνη δεν απάντησε, αλλά κατέβασε τα μάτια χαμηλά.

– Μια νεράιδα δεν επιτρέπεται να παντρευτεί έναν θνητό άνθρωπο, διότι δεν συνυπάρχουν. Αν γίνει κάτι τέτοιο χαλάει η ζωή όλων μας, η μητέρα σου δεν θα άντεχε κάποιες ώρες και οι μικτές καταστάσεις είναι μπελάς. Εσύ ούτε νεράιδα είσαι, ούτε άνθρωπος. Είσαι ένα τέρας για μας. Ο αρχηγός ήθελε να σε σκοτώσουμε, αλλά προτίμησε να ζήσεις, γιατί έχεις ριζικό. Εγώ έκανα αγώνα να ζήσεις, μόλις το ανακάλυψα,  αλλά για να ζήσεις εσύ, έπρεπε να θυσιαστεί η μάνα σου. Επειδή σαν νεράιδα είναι αθάνατη, τη φυλακίσαμε. Δεν χαλάσαμε από την αρχή αυτή τη σχέση, γιατί τον πρώτο καιρό δεν ήταν έγκυος. Αλλά ήταν πονοκέφαλος για μας αυτή η εγκυμοσύνη. Πρέπει κάποια στιγμή να διαλέξεις τι θα είσαι άνθρωπος ή νεράιδα;

– Νεράιδα βέβαια.

– Όχι, το ριζικό σου είναι να γίνεις άνθρωπος απ’ ό,τι βλέπω στις γραμμές του χεριού σου.

Αυτά της είπε και εξαφανίστηκε.

Μετά από τα λόγια αυτά αποφάσισε να σταματήσει την αναζήτηση της μητέρας της. Ήθελε να φύγει πίσω στον πατέρα της, αλλά μια φωνή της έλεγε μέσα της να συνεχίσει. Ήξερε ότι θα έκανε κακό αυτή η αναζήτηση, αλλά ήθελε να τη δει, να τη γνωρίσει. Είχε αυτό το δικαίωμα. Δεν ήταν ανάγκη, αν δεν ήθελε να την ακολουθήσει. Πήγε λοιπόν να κάνει πραγματικότητα την αποστολή που της ανέθεσε η μάγισσα και άρχισε να ψάχνει το κλειδί. Έπρεπε να δει και να γνωρίσει την μητέρα της, όποιο κι αν ήταν το τίμημα. Είχε αυτό το δικαίωμα. Κανείς δεν μπορούσε να της το στερήσει.

Η Σοράγια ήταν στεναχωρημένη, γιατί δεν μπορούσε να βρει που είχε κρύψει η μάγισσα το κλειδί. Μάλιστα, της είπε ότι η πρώτη διορία της ήταν μέχρι το δειλινό. Την κλείδωσε σε ένα δωμάτιο, για να μην προσπαθήσει να το βρει και να την εκμεταλλευθεί, όπως εκείνη ήθελε. Τότε ένιωσε πραγματικά παγιδευμένη. Ένας μικρός γατούλης χτύπησε με το μουσουδάκι του το παράθυρο και εκείνη το άνοιξε και έβαλε μέσα το γατούλη. Σκέφτηκε να το σκάσει από εκεί, αλλά ήταν πολύ ψηλό και από κάτω ακριβώς υπήρχε μια λίμνη βαθιά και παγωμένη. Όλα τα είχε σκεφτεί η πανούργα μάγισσα.

Ο γάτος της μίλησε με ανθρώπινη φωνή.

– Είμαι μαγικός γάτος,  είμαι ο γάτος του πρίγκιπα Δημητρίου και επειδή ξέρω ότι έχεις πεπρωμένο να ζήσεις με τον αφέντη μου,  σκέφτηκα να σε βοηθήσω να βρεις το κλειδί. Μπορεί όμως να μην τα καταφέρω στην πρώτη διορία. Δεν θα πάθεις τίποτα, απλά θα σε φυλακίσει λίγες μέρες.

– Μπορείς να γίνεις αόρατος γατούλη;

– Βέβαια!

– Πήγαινε και παρακολούθησε την κακιά μάγισσα. Ίσως δεις κάτι και μετά να έρθεις να με ενημερώσεις.

– Είναι η ωραιότερη επιλογή που έχεις κάνει. Πάω. Θα έρθω μετά να σε ενημερώσω και μαζί θα πάμε, με πονηριά, να κοιμίσουμε τη μάγισσα για να κάνεις ανενόχλητα τη δουλειά σου. Να ξέρεις ότι όταν βρεις το κλειδί και μπεις στην μαγική πόρτα δεν έχει καμιά επιρροή πια πάνω σου. Την αποστολή την έχεις κερδίσει.

– Είμαι σίγουρη ότι με εσένα συνεργάτη θα τα καταφέρω.

– Ελπίζω να βρω να φάω κάτι, γιατί είμαι θεονήστικος.

– Πλάκα έχεις! Είπε και ο γατούλης  έφυγε.

Όταν ο αόρατος  γατούλης έφυγε, είδε την κακιά μάγισσα να βάζει το κλειδί μέσα στον κόρφο της. Το απλούστερον και το πολυπλοκότερον. Τώρα πώς θα έπαιρναν το κλειδί από εκεί; Πήγε πάνω της μεταμορφωμένη σε ποντίκι και έπεσε στον κόρφο της. Εκείνη φώναζε με υστερική φωνή να το σκοτώσουν. Πανικοβλημένος ο γατούλης έγινε αόρατος και έφυγε από το χώρο γρήγορα χωρίς να καταφέρει να πιάσει το κλειδί. Όμως γνώριζε πια πού ήταν και πήγε να ενημερώσει τη μικρή Νεράιδα σχετικά. Δεν κατάφερε να το πιάσει εγκαίρως και συνέχισε η περιπέτειά της και για τις επόμενες μέρες.

Ο καιρός περνούσε και η μικρή νεράιδα έμεινε φυλακισμένη σε εκείνο το δωμάτιο. Ο γατούλης κάθε πρωί της έφερνε φαγητό από το ανοικτό τζάμι. Εκείνη γινόταν πουλί και πετούσε, και όταν άραζε στο παράθυρό της έπαιρνε την κανονική της μορφή. Όταν η νεράιδα έμαθε ότι η μάγισσα είχε το κλειδί στον κόρφο της, έπεσε σε απελπισία. Αν έβρισκε κάποιον τρόπο θα είχε μάθει τι μυστήριο κρύβεται πίσω από την κλειστή πόρτα, που δεν μπορεί να περάσει η μάγισσα ούτε να την σταματήσει όταν έχει το κλειδί στο χέρι της.

Μια μέρα η μάγισσα αρρώστησε βαριά. Ούτε τα γιατροσόφια της δεν ήταν σε θέση να την κάνουν καλά. Το μόνο γιατροσόφι που ήθελε δεν ήξερε που βρίσκεται, γιατί δεν ήξερε καλά αυτόν τον τόπο. Μόνο ο γατούλης ήξερε που βρίσκεται και μεταμορφώθηκε σε γιατρό για να την κάνει να το πάρει με κάθε τίμημα. Έταξε να του δώσει ό,τι θέλει, φτάνει να την κάνει καλά.

– Κάτι που έχεις πάνω σου θέλω.

– Εκείνη ξεκρέμασε το μενταγιόν της και το πρόσφερε.

– Όχι, κάτι πιο πολύτιμο.

Του έδωσε το διαμαντένιο της βραχιόλι.

– Αυτό είναι για πέταμα.

Για πέταμα το καλό της βραχιόλι; Αυτός ο γιατρός είχε μεγάλο θράσος.
Εκείνη είδε το κλειδί και του το έδωσε.

– Αυτό το σκουριασμένο κλειδί θέλεις; Γιατί όχι, έτσι θα απαλλαγώ από την αγωνία ότι θα το πάρει η νεράιδα. Καλύτερα να μείνει στα δικά σου χέρια. Αλλά για πες μου, τι αξία βρίσκεις σ’ αυτό το κλειδί;

– Μου αρέσει το χρώμα του. Ξέρεις είμαι ταπεινός άνθρωπος. Για μένα πολύτιμο θεωρείται ό,τι δεν λάμπει. Εμένα με δελέασε αυτό το σκουριασμένο κλειδί και το θέλω.

– Πάρ’ το, αλλά άμα στο ζητήσουν δεν θα το δώσεις.

– Εντάξει, στο υπόσχομαι μάγισσα.

“Σιγά να μην κάνω διαπραγματεύσεις μαζί σου. Αν δεις βοτάνι να μου γράψεις” σκέφτηκε ο πανούργος γιατρός-γάτος και όλη χαρά που κρατούσε το κλειδί στα χέρια του έτρεξε για να το δώσει στην νεράιδα. Όμως υπήρχε ένα πρόβλημα. Έπρεπε να την απελευθερώσει από την φυλακή της. Μεταμορφώθηκε λοιπόν σε πασπαρτού και άνοιξε την πόρτα. Με βήματα σιγανά να μην τους αντιληφθεί η μάγισσα κατάφεραν να φτάσουν στην αυλή και συγκεκριμένα μπροστά στην κλειστή πόρτα. Από το παράθυρό της η μάγισσα είδε όλη τη σκηνή πολύ αργά  και έκλεισε τα αυτιά της να μην ακουστεί η υστερική φωνή της. Η πόρτα πια άνοιξε.

Μόλις μπήκε μέσα στην μυστηριώδη πόρτα είδε τρία δωμάτια. Έπρεπε να διαλέξει μόνο μια πόρτα. Εκείνη έκλεισε τα μάτια και άφησε την αφή της να την οδηγήσει με το ένστικτό της. Αριστερά, υπήρχε μία μαύρη πόρτα. Δεξιά μια κόκκινη και ευθεία μπροστά της έβλεπε μια μπλε πόρτα. Η αριστερή έγραφε αδιέξοδο, η ευθεία έγραφε κήπος και η δεξιά Φυλακή. Τράβηξε τον ευθύ δρόμο και είδε το γατούλη να την αποχαιρετά ευχαριστημένος.

– Τώρα πια εμένα δεν με χρειάζεσαι. Θα ξανάρθω όποτε με χρειαστείς, και θα είμαι εδώ. Φωναξε γατούλη!

Άνοιξε την πόρτα και είδε ένα ξερό κήπο. Τίποτα δεν ήταν καλό εδώ. Τα φυτά ήταν σαπισμένα, τα λουλούδια ξερά. Έμοιαζε σαν ένα παρατημένο κήπο. Τότε είδε μια μάνικα και πήγε να δει που καταλήγει και δίπλα στο τέρμα της μάνικας φάνηκε μια πηγή. Έριξε λίγες σταγόνες νερό και μετά ποτίστηκε όλη η πλάση. Το αποτέλεσμα ήταν ο κήπος να βλαστήσει και να γίνει ένας όμορφος κήπος που το ανθρώπινο μάτι δεν έχει ξαναδει και στην άκρη του κήπου βρήκε μια σπηλιά. Μπήκε μέσα και είδε ότι υπήρχε εκεί μια τσουλήθρα. Μπήκε μέσα της και στο τέρμα της ήταν το κάστρο που ήταν φυλακισμένη η μητέρα της. Όμως εκεί είδε ότι η μητέρα της φυλασσόταν από παντού. Ήθελε το γατούλη κοντά της, να της πει πως θα αντιμετώπιζε όλους αυτούς. Ήταν δύσκολο για ένα πεντάχρονο παιδί να κάνει κάτι τέτοιο. Όμως και η νεράιδα δείλιασε. Και οι δύο φύσεις της την είχαν εγκαταλείψει. Ένιωθε άσχημα και την έπιασε απελπισία.

– Βγάλτα πέρα μόνη σου, μην περιμένεις πάντα να σε βοηθούν οι άλλοι. Άκουσε μια φωνή και πέταξε ψηλά με τα φτερά της. Κανένας από τους φύλακες δεν μπορούσε να πετάξει. Αυτό ήταν ένα αβαντάζ γι’ αυτήν και κατάφερε να μπει μέσα από μια σχισμή. Όλοι είχαν στραμμένα τα νώτα τους προς τα κάτω, και έτσι η είσοδός της στον χώρο ήταν πιο εύκολη απ’ ό,τι πίστευε. Έτρεξε κατευθείαν στο κόκκινο δωμάτιο που ήταν φυλακισμένη η μητέρα της.

“Ω Θεέ μου αν διάλεγα την κόκκινη πόρτα θα φυλακιζόμουν μαζί με τη μητέρα μου και η μαύρη δεν θα με οδηγούσε ποτέ εδώ. Έκανα τη σωστή επιλογή λοιπόν” σκέφτηκε και ένιωσε το γατούλη δίπλα της.

– Μια χαρά τα κατάφερες και χωρίς εμένα. Λοιπόν, όπως κατάλαβες, η μητέρα σου βρίσκεται στο κόκκινο δωμάτιο. Κρατάς το κλειδί της πόρτας που είχες ανοίξει;

– Ορίστε.

– Λοιπόν, τη μητέρα σου θα την δεις μόνο. Δεν θα την πάρεις μαζί σου, γιατί θα κάνεις κακό στους δύο κόσμους, στις δύο φύσεις σου. Εξήγησε στη μητέρα σου και στον πατέρα σου την αλήθεια. Ούτε εκείνη μπορεί να γίνει άνθρωπος, ούτε και εκείνος να ζει με μια νεράιδα. Είναι κάτι αφύσικο. Εσύ όμως μπορείς να μεγαλώσεις μαζί του ή μαζί της. Οι νεράιδες δεν είναι κακές, κι αν μεταχειρίστηκαν το ψέμα το έκαναν για το καλό όλων.

– Ευχαριστώ γατούλη για όλα.

– Πήγαινε. Έχεις στη διάθεσή σου 5 χρόνια να μείνεις εδώ. Η μητέρα σου θα απελέυθερωθεί. Με τον πατέρα σου δεν θα ξανασυναντηθεί πια.  Τα επόμενα 5 χρόνια θα ζήσεις με τον πατέρα σου. Αυτή η εναλλαγή θα γίνεται συνεχόμενα, μέχρι να γνωρίσεις τον Δημήτριο.

Όπως τα είπε ο γατούλης  έγιναν τα πράγματα. Η Σοράγια έμεινε πέντε χρόνια στο κάστρο, πέντε χρόνια με τον πατέρα της και ποτέ δεν συναντήθηκε και με τους δύο γονείς. Ένιωθε σαν τα παιδιά των χωρισμένων γονιών. Για το καλό της ανθρωπότητας έπρεπε να θυσιαστεί.

Τα χρόνια κυλούσαν και το πεντάχρονο παιδί μεγάλωσε. Όταν πια έφτασε σε ηλικία γάμου έπρεπε να εγκαταλείψει τον πατέρα της, γιατί η διορία των 5 ετών μαζί του έληξε. Έγινε όπως ακριβώς το είδε στο όνειρό της. Πετούσε και όταν είδε τον Δημήτριο μετά από λίγα λεπτά έγινε άνθρωπος. Εκείνος δεν πίστευε ότι ήταν νεράιδα και έπρεπε να φύγει. Της έκλεψε λοιπόν το πέπλο και εκείνη τον παρακάλεσε να την αφήσει. Εκείνος την άφησε και εκείνη έφυγε με βαριά καρδιά γιατί τον είχε αγαπήσει. Εκείνος υποσχέθηκε να την περιμένει.

Όμως εκείνη τη στιγμή που έφευγε ο  γατούλης την σταμάτησε και την μάλωσε αυστηρά:
– Είχαμε πει ότι θα μένεις με τους δύο γονείς σου μέχρι να έρθει η αγάπη. Είναι δυνατόν να αφήνεις εκείνον που αγαπάς για να ζήσεις με τη μητέρα σου;

– Τον αγάπησα, αλλά πρέπει να …

– Δικαιολογίες. Ήρθε η ώρα να διαλέξεις τι φύση θα ακολουθήσεις. Οφείλω να σου πω ότι σαν νεράιδα θα πετάς. Θα είσαι αθάνατη, θα μικραίνεις και θα μεγαλώνεις όσο θέλεις.  Δεν θα πονάς. Σαν άνθρωπος θα είσαι θνητός, θα γεράσεις, θα αρρωστήσεις, θα πονάς.

– Και θα τρώω πρωινό. Θα με γαργαλά ο ουρανίσκος μου, αλλά θα μ’ αρέσει γιατί θα είμαι με το Δημήτριο. Αξίζει το τίμημα.

– Οφείλω να σου υπενθυμίσω τι έλεγες όταν ήσουν πέντε ετών.

– Πέντε ετών ήμουνα. Τι μυαλό μπορεί να έχει ένα πεντάχρονο παιδί;

Ο γατούλης έσκασε στα γέλια. Τόσα γέλια δεν έκανε άλλη φορά. Πόνεσε η κοιλίτσα του.

– Αύριο τα μεσάνυχτα θα έρθουν όλες οι νεράιδες να σε αποχαιρετήσουν. Θα γίνει μια τελετή. Θα κοιμηθείς και θα γίνει η μεταμόρφωσή σου σε άνθρωπο. Μεθαύριο θα πας στο Δημήτριο. Θα πετάξεις ψηλά το πέπλο και θα είσαι μια κανονική γυναίκα πια.

– Γι’ αυτό λένε ότι γίνονται γυναίκες στην αγκαλιά ενός άνδρα.

– Όχι, αυτό είναι άλλο. Θα μου επιτρέψεις να μη μάθεις από μένα την απάντηση. Γέλασαν και οι δύο.

Τα μεσάνυχτα της επόμενης μέρας,  όταν το φεγγάρι ήταν πανσέληνος, ακούστηκε ένα ουρλιαχτό. Ήταν οι νεράιδες που είχαν ηττηθεί από την απόφαση της Σοράγιας να γίνει άνθρωπος. Την ξάπλωσαν σε ένα κρεβάτι ανθρώπινο και ο σοφός άναψε μια μεγάλη φωτιά. Της είπαν πως ό,τι γίνει να μη φοβηθεί. Είναι για το καλό της. Την έβαλαν μέσα στη φωτιά και άρχισαν να καίγονται τα φτερά της και κάηκε ολόκληρη. Τότε είδαν να φυτρώνει ανθρώπινο δέρμα και να βγαίνει η ψυχή της από το σώμα της μέχρι να δημιουργηθεί ολοκληρωμένα το κορμί της. Έπειτα μπήκε και εκείνη άνοιξε δειλά τα μάτια της. Είδε τις νεράιδες να φεύγουν και να την αποχαιρετούν. Η τελευταία της έδωσε το πέπλο της

– Μη ξεχάσεις να πετάξεις το πέπλο ψηλά όταν είσαι εντελώς έτοιμη.

– Τη μητέρα μου δεν θα την ξαναδώ;

– Εφόσον απαρνήθηκες την νεραιδένια φύση, δεν θα την ξαναδείς. Για σένα είναι πεθαμένη. Σε λίγο στον εγκέφαλό σου θα φυτευτεί αυτή η ιδέα. Και εκείνη θα σε ξεχάσει. Θα ζεις από εδώ και πέρα, μέχρι να παντρευτείς, με τον πατέρα σου. Οι νεράιδες θα ξεχαστούν. Δεν θα θυμάσαι ότι υπήρξες νεράιδα. Δεν θα πιστεύεις στην ύπαρξή μας. Θα ξεχάσεις αυτή τη ζωή μόλις πετάξεις το πέπλο. Αν ξεχάσεις να πετάξεις το πέπλο θα μας θυμάσαι και θα πονάς. Το παρόν μήνυμα θα είναι το τελευταίο. Δεν έχεις δικαίωμα για άλλη ερώτηση.

– Αντίο!

– Αντίο. Έκανες την επιλογή που έπρεπε, πίστεψέ με, αυτό που έκανες έκανε τον κόσμο μας και τον ανθρώπινο αρμονικό.

– Εγώ δεν θέλω να σας ξεχάσω.

– Επιβάλλεται! Δεν υπάρχει άνθρωπος να πιστεύει στις νεράιδες. Τι άνθρωπος θα ήσουν αν πίστευες σε μας; Ο πατέρας σου μας ξέχασε ήδη. Μόλις πετάξεις το πέπλο θα γίνει το ίδιο και σε σένα.

Εκείνη κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι και δεν της απάντησε τίποτα. Δεν χρειαζόταν πια.

Ήρθε πια η άνοιξη ένα ψιλόβροχο έπιασε εκείνη τη στιγμή. Μπήκε σε μια κουφάλα ενός σάπιου δέντρου για να προφυλαχτεί. Σαν νεράιδα δεν φοβόταν την βροχή, γιατί δεν την ένιωθε. Όμως, όταν ήταν δυνατή έβρεχε τα φτερά της και αδυνατούσε να πετάξει. Οι φίλες της αυτή τη στιγμή θα παίζουν στη βροχή. Αυτή όμως ήταν πια κανονική γυναίκα. Τότε κοίταξε το πρόσωπό της να καθρεπτίζεται στη λίμνη. Ήταν γυμνή και ένιωθε ότι ντρεπόταν. Έπρεπε οπωσδήποτε να φορέσει κάτι για να κρύψει τη γυμνία της. Έπιασε φύλλα από τα δέντρα και με μια μαγική κλωστή που της έδωσαν οι νεράιδες κατάφερε να υφάνει ένα ωραίο φόρεμα. Χαμογέλασε όταν είδε ότι ήταν στα μέτρα της και στο χαμόγελό της έπεφτε στο χώρο. Τα τελευταία ίχνη της νεραϊδόσκονης, που της έδινε τη δύναμη που είχε σαν νεράιδα να ξεπερνά όλες τις ανθρώπινες αδυναμίες και να κυλά η ζωή της όπως μιας κανονικής νεράιδας χάθηκε, αλλά πάντα γνώριζε ότι νεράιδα κανονική δεν υπήρξε. Ήταν ένα κράμα των δύο κόσμων. Του φανταστικού και του πραγματικού. Ήταν σαν να διάλεξε την πραγματικότητα από τη φαντασία και το πέτυχε με την απόφαση να γίνει αυτό που έπρεπε για να κατακτήσει την καρδιά του Δημήτρη. Έπρεπε να το πετύχει αυτό με κάθε τίμημα.

Μέσα στο χαμόγελό της έπεφταν ανθισμένα τριαντάφυλλα γεμάτα νεραϊδόσκονη και έπαψε πια να είναι νεράιδα, αλλά έγινε ένα κανονικό κορίτσι με όλες τις ανθρώπινες αδυναμίες. Γι’ αυτό λένε ότι όλα τα παιδιά αφήνουν τον φανταστικό τους κόσμο και ζουν στην πεζή πραγματικότητα. Μόνο, που αυτή η πραγματικότητα σε γερνάει γρήγορα, ενώ για να μείνεις νέος πρέπει να μην αποβάλλεις την παιδική ψυχή σου, να πιστεύεις στα όνειρα, γιατί είναι μόνο δικά σου και ανήκουν στο δικό σου κόσμο. Όλα αυτά πια η μικρή μας νεράιδα τα γνώριζε.

Έμεινε για λίγο μόνη. Οι νεράιδες την εγκατέλειψαν και της υποσχέθηκαν ότι θα την επισκεφτούν ακόμη μια φορά, και θα είναι η τελευταία, την καθορισμένη ώρα που θα τους παραδώσει το πέπλο της, την ώρα εκείνη δεν θα τις δει, αλλά θα τις νιώσει να βρίσκονται δίπλα της, και το ένστικτό της την κατάλληλη στιγμή θα την αναγκάσει να το κάνει, γιατί δεν μπορεί να γίνει αλλιώς.

Η βροχή συνέχισε να δροσίζει το χώμα, αλλά παράλληλα βγήκε ο ήλιος. Ένα ουράνιο τόξο φάνηκε στον ουρανό και ένα αερόστατο φάνηκε παράλληλα εκείνη τη στιγμή που έγραφε πάνω του μπες μέσα. Όμως εκείνη συνέχισε απτόητη το δρόμο της και το αερόστατο εξαφανίστηκε. Έμεινε μόνο το ουράνιο τόξο στο χώρο και απέμεινε να το κοιτάζει. Φαντάστηκε τις στιγμές που πετούσε με τις φίλες της πάνω σ’ αυτό όταν ζούσε στη νεραϊδοχώρα και πετούσαν νεραϊδόσκονη η μια στην άλλη παίζοντας μαζί του. Όλες αυτές τις στιγμές καλείται τώρα να τις θάψει για πάντα στην ψυχή της.

Περιπλανήθηκε μόνη της κουρασμένη και πεινασμένη μέσα στο πράσινο δάσος. Κοίταξε στον ουρανό τον ήλιο και της φάνηκε πολύ ψηλά. Ακόμα είχε αναμνήσεις από τη νεραϊδένια της φύση και θα ήθελε να ανέβει στο πιο ψηλό κλαδί να ρίξει λίγη νεραιδόσκονη και να γίνει μικρή να χαζέψει τον ήλιο,  αλλά τώρα πια αυτά δεν μπορούσε να τα πραγματοποιήσει. Μόνο στη σκέψη της ήταν σαν όνειρο. Τώρα πια ήταν ένα κορίτσι που ερωτεύτηκε τον γοητευτικό Δημήτριο, που γι’ αυτόν θα μπορούσε να κάνει τα πάντα.

Μετά από λίγη ώρα είδε πάνω σε ένα άσπρο άλογο έναν καβαλάρη να τρέχει βιαστικά. Ήταν εκείνος, ήρθε, της φάνηκε σαν επίγειος άγγελος. Η καρδιά της κόντευε να βγει από τη θέση της. Χτυπούσε ρυθμικά. Φαίνεται ότι και η δική του χτυπούσε ανάλογα. Είδε ότι πίσω του ακολουθούσε ο γατούλης του, ο γατούλης που τόσο την είχε βοηθήσει. Εκείνος φορούσε άσπρο κουστούμι και άσπρα παπούτσια.
Σταμάτησε σε ένα χάνι. Αρχικά δεν την είδε, αλλά τελικά εκείνη πήγε τάχα να χαϊδέψει το γατούλη. Του μίλησε, αλλά εκείνος έκανε νιάου, δεν μπορούσε πια να της μιλήσει. Δεν μπόρεσε να καταλάβει τι έγινε. Πού πήγε αυτή η δύναμη που είχε; Εκείνος της χαμογέλασε και την προσκάλεσε να πάνε μαζί στο χάνι για να πάρουν μαζί πρωινό και να συζητήσουν. Εκείνη ένιωσε πολύ ευτυχισμένη. Τώρα πετούσε χωρίς φτερά. Τώρα μπόρεσε να ακουμπήσει τον ήλιο, τώρα μπόρεσε να καθίσει στο πιο μικρό κλαδί τώρα μπόρεσε να διασχίσει το ουράνιο τόξο. Ενώ σαν νεράιδα έλεγε ότι ήταν ένα πλάσμα δυνατό, πρώτη φορά ένιωσε να έχει μεγάλη ψυχική δύναμη. Μόνο η πρόσκληση που της έκανε το προκάλεσε αυτό. Πραγματικά, η ευτυχία κρύβεται αλλού. Τώρα πια το ήξερε, τώρα πια το είχε μάθει.

Σε λίγο άρχισε να κρυώνει. Η ξενοδόχα άναψε το τζάκι. Συγκέντρωνε τα ξύλα που θα έβαζε στο τζάκι και αργούσε να τους πάρει παραγγελία. Ο σερβιτόρος σήμερα καθυστέρησε να έρθει στη δουλειά του και όλα πέρασαν από τα χέρια της. Τίποτα δεν προλάβαινε να κάνει μόνη της. Ήταν οργισμένη μαζί του, πόσα είχε να του σούρει όταν έρθει!

Εκείνοι βρήκαν μόνοι τους το τραπεζάκι, κάθισαν

– Κάπου σε ξέρω εσένα, της είπε.

– Είχα έρθει κάποτε περαστική στον τόπο σου, αλλά ήμουν βιαστική να φύγω.

– Η νεραϊδούλα που γκρίνιαζε να της δώσω πίσω το πέπλο της.

– Πόσο γρήγορα με θυμήθηκες!

– Νόμιζα ότι ήσουν ένα όνειρο. Άλλωστε, δεν πέρασε πολύς καιρός από τότε.

– Δεν είμαι νεράιδα πια. Αρνήθηκα την φύση μου.

– Άρχισα να σε πιστεύω. Ποιο λόγο θα είχες να μου πεις ψέματα; Άλλωστε, τα είχα δει τα φτερά σου. Δεν τα έχεις πια ε;

– Ναι, αυτό ισχύει.

– Για μένα θα είσαι μια νεράιδα. Έτσι λένε όλοι οι άνδρες τις αγαπημένες τους.

– Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Ώστε είμαι η αγαπημένη σου;

Δεν της απάντησε τίποτα την κοίταζε βαθιά στα μάτια. Την ίδια κίνηση έκανε κι αυτή από τη δική της πλευρά. Κοιτάχτηκαν για αρκετή ώρα στα μάτια σαν να σταμάτησε ο χρόνος. Δεν μιλούσαν πια με το σώμα, αλλά με την ψυχή. Κοιτάχτηκαν γεμάτοι θαλπωρή και έφυγαν από το χάνι. Πήγαν και κάθισαν στο δάσος. Ήρθαν πολύ κοντά και ένιωσε όλο το αιθερικό της σώμα γεμάτο από την παρουσία του. Το ίδιο έγινε αμφίπλευρα. Αργότερα ένιωσαν τις αισθήσεις τους να συμμετέχουν σε έναν ασταμάτητο μεθυστικό χορό. Σε λίγο έδωσαν το πρώτο τους φιλί. Οι δύο ψυχές μέσα σε μια γλυκιά αρμονία δέθηκαν και οι καρδιές με το αίμα τους υπέγραψαν ένα νέο σ’ αγαπώ, νέα όνειρα άρχισαν να γεννιούνται και να βιώνουν παράλληλα με τον έρωτά τους. Έδωσαν και δεύτερο φιλί και έπιασαν τα χέρια και ένιωσαν χελιδόνια να πετάνε στον ουρανό και να μαρτυρούν την άνοιξη. Εκείνη την ώρα έκαναν αστρικό ταξίδι οι δύο ψυχές σε κόσμους μαγευτικούς που δεν βάζει ο νους. Με το τρίτο φιλί όλες οι νεράιδες έπιασαν τα χέρια και σχημάτισαν κύκλο και τους έβαλαν στη μέση. Εκείνοι άρχισαν να χορεύουν ρυθμικά τραγούδια του έρωτα, και ένιωθαν να πετάνε στον έβδομο ουρανό. Τότε έβλεπαν τον κόσμο να λάμπει, ένα φως έλαμπε παντού. Έβλεπαν τον κόσμο μαγικό Άρχισαν να ραντίζουν με αρώματα, τον έρωτα που άρχισε να ανθίζει στις δύο ερωτευμένες καρδιές και ευχήθηκαν να κρατήσει για πάντα. Τότε, όλες έπιασαν τα πανεράκια τους και έριξαν αρκετή νεραϊδόσκονη που φύλαγαν γι’ αυτή τη στιγμή. Μια απ’ αυτές πότισε τα δύο άτομα το ποτό της αγάπης και τους ευχήθηκε να μην ξεθυμάνει ποτέ. Όλα αυτά δεν τα είδαν, αλλά τα ένιωσαν αμφότεροι, όπως αντιλαμβάνεται ο τυφλός όσα δεν μπορεί να δει. Η τελευταία πράξη ήταν το πέπλο. Εκείνη το έπιασε και το πέταξε ψηλά. Ο Δημήτρης δεν το αντιλήφθηκε αυτό, αλλά εκείνη ξαφνικά ξέχασε ότι ήταν νεράιδα. Το ίδιο ένιωσε κι αυτός. Περπάτησαν αγκαλιασμένοι και πήγαν στο χάνι να πάρουν το πρωινό τους, αλλά τέτοια ώρα, μεσημεριανό χρειάζονται πια.

 

Η μικρή νεράιδα

4 σχόλια στο Η μικρή νεράιδα
  • Τρίτη, 20 Σεπτέμβριος 2016 στο 15:02
    Σύνδεσμος

    πανέμορφο,,,
    αχ αυτό το μπλε…..κάνει όλη την δουλειά..
    αν και κάτι μου θυμίζει αυτή η ιστορία.
    αλλά επειδή δεν έχω το χρόνο , θα στο απαντήσω μια άλλη στιγμή.

    πανέμορφο παραμύθι.
    ένα μικρό τιπ.
    τελικά είχε μπέσα , η νεράιδα..
    αξίζει να αφήνεις το αιώνιο για μια αγάπη είχα πει κάποτε…
    αλλά δεν ξέρει ότι η μνήμη δεν διαγράφεται απλά μένει ανενεργή μέχρι να πιει το νερό της μνημοσύνης και να ξαναθυμηθεί.
    και αυτό το παραμύθι με συγκίνησε..
    έχω γίνει εύθραυστη μάλλον…

    Απάντηση
      • Τετάρτη, 21 Σεπτέμβριος 2016 στο 09:00
        Σύνδεσμος

        το ταξίδι σου , σου έκανε πολλά δώρα, βλέπω μια άλλη Νεκταρία . Όλα γίνονται για το καλό σου ανεξαρτήτως αποτελέσματος. Αρκεί να φαινόμαστε δυνατοί , υπομονετικοί και όλα ανοίγουν.
        τώρα που το σκέφτομαι έχει σημάδι από όνειρο παιδικό , όνειρο από νεαρή και λίγα στοιχεία της πραγματικής ζωής.
        εσύ όμως το εμπνεύστηκες και την εικόνα την αποτύπωσες.
        ξέρεις είναι όμορφο πολύ όταν κάτι διαβάζεις να σε απορροφά τόσο πολύ , που να θες να φτάσεις στο τέλος για να δεις την εξέλιξη της ιστορίας.
        είναι σαν ο χρόνος να σταματά και τα στοιχεία του παραμυθιού να παίρνουν μορφή και να σου παρουσιάζονται σαν μια παράλληλη ιστορία στο τώρα.
        αν και μεγάλο σαν κείμενο που ήταν δεν με κούρασε .
        αλλά το απόλαυσα. Το καλύτερο που βγαίνει είναι να μην το σχολιάσω μήπως και η μαγεία φύγει που διαπλάσσεται στον αέρα . Ας το αφήσουμε να κινείται ελεύθερα όπως στην αρχή γράφτηκε για να υπάρχει.
        αρχίζεις και με δυσκολεύεις…χαχα
        μια όμορφη καλήμερα από μένα..
        με ταξίδεψε χωρίς να το θες..
        σε ευχαριστώ.

        Απάντηση
        • Τετάρτη, 21 Σεπτέμβριος 2016 στο 10:33
          Σύνδεσμος

          Ήθελα να σε ταξιδέψω. Αυτός ήταν ο σκοπός που γράφτηκε. Άρα, επετεύχθη ο σκοπός του και σου θύμισα παιδικά όνειρα που έμειναν μέσα σου και τώρα θα βγουν στην επιφάνεια. Θα θυμηθείς μια άλλη Ηρώ που έχεις ξεχάσει ότι υπάρχει, μια άλλη της πλευρά και τώρα με οδηγό τη μικρή νεράιδα, με λίγη νεραιδόσκονη και πολλή αγάπη θα βγάλεις φτερά και θα πετάξεις.

          Απάντηση

Αφήστε μια απάντηση

Πριν αφήσετε κάποιο σχόλιο διαβάστε τα εξής:

 
  • - Τα σχόλια σας θα πρέπει να εγκριθούν από τους διαχειριστές της ιστοσελίδας πριν δημοσιευτούν.
  • - Παρακαλούμε χρησιμοποιήστε Ελληνικούς χαρακτήρες, σχόλια γραμμένα σε greeklish δεν θα εγκρίνονται.
  • - Όνειρα που βλέπετε Σάββατο βράδυ προς ξημερώματα Κυριακής δεν θα εξηγούνται. Αν σ' αυτή την ημερομηνία γράφετε όνειρα άλλων ημερών αυτό υποχρεωτικά πρέπει να επισημαίνεται, για να λαμβάνουν απάντηση και τα όνειρα αυτά. Όταν όμως γράφετε όνειρα με Κυριακάτικη ημερομηνία και είναι άλλων ημερών, πρέπει να γίνεται υποχρεωτική επισήμανση αυτού, ώστε να παίρνουν άμεσα απάντηση, αποφεύγοντας την ερώτηση αν είναι Κυριακάτικο. Όταν δεν υπάρχει επισήμανση, θα θεωρούνται Κυριακάτικα και δεν θα παίρνουν απάντηση.
  • - Όνειρα που βλέπετε Σάββατο βράδυ προς ξημερώματα Κυριακής δεν θα εξηγούνται.
  • Διαβάστε τους όρους χρήσης μας
  • - Να είστε υπομονετικοί, οι χρήστες που απαντούν στα σχόλια σας είναι εθελοντές και θα σας απαντήσουν μόλις μπορέσουν.
  • -Παρακαλούμε διαβάστε τους παραπάνω όρους πριν καταχωρήσετε κάποιο σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο